«Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν όλα…» – Η Λιλή Ζωγράφου γράφει για το τέλος της Μαρίας Πολυδούρη

“Η Πολυδούρη δεν υπήρξε μόνο θύμα του εαυτού της…αλλά και τής κοινωνικής μοίρας της σα γυναίκα. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο και το πιο διδακτικό. Γιατί ή Π. διαγράφει μια πορεία λάθος. Ένας άνθρωπος τόσο προικισμένος αρρωσταίνει αρχικά, γιατί ο άντρας που αγαπά και πιστεύει, την απογοήτεψε. Και πεθαίνει αργότερα, γιατί αυτός ο άντρας πέθανε. Αυτή η γυναίκα είναι απαράδεκτη…”

«Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν όλα…» - Η Λιλή Ζωγράφου γράφει για το τέλος της Μαρίας Πολυδούρη

Η Μαρία Πολυδούρη υπήρξε για την εποχή της μια γυναίκα απίστευτα δυναμική και ανατρεπτική και ταυτόχρονα το ίδιο εύθραυστη. Πανέμορφη και «επικίνδυνα» γοητευτική, με την αίσθηση του ανολοκλήρωτου σαν σαράκι να την κυριεύει και διαρκώς να την ωθεί προς την οριστική συντριβή, έζησε μόλις 28 χρόνια αναζητώντας και πιστεύοντας σε μια ιδανική ευτυχία που ποτέ δεν συνάντησε.

Η Μαρία Πολυδούρη διεκδίκησε μαχητικά μια θέση διαφορετική από αυτή που της επεφύλλασσε η ανδροκρατούμενη κοινωνία, για να ηττηθεί κατά κράτος εντός των στενών ορίων που η ίδια περιόριζε, φυλακίζοντας ουσιαστικά την ύπαρξή της. Ο έρωτάς της για τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη ήταν αυτός που έδωσε στη ζωή της νόημα, αλλά και της στέρησε σταδιακά κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. Ένας έρωτας που σιγόκαιγε ασταμάτητα μετά τον χωρισμό τους, και έσβησε μαζί με τους χτύπους της καρδιάς της, σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν τσακισμένη από τη φυματίωση, τη νύχτα της 28 προς 29 του Απρίλη 1930.

Η Λιλή ζωγράφου στο βιβλίο της «Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης» (εκδ. Γαβριηλίδης -4η-, Αθήνα 1990) αναφέρεται στη ζωή και το τέλος της Μαρίας Πολυδούρη. Μεταφέρουμε μερικά αποσπάσματα.

(…)Καημένη Μαρία, πάμπλουτη γυναίκα. Τελικά όλοι την κατασπάραξαν Και κείνοι που την αγάπησαν και όσοι την πεθύμησαν και οι άλλοι που τη φθόνησαν και τη φοβήθηκαν. Με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις των δύο-τριών που είχαν την ικανότητα να τη δουν σ’ όλες της τις διαστάσεις αγνή και έντιμη, ιδιοφυή και γενναία, όλοι οι άλλοι, μπορεί να την πεθύμησαν, και να τη χάρηκαν ακόμη, αλλά δεν κατάφεραν να δουν σ’ αυτήν παρά το αντικαθρέφτισμα της δικής τους ασημαντότητας και φτήνιας.

Η τελευταία της συλλογή «Ηχώ στο Χάος» που κυκλοφόρησε λίγο πριν το θάνατό της, κλείνει μ’ ένα ποίημα από τα ωραιότερα που  ’χουν γραφτεί – έστω και σε παραδοσιακή μορφή – από γυναίκα. Και τονίζω τη γυναικεία γραφή, γιατί εκφράζει ακριβώς όλη την πλάνη που καλλιεργήθηκε επί χιλιετηρίδες σε βάρος της γυναικείας προσωπικότητας. Η Πολυδούρη ωστόσο θα καταφέρει, τελικά, να δει καθαρά το πόσο άσκοπα σπαταλήθηκε επενδύοντας σε ασήμαντους ανθρώπους το δικό της πλούτο. Μόνο και μόνο για ν’ αξιοποιήσει τον άντρα που σκέτο σερνικό έπρεπε και καλά να φαντάζει για είδωλο. Τώρα πιά ξέρει πως η δική της ακτινοβολία λάμπρυνε τα πρόσωπα που μεταχειρίστηκε, για να καλύψει τη μοναξιά της. Ως τη στιγμή που απόσυρε τον εαυτό της, γιατί συμβιβάστηκε με τη μοναξιά. Τότε όλοι, παρελθόντες και παρόντες, γδυμένοι από τη δική της λαχτάρα να φαντάζουν σαν «κάποιοι» αξιόλογοι, μείνανε έκθετοι στην απογοητευτική τους γύμνια, σκέτη πλάνη. Μια πλάνη κουρελιασμένη, από τα τόσα ανάξια πρόσωπα που την περιβλήθηκαν. Το ποίημα αυτό θα ’ναι και η τελευταία κραυγή διαμαρτυρίας, όχι πιά ενάντια στους άλλους, μα στον ίδιο τον εαυτό της. Αγανακτισμένη θα δεχτεί την ήττα της, που δεν είναι όμως μια νίκη των άλλων με την τόση πενιχρότητα. Είναι τουλάχιστον μια επίγνωση κι ας φτάνει αργά. Γιατί ήδη φεύγει, πολυξοδεμένη κι άφθαρτη, πολυκατοικημένη κι έρημη.

Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν
όλα. Να φύγουν κι’ οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου.
Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι όλα μου λείψαν
κι έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.

Να φύγουν όλοι. Ακάλεστοι κι ας ήρθανε με δώρα.
Τίποτε δεν εταίριασε στην εξαίσια γυμνότη
που με τριγύριζε λαμπρή. Μεγαλειώδεις πλάνες
που εμπρός τους με ταπείνωσαν ικέτη και δεσμώτη.

Με την ειλικρίνειά της εκείνη την αμείλικτη θα μάς απλώσει άφοβα τ’ άδεια χέρια και τα ματωμένα σπλάχνα της, καμένα από το πάθος της ν’ αγγίξει το απόλυτο. Ένα πάθος πολυτελές, μια και απαιτεί την ίδια τη ζωή του ποιητή που το αξιώνεται. Γιατί, ο ίδιος είναι το απόλυτο.

(…) Και ήρθε ο θάνατος. Τι κρίμα! Αλλά και τι περίεργο να παραχωρηθεί στο θάνατο μια τόσο ρωμαλέα γυναίκα. Εκείνη που πίστευε πως ο κόσμος ήταν ολοκαίνουριος κι άφθαρτος, όπως και η ίδια, κατάλαβε κάποτε πως η καθαρότητα της ψυχής, η αγωνιστική διάθεση και ό ασυμβίβαστος χαρακτήρας, πληρώνουνται, τελικά, πολύ ακριβά.

Δεν είναι τυχαίο πως η τελευταία συλλογή της αρχίζει μ’ ένα ποίημα που διακρίνεται από την ίδια αυτεπίγνωση, αλλά και αγανάκτηση που χαρακτηρίζουν το τελευταίο, που αναφέραμε στην προηγούμενη σελίδα.

Ζωή, που με παράδωσες μ’ ένα φιλί στους δήμιους
και τώρα ακούω το γέλιο σου παντού σαρκαστικό
για μένα, που αποτόλμησα ψευτοευγενείς και τίμιους
μέσ’ τη γενιά σου, να τους δω σαν υποστατικό.

Εγώ ήμουν ένας γνήσιος κι’ άγνωστος της γενιάς σου
κ’ ήρθα χωρίς απαίτηση μ’ όλους μαζί και γω

……………………………………………………………………

Μα καθώς ήμουν κύριος άμαθος να δουλεύω
και παιδική γαλήνευεν η δίκαιη μου ψυχή,
εκέρδισα το μίσος σου, Ζωή, και το πιστεύω
τώρα που η δυστυχία μου στο γέλιο σου αντηχεί.

Ωστόσο η Πολυδούρη δεν υπήρξε μόνο θύμα του εαυτού της, όπως τόνισα στην αρχή, αλλά και τής κοινωνικής μοίρας της σα γυναίκα. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο και το πιο διδακτικό. Γιατί ή Π. διαγράφει μια πορεία λάθος. Ένας άνθρωπος τόσο προικισμένος αρρωσταίνει αρχικά, γιατί ο άντρας που αγαπά και πιστεύει, την απογοήτεψε. Και πεθαίνει αργότερα, γιατί αυτός ο άντρας πέθανε. Αυτή η γυναίκα είναι απαράδεκτη.

Αναμφισβήτητα ο έρωτας είναι ό,τι ωραιότερο μπορεί να χαρεί ο άνθρωπος, αλλά ποτέ με αντάλλαγμα τη ζωή του, που είναι ανεπανάληπτη και γι’ αυτό υπερπολύτιμη. Και δεν αξίζει κανένας τόσο, για να τού τη θυσιάσουμε.

Όταν η Μαρία αρχίζει να συνειδητοποιεί αυτή την αλήθεια, είναι πολύ αργά. Θα βρούμε πάντως μέσ’ στα ποιήματα του φλογερού της πάθους κάποιους περίεργους νιγμούς μιας λογικής που αρχίζει να ξεκαθαρίζει ορισμένες αλήθειες.

Αγάπη, μήτε μια κοινή
δύναμη δε μου εστάθης
μέσ’ στη ζωή μια ιδέα φωτεινή
μια πρόφαση πως βρίσκουν να με μάθης.

(…) Ή γελιόμαστε να πιστεύουμε πως η Πολυδούρη θα ’τανε ευτυχισμένη κι ολοκληρωμένη, αν όλα πήγαιναν καλά και παντρευότανε τον Καρυωτάκη; Όταν μάλιστα ξέρομε πόση αφθονία και ζωτικότητα την πλημμύριζαν. Και δεν αναφέρω την πνευματικότητά της. Κι όμως υπήρχε μέσα της αυτή η πλάνη, η καλλιεργημένη από χιλιετηρίδες που την έκανε να σπαταληθεί τόσο θλιβερά, αναζητώντας τον έρωτα, που σημαίνει τον άντρα. Σε αντίφαση με την ασύνειδη ψυχοσύνθεσή της, που δεν έβλεπε σαν αναγκαία λύση στη ζωή το γάμο, όπως το απόδειξε. Η Μαρία δεν ήθελε στην πραγματικότητα να παντρευτεί. Δεν είχαν, με λίγα λόγια, υπερισχύσει οι παραδόσεις μέσα της, ώστε ν’ αλλοτριώσουν την ισχυρή προσωπικότητά της. Οπότε η απουσία ενός σκοπού από τη ζωή της μεγάλωνε ακόμη περισσότερο το κενό. Ένα χρόνο πριν πεθάνει, θα βρεθεί στα ίχνη αυτής της πλάνης. Κι αν δεν την έπαιρνε η αρρώστια από κάτω και η νοσηρή νοοτροπία της εποχής – της νέας που πεθαίνει από έρωτα- η Πολυδούρη θα ’βρίσκε μόνη το σωσίβιο σκοπό. Ήδη μέσα σε αρκετά ποιήματά της υπάρχει η διαπίστωση κάποιας επερώτησης που της επιβάλλει η λογική της, ζητώντας της να απαντήσει. Από τη στιγμή όμως που διαπιστώνουμε κάποιο λάθος, είμαστε κιόλας στο δρόμο της επανόρθωσης.

Στέκω οραμαστισμένη και πιστεύω.
Δεν ξέρω τι πιστεύω

κι αλλού

Και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου

………………………………………………….

το αναπάντητο ρώτημα με γέμισε
κ’ είδα μ’ αμφιβολία και την ψυχή μου

Γιατί, φυσικά, ήρθε κάποια στιγμή που αναρωτήθηκε σαν τι να ’ρθε να κάνει στη ζωή. Και είχε ήδη καταλάβει πως ένας έρωτας, όσο μεγάλος κι αναμφισβήτητος κι αν είναι, δεν μπορεί να καλύψει απ’ άκρη σ’ άκρη μια ολάκερη ζωή. Οπότε και δε βρίσκει εξήγηση για το νόημα του χαμού της. Που σημαίνει πως δεν τον χαλαλίζει κανενός.

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πιά.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη

κι’ αν του ανακόβεται ή στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή,
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είνε καιρός
να μείνω πιά μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά,
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είνε η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είναι η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί!…
μου αρνιέται την ψυχή μου…

Κάποιος μεσολάβησε, για να διευκολύνει την αυτοκτονία της Πολυδούρη. Τ’ όνομά του δε θα το μάθουμε ποτέ. Ούτε και χρειάζεται. Εξάλλου δεν ζει πιά ούτ’ αυτός. Εκτός από την αδελφή της Βιργινία, που μου το ομολόγησε, και ο πολύ ερωτευμένος με τη Μαρία Κώστας Παπαδάκης έγραψε κάποτε στον Χονδρογιάννη πως ήταν βέβαιος πως η Μαρία πήρε κάποιο δηλητήριο. Δεν ήταν δηλητήριο, αλλά μορφίνη. Και η μορφίνη μπορεί να προκαλέσει το θάνατο σε προχωρημένη φυματίωση.

Τα ποιήματα της Πολυδούρη και η ταύτισή της με τον Καρυωτάκη είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του πνευματικού κόσμου της Αθήνας. Παράλληλα γίνηκε γνωστό πως η ποιήτρια πέθαινε στο θλιβερό δωματιάκι της Σωτηρίας. Μερικοί φίλοι (ο πρώην μνηστήρας Γεωργίου, ο Σικελιανός) ανάλαβαν την πρωτοβουλία και τα έξοδα και την μεταφέρανε στην κλινική Καραμάνη «ψηλά στα Πατήσια». Εκεί την είδε για στερνή φορά ο ποιητής Χονδρογιάννης, λίγες μέρες πριν το θάνατό της, σαν πήγε να την αποχαιρετήσει. Ντυμένη πάντα στα λευκά, με το πρόσωπο πιο χλωμό και πιο μικρό, όπου φάνταζαν ακόμη μεγαλύτερα τα απύθμενα μάτια της. Από το μεγάλο ανοιχτό παράθυρο έβλεπε έναν ατέλειωτο ουρανό. Η φωνή της είχε αρχίσει να βραχνιάζει. Αλλά πίστευε (;) πως θα γίνει πάλι καλά, όπως είπε στον Χονδρογιάννη, μάλλον για να τον παρηγορήσει, καθώς γνώριζε την ευαισθησία και την αγνότητά του κι ήξερε πόσο απελπισμένα την αγαπούσε. Ο Χονδρογιάννης εξάλλου έφευγε για κάποια πόλη της Πελοποννήσου, όπου είχε διοριστεί. Η Μαρία σίγουρη πως δεν θα τον ξαναδεί, φρόντισε να τον καθησυχάσει.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 28 του Απρίλη, η Μαρία, με φωνή που μόλις ακουότανε από τη βραχνάδα, αποχαιρέτησε την αδελφή της Βιργινία, όπως κάθε βράδυ. Κοντά της έμεινε ο πιστός κι αφοσιωμένος φίλος με το πρόσχημα πως θα της κρατούσε για λίγο ακόμη συντροφιά. Από καιρό είχαν συνεννοηθεί οι δυο τους. Πως όταν θα ’φτανε το τέλος, που θα ’ταν οδυνηρό και βασανιστικό, εκείνος δε θα την άφηνε να υποφέρει. «Με το να το παρατείνουμε» του ’χε πει, «το ξέρεις καλά πως δε θα εμποδίσουμε το θάνατο. Μόνον εσύ, που μ’ αγαπάς τόσο, θα καταλάβεις πόσο θα με ανακουφίσεις, όταν θα αισθανθώ πως η προθεσμία έληξε». Και του ’δειξε τις ενέσεις μορφίνης που φύλαγε στο βάθος του συρταριού. Ο Α της το υποσχέθηκε, χωρίς να πιστεύει ίσως πως θα ’ρχόταν πράγματι κείνη η ώρα κάποτε. Και να που έφτασε, η νύχτα της 28 του Απρίλη. Ο Α. δεν ήταν διανοούμενος ούτε και είχε κανένα δεσμό μαζί της. Έτρεφε γι’ αυτήν ένα βουβό πάθος, που η Μαρία γνώριζε και ανεχόταν, γιατί δεν την ενοχλούσε ποτέ. «Κρίμα», του είπε, μόλις έγιναν οι ενέσεις. «Θα ’ θελα τόσο να σου ανταποδώσω τη μεγάλη αγάπη σου. Μα ήμουνα εγωίστρια, όσο ένιωθα γερή».

Με το χέρι της μέσ’ το δικό του αποκοιμήθηκε. Ο Α. ακίνητος δίπλα της ρουφούσε την κάθε της ανάσα, ώσπου ο ύπνος της γίνηκε θάνατος. Χάραζε μόλις, σαν χτύπησε την πόρτα της αδελφής της Βιργινίας. Της τα ξομολογήθηκε όλα. «Δεν μπορούσα», της είπε «να της αρνηθώ τίποτα, ούτε και να τη σκοτώσω».

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: