Το ανέκδοτο χειρόγραφο ημερολόγιο του Φώτη Αγγουλέ

Ήταν νύχτα 26 προς 27 του Μάρτη 1964, όταν βρέθηκε νεκρός στο κατάστρωμα του επιβατηγού «Κολοκοτρώνης», ο Φώτης Αγγουλές. Ο προλετάριος ποιητής ταξίδευε απ’ τη Χίο στον Πειραιά όταν ξεψύχησε, έχοντας στις τσέπες του μόλις είκοσι δραχμές και στην καρδιά του τον πόνο, τις αγωνίες και την ελπίδα για καλύτερες μέρες όλων των καταπιεσμένων κι αδικημένων της γης.

Το ανέκδοτο χειρόγραφο ημερολόγιο του Φώτη Αγγουλέ

Ήταν νύχτα 26 προς 27 του Μάρτη 1964, όταν βρέθηκε νεκρός στο κατάστρωμα του επιβατηγού «Κολοκοτρώνης», ο Φώτης Αγγουλές. Ο προλετάριος ποιητής και αγωνιστής ταξίδευε απ’ τη Χίο στον Πειραιά όταν ξεψύχησε, έχοντας στις τσέπες του μόλις είκοσι δραχμές και στην καρδιά του τον πόνο, τις αγωνίες και την ελπίδα για καλύτερες μέρες όλων των καταπιεσμένων κι αδικημένων της γης.

Ο Φώτης Αγγουλές υπήρξε στη σύντομη μα γεμάτη και πολυκύμαντη ζωή του ο κομμουνιστής με την βαθιά ταξική συνείδηση, που αγάπησε και ύμνησε με το ποιητικό του έργο τα ταξικά αδέλφια του, και υπηρέτησε την τάξη του θέτοντας την ίδια του τη ζωή σε κίνδυνο, μαχόμενος αλύγιστος απέναντι στον φασίστα καταχτητή και σ’ αυτούς που αιώνες επιβουλεύονται τα δίκια και τα συμφέροντά της.

Το ανέκδοτο χειρόγραφο ημερολόγιο του Φώτη Αγγουλέ

Ο Φώτης Αγγουλές, χαμογελαστός μπροστά στο φακό του φωτογράφου Στέλιου Κασιμάτη

Μικρασιάτης, γεννήθηκε στα 1911 και βρέθηκε με την οικογένειά του στη Χίο, κυνηγημένοι από τους Τούρκους στα 1914. Η Χίος θα γίνει η δεύτερη πατρίδα του. Από παιδί γεύτηκε τον πόνο και τη στέρηση του φτωχού που αγωνίζεται σκληρά για την επιβίωση και την αδικία του συστήματος της εκμετάλλευσης. Αν οι κοινωνικές ανισότητες δεν συνέθλιψαν τον Αγγουλέ, είναι γιατί η ταξική συνείδηση που φώλιασε από νωρίς στο εφηβικό του κορμί, τον ατσάλωσε και τον όπλισε με απαράμιλλο κουράγιο, πίστη και δύναμη να αντιπαλέψει κάθε λογής δυσκολία και κακουχία.

Για να βοηθήσει τη φτωχή οικογένειά του, αν και αγαπάει τα γράμματα, ο Αγγουλές (πραγματικό όνομα: Φώτης Χονδρουλάκης) εγκαταλείπει αναγκαστικά το σχολείο για να πουλήσει την άγουρη ακόμα εργατική του δύναμη. Δουλεύει ψαράς και στη συνέχεια μαθαίνει την τέχνη του τυπογράφου. Με τα χέρια του θα τυπώσει τα πρώτα του ποιήματα.

Ακολουθεί μια ζωή γεμάτη στερήσεις και εξαιτίας ενός γραφτού του, που του κολλάει τη στάμπα του «επικίνδυνου», κυνηγητά από την κρατική (και παρακρατική) εξουσία, μα και υπέροχα ποιήματα.

Στη διάρκεια της Κατοχής καταφεύγει μαζί με άλλους συμπατριώτες του στη Μέση Ανατολή. Εκεί πολεμάει το φασισμό με το τουφέκι και του στίχους του, που περνάνε από στόμα σε στόμα: Οι στρατιώτες συνάδελφοί του τραγουδάνε την πάλη ενάντια στο φασισμό και τη δίψα για λευτεριά και καλύτερη ζωή σε μια δίκαιη κοινωνία.

Ο «επικίνδυνος» Αγγουλές γίνεται καρφί στο μάτι των Άγγλων και των αγγλόδουλων «εξόριστων» ελληνικών «αρχών». Φυλακίζεται στην Παλαιστίνη κι εξορίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα μαζί με άλλους αντιφασίστες σε διάφορα σημεία της αχανούς αφρικανικής ερήμου. Ο ήδη ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες οργανισμός του αρρωσταίνει βαριά. Απολύεται και επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου από το επίσημο κράτος, με την αμέριστη συνδρομή των δοσίλογων, των ταγμάτων ασφαλείας και άλλων δυνάμεων που ανέχτηκαν ή συνεργάστηκαν με τους καταχτητές, έχει εξαπολυθεί ένα ανηλεές δολοφονικό κυνηγητό εναντίον των χιλιάδων κομμουνιστών, προοδευτικών και δημοκρατών αγωνιστών της ΕΑΜικής αντίστασης, που θα οδηγήσει στον εμφύλιο πόλεμο.

Το ανέκδοτο χειρόγραφο ημερολόγιο του Φώτη Αγγουλέ

Ο ποιητής Φώτης Αγγουλές (αριστερά) πίσω απ’ τα σίδερα της φυλακής

Συλλαμβάνεται το 1948 και γλιτώνει την εκτέλεση γιατί ξεσηκώθηκε για να τον υπερασπιστεί σύσσωμος ο χιώτικος λαός. Τότε είναι που αρχίζει  η πολύχρονη περιπλάνηση του «επικίνδυνου» Αγγουλέ από φυλακή σε φυλακή. Όρθιος κι αλύγιστος, όπως βάδισε σ΄ όλη του τη ζωή, βγαίνει νικητής κι απ’ αυτή τη δοκιμασία και παρά τα βασανιστήρια και τις κακουχίες, δεν θα υπογράψει  δήλωση. Όμως η σμπαραλιασμένη υγεία του είναι το βαρύ τίμημα, που σε λίγο ο προλετάριος ποιητής θα πληρώσει με την ίδια τη ζωή του.

Το αντιμόνιο των τυπογραφείων που τόσα χρόνια φωλιάζει στα πνευμόνια του του προκαλεί μολυβδίαση, ενώ το νευρικό του σύστημα καταρρέει. Από κλινική σε κλινική, επουλώνει όπως όπως τις πληγές του και καταφέρνει να γυρίσει στην αγαπημένη του Χιό – όμως όχι για πολύ…

«Έχουμε τη ζωή πολύ πάρα πολύ αγαπήσει…». Ο Αγγουλές αγάπησε τη ζωή και τον άνθρωπο μισώντας ταυτόχρονα την εκμετάλλευση. Γι’ αυτό μισήθηκε ο ίδιος από τους διώκτες του, γι’ αυτό κυνηγήθηκε, φυλακίστηκε και βασανίστηκε χωρίς έλεος. Μα και γι’ αυτό δε λύγισε.

Άξιος γιος της τάξης του, της εργατικής, ο Φώτης Αγγουλές αγαπήθηκε απ’ το λαό όπως και το έργο του, που, ιδιαίτερα στις μέρες μας, υπάρχουν πολλοί σημαντικοί λόγοι για να πρέπει να διαδοθεί πλατιά στις νεότερες γενιές.

Κυκλοφόρησαν οι συλλογές  του: «Ο λαός της πατρίδας μου» (λαογραφικά για τον Τσεσμέ), «Φωνές», «Οπτασίες στην έρημο», Φλόγες του δάσους», «Εντελβάις», «Πορεία μέσα στη νύχτα», «Φουτσιγιάμα». Ποιήματα του μεταφράστηκαν σε διάφορες χώρες, όπως στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Σοβιετική Ένωση, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και αλλού.

Το ανέκδοτο χειρόγραφο ημερολόγιο του Φώτη Αγγουλέ

Φώτης Αγγουλές (φωτογραφία: Στέλιος Κασιμάτης)

Το 1984, στο περιοδικό Πολιτιστική και με την επιμέλεια της Μαρίας Αστρινάκη, δημοσιεύονται δεκαπέντε χειρόγραφες σελίδες του ημερολογίου του Αγγουλέ (φυσικές διαστάσεις 14×18 εκ.) κι ένα χειρόγραφο ποίημά του, που, με αφορμή την επέτειο θανάτου του προλετάριου ποιητή,  ανασύραμε από το αρχείο και παρουσιάζουμε σήμερα  στους αναγνώστες της Κατιούσα. Στο ημερολόγιό του ο κομμουνιστής Αγγουλές περιγράφει σκηνές από τις μετακινήσεις και τη ζωή των κρατούμενων Ελλήνων αντιφασιστών στρατευμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της αφρικανικής ερήμου.

Όπως διαβάζουμε σε αφιέρωμα του Ριζοσπάστη «ο Φώτης Αγγουλές συμμετέχει στο κίνημα τον Απρίλη του 1944, όπου με την καθοδήγηση της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης εξεγείρονται οι στρατευμένοι της Μέσης Ανατολής. Η κυβέρνηση του Καΐρου ανέθεσε την καταστολή της εξέγερσης στους Άγγλους ιμπεριαλιστές.

Ο Αγγουλές συλλαμβάνεται, μαζί με άλλους κομμουνιστές. Τους μεταφέρουν στο Πορτ Σάιντ με το πλοίο – κάτεργο «Εριντάν». Τους ξεμπαρκάρουν στη Μασάουα και με αγγλικά καμιόνια τους πάνε στα σύρματα του Ντεκαμερέ (στρατόπεδο συγκέντρωσης Ελλήνων στρατιωτών της Μ. Ανατολής) λίγο πιο έξω απ’ την Ασμάρα της Ερυθραίας. Ο Φώτης, όντας μέλος του Κόμματος απ’ το 1943, παίρνει μέρος στις συνεδριάσεις του κομματικού πυρήνα του Ντεκαμερέ. Τυπώνει προκηρύξεις και μικρά περιοδικά με πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό περιεχόμενο. Η περίοδος αυτή είναι ποιητικά μαζική».

Η παραπάνω σύντομη αναφορά βοηθάει τον αναγνώστη μεταξύ άλλων να εξοικειωθεί με τις ονομασίες των πόλεων και των περιοχών που σημειώνει ο Αγγουλές στο ημερολόγιό του, αλλά και να κατανοήσει τους λόγους του Γολγοθά των χιλιάδων Ελλήνων αντιφασιστών κρατουμένων.

Θεωρούμε επίσης σημαντικό να αναφερθεί εδώ ότι αναφορά στο ημερολόγιο του Αγγουλέ και χρήση κάποιων μικρών αποσπασμάτων κάνει η Έλλη Παπαδημητρίου (γνώρισε τον ποιητή και ασχολήθηκε με τη ζωή και το έργο του, γράφοντας μεταξύ άλλων το βιβλίο «Ο Φώτης Αγγουλές» – συλλογή ποιημάτων με βιογραφικές σημειώσεις για τον ποιητή, που κυκλοφόρησε το 1975, από τον Κέδρο) σε άρθρο της, στο οποίο όμως θα αναφερθούμε αναλυτικά προσεχώς.

Στη μεταγραφή των φωτοτυπημένων χειρόγραφων κρατήσαμε την ορθογραφία του ποιητή.

Χειρόγραφες σελίδες από το ημερολόγιο του Φώτη Αγγουλέ

Ημερολόγιο Φώτη Αγγουλέ

Είναι πάρα πολλά όσα πάθαμε κι όσα μάθαμε στην ταλαιπόρηση που ριχτήκαμε ύστερα από την σκλαβιά της πατρίδας μας. Χρειάζονται χρόνια και στόματα να τα πούνε. Μα κι ο νους δεν μπορεί να τα πιάση με την αρχή. Δεν τη βρίσκει. Είναι τόσο πολλά που χοροπηδούν και μπερδεύουνατι και ζητούνε να παρουσιαστούνε, που ανακατεύουνται και μπερδεύουνται μέσα μας σαν τα φύκια σε φρέσκια νησιώτικη σοροκάδα (σαν της τρελής τα μαλλιά). Κι όμως, νοιώθουμε την ανάγκη καμμιά φορά να ξαναγυρίσουμε σε παλιά περιστατικά.

Εριντάν

Ύστερα από πείνα και δίψα στην (αφιλόξενην) έρημο, μας μεταφέραν στην Αλεξάντρα και μας φορτώσαν απάνω στο «Εριντάν», στο κάτεργο που μετάφερνε μοναχά αιχμαλώτους κ’ επαναστατημένους. Το πλοίο αυτό, ήταν κόλαση. Μας έκλεισαν σταμπάρια του να μας μεταφέρουν στην Ερυθραία.

Ήταν μήνας Ιούνιος και αυτόν το μήνα, αυτόν τον διάπλου, οι ευρωπαίοι τον λένε «Ταξείδι στην κόλαση». Φανταστείτε μας μες στ’ αμπάρια κλεισμένους, να πετάνει οι λαμαρίνες φωτιές, να αργοσταλάζει σα μοίρα φτωχού η βρυσούλα του πλοίου για να μας ξεδιψάση, 2500 στόματα στεγνωμένα που έρχονταν απ’ τη Μπάρντια. Μας παραμόνευε το «αμόκ». Εκεί μέσα γευτήκαμε «μακαρόνια κομπόστα» και… «γάτο στιφάδο». Όταν βγαίναμε ν’ αναπνεύσουμε στο κατάστρωμα λίγην ώρα τη νύχτα, διαβάζαμε σε διάφορες γλώσσες γραμμένα και σκαλισμένα απάνω στις λαμαρίνες, στις βάρκες, στις τσιμινιέρες, στα ξύλα, παντού, τέτοιες λέξεις: «Το πλοίο κατάρα» «το πλοίο ανάθεμα» το «πλοίο κάτεργο» «πείνα» «φρίκη» «φασισμός», και άλλα ακόμα, που δείχνανε την απελπισιά και το μίσος και την απαίχθεια της ψυχής του ανθρώπου. Εμείς τραγουδούσαμε βέβαια. Απαγγέλαμε στίχους και λέγαμε λογοπαίγνια. Τα πρόχειρα καλλιτεχνικά συγκροτήματά μας μετατρέπανε τα σπασμένα, αδύναμα νεύρα σε τζίβες συρμάτινες και αναφτερώνανε την καρδιά.

Όταν φτάσαμε στη στερηά καθυστερημένα από σκοπού, μεσ’ στη λάβα της Ερυθράς πήραμε απ’ τους ναύτες – που ήτανε  Γάλλοι – συγχαρητήρια και τσιγάρα, αφού δεν πετάξανε στη θάλασσα πεθαμένους από αλληλοσπαραγμό και απελπισία. Και ήταν η πρώτη φορά – καθώς λέγανε – τώρα, που κουβαλούσαν αντιφασίστες. Το πλοίο, το διοικούσαν Εγγλέζοι.

Μάι – Χαμπάρ

Έτσι λένε ένα λεκανοπέδιο Αφρικανικό, περιτριγυρισμένο με λόφους που στις κορφές τους ανηφορίζουν γαζίες και διασχίζεται από ένα ποτάμι θολό γι’ αυτό πήρε ίσως τ’ όνομα κ’ η τοποθεσία, που σημαίνει «Νερά θολά». Μέσα δω, είναι ένα μεγάλο συγκρότημα Ιταλικών βιδωτών νοσοκομείων που τα καταλάβανε οι Εγγλέζοι. Στα νοσοκομεία αυτά, νοσηλεύονται σύμμαχοι στρατιώτες διαφόρων φυλών και χρωμάτων. Οι δικοί μας, είναι φερμένοι από τα στρατόπεδα του Ντεκαμαρέ, που βρίσκονται οι αντιφασίστες Έλληνες στρατιώτες. Στο πιο κάτω νοσοκομείο φέρανε και τους Εβραίους που «ενέχονται» στη δολοφονία του Άγγλου αντισημίτη Μόη στην Αλεξάντρεια. Είναι όλοι σακατεμμένοι από το ξύλο, με πόδια και χέρια σπασμένα και με μάτια χτυπημένα. Είναι όλοι αγριεμμένοι και αφρίζουνε από το κακό τους σαν δούνε εγγλέζο, μουγκρίζουνε σα θεριά εξαγριωμένα πίσω από τα αγκαθωτά τους συρματοπλέγματα.

Το νοσοκομείο μας το φρουρούν Αφρικάνοι. Μέσ’ στη νύχτα, βλέπουμε μόνο τα δόντια τους που ασπρίζουνε. Γύρω ακούμε τη μουσική των βατράχων. Πίσω έχει και πολλά αγριοβασιλικά που μοσχοβολούνε. Κι από τα παράθυρα παρακολουθούμε τις αγέλες των πηθικιών που κάνουν επιδρομές στο αντικρινό  περιβόλι με τις παπάγιες. Οι παπάγιες είναι κάποιοι καρποί σαν πεπόνια, που τις κάνανε δέντρα, μα δεν κρέμουνται από τα κλαδιά τους, αλλά είναι βυζακωμένα ολοστρόγγυλα στον κορμό. (Τα καλλιεργούν ιταλοί που ήρθανε απ’ τη βόρεια Ιταλία και μείνανε αμανάτι εδώ, ύστερα απ’ το γκρέμισμα των ονείρων του Ντούτσε. Μα ο Ντούτσε στο κάτω κάτω στραπατσαρίστηκε από τις φασιστικές του φιλοδοξίες). Εμείς, τι ζητούμε εδώ; Ποιοι μας φέραν; Γιατί; Τι να πούμε στο σπίτι του πεθαμένου συντρόφου μας που θα μείνη για πάντα σε τούτα τα μέρη;

Γυρισμός

Ένα πρόχειρο, ας το πούμε ημερολόγιο, με διάφορες βιαστικές σημειώσεις, με μισοσβυσμένα τα γράμματα από την πολυκαιρία, έτυχε να πέση στα χέρια μου σήμερα που καθάριζα τα παληά μου χαρτιά, τα απομεινάρια του χρόνου, απ’ την μισοσκονισμένη πια περιπέτεια της ζωής μου. Ξαναθυμήθηκα τις στιγμές του ξαναγυρισμού στην πατρίδα. Όταν έφευγα από το νοσοκομείο του Μάι – Χαμπάρ με λίγους άλλους ακόμα αρρώστους συναγωνιστές. Αποχαιρετήσαμε τους λιγότερο άρρωστους που θα μας ακολουθούσαν αργότερα, θυμάμαι τις λυπημένες μορφές τους πίσω απ’ το αγκαθωτό συρματόπλεγμα, και τη λαχτάρα που, έστω για λίγο, θα τους αφήναμε πίσω, κι ακούω ακόμα που μας φωνάζουνε καθώς απομακρυνόμαστε να γράψωμε στις εφημερίδες, να παρακαλέσωμε τις «αρχές»,  να πούμε στον κόσμο να τους ζητήση, να μην τους ξεχάση σε κείνη τη μακρινή ερημιά, να τους σώσουν.

Και τώρα, καταλαβαίνω ότι πολλά από κείνα που ζήσαμε κι υποφέραμε ξεχαστήκανε. Και λυπάμαι όπως μαζεύω σκόρπια ασύνδετα σημειώματα, μισοσκισμένες σελίδες, ξεθωριασμένα χαρτιά (δυσανάγνωστο) αρχές, αποκόμματα. Δεν θυμάμαι τα περιστατικά όπως έγιναν, αντιγράφω απ’ ό,τι και όπως τα βρίσκω:

Ελ Αζάζα (11-10-1945)

Σήμερα ξεκινήσαμε από έναν μικρό σταθμό τη «Γκίντα». Σ’ αυτόν είχαμε σταματήσει 7 ώρες περίπου, γιατί οι γραμμές είχαν πάθει καθίζηση και λέγανε πως θα γυρίσουμε από κει που φύγαμε. Οι γραμμές του Σουδάν χαλούνε συχνά, πότε σκεπάζονται με άμμο, πότε υποχωρούνε. Λυπηρό. Ευτυχώς, το τραίνο μας ξεκίνησε πάλι και τραβάει για το Χαρτούμ. Ώρα 7.20 φτάσαμε στο σταθμό Ελ – Αζάζα και ξεκινήσαμε πάλι αμέσως. Εδώ βλέπομε το χιλιόμετρο 542. Τα γύρω είναι φυτεμένα με νταρί (σημ. συντ.: είδος καλαμποκιού) που ο κορμός τους έχει ύψος 2 ½ -3 μέτρα.

*

Από το χτεσινό βράδυ κοιμηθήκαμε νωρίς και ξυπνήσαμε περισσότερο κουρασμένοι. Παρ’ όλο τις περιποιήσεις, το ταξείδι είναι πολύ κουραστικό για μας. Το αυτοκίνητο που χοροπηδούσε 6 ολόκληρες ώρες απάνω στις λακούβες των χαλασμένων δρόμων, κόντεψε να μας ξεβυδώση. Αν δεν είχαμε τη λαχτάρα του αιχμάλωτου που μ’ ένα τέτοιο ταξίδι πηγαίνει κοντήτερα στους δικούς του και την πατρίδα του, ίσως νάπρεπε τώρα να βρισκόμαστε ξαπλωμένοι, ακίνητοι σ’ ένα νοσοκομείο. Μα η λαχτάρα μας η ευλογημένη είναι να μη σταθούμε στιγμή. Αν ήτανε δυνατόν ακόμα να κάμωμε το τραίνο να τρέχη πιο γρήγορα, να εξατμιστούνε πιο γρήγορα οι αποστάσεις από το λέβητα της ταχύτητας. Τα ιδιόρυθμα σπιτάκια των ιθαγενών, ξεφυτρώνουν απ’ όλα τα μέρη, σα να τάσπυρε κάποιο χέρι. Νάναι το χέρι της ανάγκης αυτό;

Τα Σουδανέζικα τραίνα, είναι αλήθεια πως είναι καλλίτερα από όλα τα άλλα, τουλάχιστον στην τροφή.

Στις 8.30 φτάσαμε στο σταθμό Γκαντάριφ. Πέρα φαίνεται το γραφικό τέμενος και διάφορες καμινάδες εργοστασίων. Φαίνεται νάχει πολύ πληθυσμό.

Το ανέκδοτο χειρόγραφο ημερολόγιο του Φώτη Αγγουλέ

Το χειρόγραφο ποίημα του Φώτη Αγγουλέ

*

Εχτές το βράδυ, γίνηκε έξω από το τραίνο, μπροστά στο παράθυρό μου, ένας πολύ συγκινητικός αποχαιρετισμός: όλοι οι προύχοντες της Κασάλλ…ς είχαν συγκεντρωθεί και τους αποχαιρετούσε ο Άγγλος τοπικός Διοικητής, που ως φαίνεται, ξαναγυρίζει στην Πατρίδα του. Τους χαιρετούσε έναν-ένανε δια χειραψίας, τους έλεγε δυο-τρία λόγια γλυκά ανάμεσα από την συγκίνηση και την πίπα του κι έπειτα στρεφότανε σ’ άλλον. Τους καλούσε καθένα με το μικρό και το μεγάλο του όνομα και ήταν χαρακτηριστική η ευγένεια και η φιλική διάθεση αυτού του ανθρώπου για τους φιλόξενους Σουντανούς. Στον σταθμό αυτόν, στο Γκαντάριφ (Γκαντά-Άριφ) για πασατέμπο πουλάνε σουσάμι και σουντείνια (μικρά φυστίκια) σε πανέρια. Από δω ξεκινήσαμε στις 9 και 40. Οι εκτάσεις των πεδιάδων (κάμπων) εκτείνονται ως εκεί που ο ουρανός ενώνεται με τη γη.

Στις 10 και τέταρτο φτάσαμε στον μικρό σταθμό Γουαλντιχούρι (Waldehori).

Το τραίνο μας τρέχει και καθώς κοιτάζω στην απεραντοσύνη των κάμπων, μου δημιουργείται μια παράσταση: νομίζω πως βλέπω μιαν απέραντη θάλασσα και μέσα μερικές βαρκούλες. Είναι τα μακρυνά βουνά που φαντάζουν σαν βάρκες μέσα στον κάμπο. Στις 11 και 5 φτάσαμε στον μικρό σταθμό Μάτνα (ΜΑΤΝΑ) και ξαναξεκινήσαμε σε λίγα λεπτά. Στις 12 παρά 10 φτάσαμε στον σταθμό (- – -) Αυτός ο σταθμός έχει συγκεντρωμένους μικρούς ίσιους κορμούς γαλίσες, από το παρακάτω δάσος των μοσχολουριών. Ύστερα από έναν μικρό σταθμό, φτάσαμε στον επίσης μικρό σταθμό Howata και ξαναξεκινήσαμε στις 1 και 30 μ.μ.

Νείλος

Περάσαμε ένα μεγάλο γιοφύρι. Είναι ο κυανούς Νείλος. Πόσον καιρό έφερνα στο στόμα μου τη λέξη: Νείλος, και να που τώρα ξαναβλέπω μια του λουρίδα, ένα του παραπόταμο, στο βάθος του Σουδάν. Νείλος! Μια όμορφη λέξη, μια πιόμορφη ακόμα ανάμνηση. Νείλος!

Ύστερα από δυο-τρεις σταθμούς, φτάσαμε σ’ έναν που λέγεται (Ed Dinder). Το τραίνο μας σταμάτησε εδώ για καλά. Λένε πως θα περάσουμε την υπόλοιπη μέρα και όλη τη νύχτα, για να ξεκινήσωμε, ίσως, αύριο, το πρωί, γιατί η βροχή πλημμύρισε τις γραμμές παραπέρα, σε έκταση 4-5 χιλιόμετρα. Σωστές ακόμα πληροφορίες δεν έχουμε, γιατί τα συνεργεία ακόμα δεν γύρισαν. Πάντως, αυτό είναι ατύχημα, γιατί θα χάσωμε με την καθυστέρηση το τραίνο που θα μας μεταφέρη απ’ το Χαρτούμ στο ποταμόπλοιο και θ’ αναγκαστούμε να μείνουμε στο Χαρτούμ ακόμα 3-4 μέρες. Στο ταξείδι αυτό, χίλια εμπόδια μας τύχαν ως τώρα. Μακάρι να ήταν μόνο αυτά, γιατί ένας συνταξιδιώτης, μισό σοβαρά και μισό αστεία αρώτησε έναν άνθρωπο του τραίνου, αν θάμαστε στο Χαρτούμ τα… Χριστούγεννα!…

Τα πράγματα πάνε φίνα. Άλλο ένα τραίνο φάνηκε: Σφύριξε, μούγκρισε, έκοψε την ταχύτητά του και ήρθε και στάθηκε δίπλα μας. Τώρα, ήμαστε μόνο δυο τραίνα σταματημένα σ’ αυτή την ερημική γωνιά. Αν έρθη κι άλλο, θα σας το πω.

12-10-45 (ώρα 6,45)

Επί τέλους, το τραίνο ξεκίνησε πάλι. Περνούμε ανάμεσα από μπλύμες νερού. Οι εργάτες του συνεργείου που γύρισαν, μας βεβαιούν πως ο δρόμος είναι εντάξει. Εχτές το βράδυ όλοι είχαμε στεναχωρεθεί για την καθυστέρηση, μα σήμερα βρήκαμε πως ήτανε για το καλό μας, γιατί τώρα θα περάσωμε μέρα απ’ τον γαλάζιο Νείλο και δεν θα χάσουμε ένα όμορφο θέαμα.

13-10-45

Σήμερα, χαράζω αυτές τις γραμμές από ένα νοσοκομείο του Χαρτούμ. Στο θάλαμο μένουμε 6 συναγωνιστές από τους εννιά που ξεκινήσαμε από το Μάι – Χαμπάρ. Εδώ βρήκαμε κι άλλους έλληνες εξόριστους, που ήρθαν κι αυτοί να νοσηλευτούνε. Δεν ξέρω ακόμα, ούτε πώς λέγεται το νοσοκομείο. Ως τόσο, εδώ θα μείνουμε λίγες μέρες για να συνέλθουμε και θα συνεχίσουμε την πορεία μας για το Κάιρο. Δέκα οκτώ μήνες τώρα, μέσα σε μια διαρκή ταλαιπορεία, γνωρίζω πιότερο την Ελλάδα και την αγαπώ περισσότερο.

Μέρα με τη μέρα, κάνω μια διαπίστωση απ’ τα γεγονότα: Πως η Ελλάδα δεν έχει φίλους. Πρέπει να παλαίψει μονάχη της για τα δικαιώματά της. Κι η Ελλάδα το ξέρει. Και γι’ αυτό αγωνίζεται, γι’ αυτό και την αγαπώ.

14-10-1945

Σήμερα απ’ τους τρεις θαλάμους μεταφέρανε όλους τους έλληνες ασθενείς – 19 τον αριθμό – σε ένα μεγάλο θάλαμο συρματοπλαγμένο. Οι τέσσερις άρρωστοι είναι απ’ το Κεμπέιτ. Εμείς, από το Νεκαμερέ. Έτσι, επετεύχθη η «Ένωσις» για την οποία τόσο πολύ αγωνίστηκεν ο κ. Παπανδρέου. Στον θάλαμό μου υπάρχουν 5 μεγάλοι ξυλένιοι ανεμιστήρες. Και όπως γυρίζουνε, μου θυμίζουνε τους πολιτικούς της Ελλάδας. Με τη διαφορά, που εκείνοι, όσο γρήγορα και αν περιστρέφονται, μήτε κρύο μας κάνουνε, μήτε ζέστη…

15-10-1945

Τα ντουβάρια του στενόμακρου θαλάμου είναι σπαραλιασμένα και πέφτουνε οι σουβάδες. Στη μέση υπάρχει ένα ξεχαρβαλωμένο τραπέζι. Ο ένας απ’ τους ανεμιστήρες σταματά κάθε τόσο και για να ξαναπάρη μπροστά, τον σπρώχνουμε με ένα κοντάρι. Ο Άγγλος διευθυντής του νοσοκομείου, με τον οποίο τσακωνόμαστε συνεχώς, είναι βραδύγλωσσος και τον λέμε Τσε-τσε. Για να τους υποχρεώσουμε να μας λιγοστέψουν τους περιορισμούς κάμαμε αποχή από ένα συσσίτιο και πετάξαμε τις καραβάνες μας στην άκρη. Ανάμεσά μας ήταν ένας παπάς, με πλούσια γενειάδα και χοντρός, που ένας τον παρατσούκλισε «βατραχόψαρο». Ο Διοικητής εκεί ήταν λίγο μπεκροκανάτα. Έτσι λοιπό, μέσα απ’ αυτό το κωμικοτραγικό περιβάλλον, ένας συναγωνιστής ποιητής (σουρρεαλιστής) «ενεπνεύσθη» και την ώρα που όλοι στο νοσοκομείο τρώγανε και εμείς απεργούσαμε, στάθηκε στη μέση του θαλάμου, πήρε στάση επίσημη και με στόμφο πολύ, μας απάγγειλε ένα ποίημα, που εσκάρωσε απ’ τα γεγονότα και που το αντιγράφω προς χάρη της ιστορίας:

Κάρφωνε Αυγά – Σουρρεαλιστική ποίηση (Θ. Λ.)

Λαγνά σπαραλιασμένα ντουβάρια
Νοσταλγικοί τον Α…νανά κρυφοκυττάζουνε.
μπατανόβουρτσα η γενειάδα του βαρθακόψαρου,
Συζήτηση Τσετσέ με ξεχαρβαλωμένο τραπέζι
Νοχελικά οι καραβάνες απεργήσανε
στου αδησόπητου λεκέ το μεγαλούργημα.

Συρματοπλέγματα, τσαρλατάνοι και μπεκροκανάτα,
στου Μπογιατζή το ψευτοπονεμένο κορμί
ονειροπόλα σαλιγκάρια κοκκινομπουγαδά
στ’ ανήλεου σκόρδου το σπηλαιόδικο,
αστραποβολητό στη βρεγμένη σκούπα,
παρεξήγηση ανεμιστήρα, με του κονταριού το Αεικίνητο.

Θ. Λ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: