«Σπάνιο φαινόμενο εύνοιας της μοίρας» – Η Έλλη Αλεξίου για τον Κώστα Καρυωτάκη

«Όταν κυκλοφόρησε στους κύκλους των πνευματικών εκπροσώπων ο τραγικός θάνατος του Καρυωτάκη (21 Ιούλη 1928), βιαστικά και αβασάνιστα ειπώθηκε και έγινε αποδεκτό: «η τελευταία μετάθεσή του στην Πρέβεζα υπήρξε η χαριστική βολή». Όχι! Του έδωσε την επιθυμητή λύτρωση. Για τον Καρυωτάκη ήταν το ελιξήριον της πικρής ζωής του. Ήταν το αναμενόμενο και ποθούμενο ιδανικό τέλος».

«Σπάνιο φαινόμενο εύνοιας της μοίρας» - Η Έλλη Αλεξίου για τον Κώστα Καρυωτάκη

Σαν σήμερα, στις 21 του Ιούλη 1928, έδωσε τέλος στη ζωή του μ’ ένα περίστροφο ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης. Με αφορμή την επέτειο παρουσιάζουμε κείμενο της μεγάλης μας Έλλης Αλεξίου για τον ποιητή.

***

Ο Κώστας Καρυωτάκης είχε γίνει με τον απρόοπτο θάνατό του, το 1928, ένα πανελλήνιο ερωτηματικό.

Υπηρετούσε σαν κρατικός υπάλληλος στην Πρέβεζα, όπου είχε μετατεθεί από την Πάτρα, και η ύπαρξή του ελάχιστα απασχολούσε το ευρύ κοινό. Και ξάφνου αγγέλλεται η αυτοκτονία του, με πιστόλι. Όλοι εντυπωσιάστηκαν, μα πιότερο από όλους οι συνάδελφοί του στο συγγραφικό ποιητικό χώρο. Είχαν διαβάσει το τελευταίο του βιβλίο: Ελεγεία και Σάτιρες, έκδοση του 1927, ένα χρόνο προ της αυτοκτονίας του, που είχε έντονα συζητηθεί και σχολιαστεί. Βρίσκανε μάλιστα, οι τότε ταγοί της λογοτεχνίας, που σύχναζαν την πρώτη εικοσιπενταετία του αιώνα μας στην πλατειούλα της Δεξαμενής – ήταν η σύγχρονη Πνύκα – πως ο ποιητής περνάει μ’ αυτό το βιβλίο σε καινούργιο ποιητικό στάδιο.

Όπου η ποίησή του λειτουργεί με εντελώς αδέσμευτη τη φαντασία. Με εκείνες τις προεκτάσεις που επιτρέπουν στον ποιητή να κινείται με απόλυτη άνεση. Να περιφρονεί, να αδιαφορεί για τη συμμετοχή του αναγνώστη στα άδυτα της ποιητικής περιπλάνησης. Μάλιστα το ποίημα του Καρυωτάκη Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο, είχε διαβαστεί και ξαναδιαβαστεί παραμένοντας πάντα σκοτεινό. Του αναγνωριζόταν ωστόσο η συνοχή, η μαεστρία στο στίχο, στη δομή και στην πορεία της έμπνευσης, καθώς και ο πλούτος των εικόνων και το ανεβασμένο ποιόν της διατύπωσης. Ίσως κατά κύριο λόγο στο ποίημα αυτό στηρίχθηκε η γνώμη πως ο Καρυωτάκης υιοθετεί εντελώς νεωτερίζουσα τεχνοτροπία. Είναι δε το ποίημα αυτό το τρίτο προ του τέλους και ακολουθούν τα τιτλοφορούμενα Ιδανικοί Αυτόχειρες και Δικαίωσις. Και αυτά στενά συγγενικά, με την ψυχική διαμόρφωση του Εμβατηρίου.

Και τώρα ας ρίξουμε προσεκτική ματιά, όχι στον ποιητή, μα στον άνθρωπο Καρυωτάκη, προτού επανέλθουμε στον ποιητή.

Από τα μικρά του χρόνια βρέθηκε ο Κ.Κ. να τον περιβάλλουν όλες οι ανθρώπινες πιθανότητες, που εξασφαλίζουν μιαν απερίσπαστη σταδιοδρομία: οικογενειακή στοργική συμπαράσταση, οικονομική επάρκεια. Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1896 από πατέρα πολιτικό μηχανικό και μητέρα αρχοντοπούλα, δηλαδή από πολιτισμένους γονείς, ικανούς να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν τα πνευματικά χαρίσματα του παιδιού τους. Με εξασφαλισμένη δυνατότητα σπουδών. Μόλις τελείωσε το γυμνάσιο, δεκαεφτά χρονών, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο στα νομικά και είκοσι ενός έτους παίρνει το πτυχίο του, διορίζεται και απόλυτα ανεξαρτητοποιείται.

Μα και το ποιητικό του ταλέντο και γρήγορα τού εκδηλώθηκε και γρήγορα τού αναγνωρίστηκε. Κείμενά του είχαν αρχίσει να δημοσιεύουνται, προτού φτάσει στα είκοσι χρόνια του. Σε παιδικά στην αρχή περιοδικά, με παιδικό και σατιρικό περιεχόμενο, αλλά οπωσδήποτε πολύ ενωρίς άρχισε να γίνεται γνωστός στο περιβάλλον του και ενωρίς χάρηκε τη χαρά της βράβευσης και του επαίνου σε ποιητικούς διαγωνισμούς.

Αν ήταν λίγο ψηλότερος και από ομορφιά πιο ικανοποιημένος, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Κ. Καρυωτάκης ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο εύνοιας της μοίρας.  Μιας εύνοιας όμως που ο ποιητής μας δεν είχε συλλάβει όχι μόνο τη σπανιότητα των ευτυχών συμπτώσεων που τη συγκροτούσαν, αλλά ούτε καν την ύπαρξή της. Οι μέρες του κυλούσαν μέσα σε αλλεπάλληλες αναζητήσεις. Που και ικανοποιούμενες δεν γαλήνευαν την ανήσυχη του συνείδηση.

Από πλευράς πλούτου γνώσεων και ευρύτερης πολιτιστικής ενημέρωσης θα πρέπει ο Καρυωτάκης να τοποθετηθεί στην ολιγάριθμη ομάδα των σύγχρόνων του ποιητών που τους διέκρινε μελετηρότητα και ισχυρή ανάγκη παρακολούθησης των εξωελληνικών πνευματικών κορυφών και των ποικίλων φιλολογικών ρευμάτων του εξωτερικού. Ήταν εξάλλου κάτοχος της γαλλικής και γερμανικής, είχε ταξιδέψει εκτός της Ελλάδας, και είχε μείνει μεγάλο χρονικό διάστημα στο Παρίσι! Όσο για την Ελλάδα, λίγοι άνθρωποι, γέννημα και θρέμμα Έλληνες, και μεγάλοι στην ηλικία κι όχι μόλις τριάντα δύο ετών, που ήταν ο ποιητής μας όταν τον χάσαμε, είχαν επισκεφθεί τόσα σημεία, τόσες πόλεις, του ελληνικού χώρου: Τρίπολη, Χανιά, Σύρο, Άρτα, Πάτρα, Σάμο, Λαύριο, Αθήνα για πολλά χρόνια…ικανοποιώντας και τη μόνιμη επιθυμία του της αλλαγής.

Το συγγραφικό έργο του Κ. Καρυωτάκη συνοψίζεται σε τρεις ποιητικούς τόμους και σε αρκετή μεταφραστική εργασία. Το 1919 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο: Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων. Εμβαθύνουμε στον Κ. Καρυωτάκη δια της ποίησής του. Εκεί μέσα παρελαύνουν ανικανοποίητες βλέψεις, αγωνίες, όνειρα, ιερά, γεμάτα πάθος, που σβήνουν χωρίς να ευφράνουν κανέναν.

όλα κλαίνε· και τ’ ανθισμένα…
και είναι ο κήπος μας
κήπος μελαγχολίας.

Στο δεύτερο βιβλίο του, τα Νηπενθή, έκδοση του 1921, θα μπορούσαμε να βάλουμε για μότο, το δικό του στίχο:

…κάνε τον πόνο σου άρπα
και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου
……………….
και γέλασε και σβήσου.

Σχεδόν πάντα στα Νηπενθή η θλίψη παρουσιάζεται σαν μόνιμη ενυπάρχουσα κατάσταση, που δεν την προκαλούν εξωανθρώπινα, εξωατομικά του αίτια. Είναι η κατάθλιψη, που συντροφεύει και ενυπάρχει στον ποιητή κι αυτήν τραγουδεί.

Το 1927 εκδόθηκε το τιτλοφορούμενο: Ελεγεία και Σάτιρες. Κι εδώ συνεχίζεται επαυξημένο και μη διακοπτόμενο το δράμα της κατάθλιψης. Εδώ όμως εμπλουτίζεται με τη θερμή επίκληση στο θάνατο. Σαν το αποκορύφωμα ικανοποίησης της ζωής. Εδώ κάνει και πιο εμφανή την παρουσία της η σατιρική διάθεση του Καρυωτάκη, που την είχε κι αυτήν από μικρός. Από μαθητής σατίριζε, έκανε κι έγραφε φάρσες για συμμαθητές του, επιθεωρήσεις θεατρικές. Η σάτιρα ήτανε το όπλο του. Μ’ αυτή μαστιγώνει τους δουλόφρονες, τις άμυαλες γυναίκες, τους ψευτοδιανοούμενους – «δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας / για να τιτλοφορούμεθα ποιητές». Γενικά οι διανοούμενοι της εποχής του δεν απολάβαιναν, πλην ελαχίστων, της εκτίμησής του, που τους αποκαλούσε «αγοραίον πλήθος». Αυτό μας θυμίζει το καζαντζάκικο: «Με εξοργίζει η αμάθεια και η στρεψοδικία του διανοούμενου όχλου μας» – Η ανυποχώρητη παρρησία του δεν μπορούσε να συνυπάρξει με το ρωμέικο υπαλληλικό συμβιβασμό, με την κολακεία, τις υποχωρήσεις, τις αποκρύψεις. Το 1928 υπηρετώντας στην Πάτρα ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον τότε υπουργό Μιχ. Κίρκο. Αμοιβή της αδέκαστης συνείδησης του ήσαν οι αλλεπάλληλες μεταθέσεις, με τελευταία τη μετάθεσή του στην Πρέβεζα.

Και στην εκλογή των ποιητών που μεταφράζει δεσπόζει το κλίμα της δικής του ψυχοσύνθεσης: τρυφερές υπάρξεις σκιαγραφούνται, φιλίες, αγάπες, θύμησες, μοναξιές, χωρισμοί. Μεταφράζει Βερλέν, Αντρέ Σπιρ, Μωρεάς, Βιγιόν, Μπωντλέρ, Κοντές ντε Νοάγι, Χάινε, Μιστράλ, Γκερέν…κι από τους δικούς μας ξέχωρα αγαπά τους πονεμένους: Ραφτόπουλο, Φιλύρα, Ουράνη, Λαπαθιώτη.

Μετέφραζε, διάβαζε, έγραφε, ζωγράφιζε. Η ζωγραφική ήταν μια από τις αγαπημένες του απασχολήσεις· είχε δε σ’ αυτήν και ιδιαίτερη κλίση. Θυμηθείτε την κλίση στη ζωγραφική και των δύο άλλων μεγάλων ποιητών μας, του Ρίτσου και του Ελύτη. Αλλά καμία από τις ευχάριστες ασχολίες του δεν είχε τη δύναμη να τον αποσπάσει, να τον ελευθερώσει από την απόγνωση της ανίας του. Ο Καρυωτάκης έφερνε μέσα του συνυφασμένο το κενό. Την ανικανοποίηση. Μια μαρτυρική δίψα. Μια εφιαλτική αναζήτηση, που έπαιρνε σ’ όλη τη λιγόχρονη ζωή του τη μορφή βαρειάς αρρώστιας. Αλλά καθώς τη βασανιστική αυτή ψυχοσύνθεση την έφερνε μέσα του, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να απαλλαγεί από αυτήν.

Όταν κυκλοφόρησε στους κύκλους των πνευματικών εκπροσώπων ο τραγικός θάνατος του Καρυωτάκη, βιαστικά και αβασάνιστα ειπώθηκε και έγινε αποδεκτό: «η τελευταία μετάθεσή του στην Πρέβεζα υπήρξε η χαριστική βολή». Όχι! Του έδωσε την επιθυμητή λύτρωση. Για τον Καρυωτάκη ήταν το ελιξήριον  της πικρής ζωής του. Ήταν το αναμενόμενο και ποθούμενο ιδανικό τέλος. Στον Καρυωτάκη ήταν τόσο μόνιμο και τόσο έντονο το ψυχολογικό του αδιέξοδο, που δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Η αυτοκτονία ήταν για την πάσχουσα φύση του το φυσικό τέρμα.

Η αυτοκτονία φώτισε απότομα με άπλετο φως και τα δυσεξήγητα, τα σκοτεινά ποιήματα της τελευταίας συλλογής του. Φέρνουν οι μνήμες πίσω τα πονεμένα σχόλια των συγχρόνων του ποιητών ανάμεικτα με βρεγμένα μάτια, με σκυμμένα συλλογισμένα κεφάλια και ψιθυριστούς μονολόγους. Με ιδιαίτερο θαυμασμό κουβεντιάστηκε το αριστουργηματικό Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο. Η εντελώς νεωτερίζουσα τεχνοτροπία, η αδέσμευτη φαντασία, η μαεστρία στο στόχο, στη δομή, στην πορεία της έμπνευσης. Η ποίηση λειτουργούσε αποκαλύπτοντας τα έγκατα του ποιητή. Οι κορυφαίοι μας Βάρναλης, Καζαντζάκης, Αυγέρης, Αλεξίου Λευτέρης ανέλυαν μία μία τις άλλοτε γριφώδεις φράσεις εξαίροντας τη δύναμη και τον πλούτο ιδεών και εικόνων. «Κατακόρυφο», γιατί ήταν οι μέρες που ο ποιητής είχε  επιλέξει για ιδανικό του θάνατο τον απαγχονισμό. Κι έλεγε ο Αυγέρης: «και μόνο αυτό το ποίημα αν είχε γράψει, θα έφτανε για να τον καθιερώσει μεγάλο ποιητή».

Όλα απότομα φωτίστηκαν. Τα δύσληπτα γίνανε κατανοητά κι ο Καρυωτάκης περνούσε στην περιοχή των δημιουργών, που δημιουργούν και πεθαίνουν με τη συνέπεια που χαρακτηρίζει τους ολίγους και τους εκλεκτούς.

Αθήνα, 5 Μαρτίου 1981

 

Έλλη Αλεξίου, Έλληνες λογοτέχνες, Δοκίμια Ι, Καστανιώτης, Αθήνα 1982

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: