Ουλαλούμ: Η μεγαλοφυής ποιητική σύλληψη του Πόε για μια τραγωδία δίχως τέλος

Νύχτα του έρμου Οχτώβρη θλιμμένη
Μια αμνημόνευτη κρύα χρονιά

Έντγκαρ  Άλλαν  Πόε

Edgar Allan Poe

(19 Ιαν. 1809, Βοστώνη, Μασαχουσέτη – 7 Οκτ. 1849, Βαλτιμόρη, Μέριλαντ)

Ulalume

*

Μετάφραση – Σχολιασμός – Σημειώσεις – Επιμέλεια

Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

*

Claude Buck (New York City 1890 – Santa Barbara, CA 1974), Edgar Allan Poe, ca. 1915, pen and ink, ink wash and charcoal on paper (sheet: 25.2 x 17.8 cm). Smithsonian American Art Museum. Gift of Mrs. Claude Buck. Object Number 1983.46.4. (Από όπου και η λεπτομέρεια στη φωτό τίτλου).

 

Ουλαλούμ — Μπαλάντα

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

 

1
ΣΚΥΘΡΩΠΟΙ οι ουρανοί βουρκωμένοι
         Και τα φύλλα, στεγνά και ξερά —
         Ρουφηγμένα τα φύλλα, ξερά:
Νύχτα του έρμου Οχτώβρη θλιμμένη
         Μια αμνημόνευτη κρύα χρονιά
Πλάι μου του Ώμπερ η λίμνη, ένας βάλτος,
         Στου Γουήρ τη βαριά καταχνιά: —
Του Ώμπερ δίπλα ο θολός δασοβάλτος
         Του Γουήρ τα μακάβρια στοιχειά.

2
Σε Τιτάνια αλέα σεργιανούσα,
         Κυπαρίσσια ψηλά κι η ψυχή μου —
         Μια Ψυχή συντροφιά μου, η ψυχή μου.
Στην καρδιά μου ηφαίστεια βογγούσαν
         Καταρράχτες που σέρνουν σκουριά —
         Την καυτή τους τη λάβα ξερνούσαν
Και θειάφι απ’ το Γιάνικ σκορπούσαν,
         Σε ακτές μακρινές του Βοριά —
Απ’ του Γιάνικ τα όρη περνούσαν,
         Για τις χώρες του άγριου Βοριά.

3
Κουβεντιάζαμε αργά, βουρκωμένοι,
         Μαραμένες οι σκέψεις χλωμές —
         Οι αναμνήσεις προδότρες χλωμές·
Πως του Οκτώβρη ήταν νύχτα αγριεμένη
         Δεν το ξέραμε ή ποιας χρονιάς η νυχτιά —
         (Ω, ποιας χρονιάς η πιο μαύρη νυχτιά!)
Δεν προσέξαμε του Ώμπερ τον βάλτο,
         (Κι ας είχαμε έρθει κάποια άλλη φορά) –
Δεν θυμόμαστε του Ώμπερ τον βάλτο,
         Και του Γουήρ τα μακάβρια στοιχειά.

4
Κι όπως σβήνουν της νύχτας τα ίχνη
         Και τ’ αστράκια προαγγέλνουν αυγή —
         Και τ’ αστράκια μηνούν την αυγή —
Η αλέα στο τέρμα της δείχνει
         Ένα φέγγος γλυκό που έχει βγει
Κι από ’κει μισοφέγγαρη Αστάρτη
         Ανατέλλει μ’ ένα κέρας διπλό —
Θαυμαστή διαμαντένια Αστάρτη,
         Με ολόλαμπρο κέρας διπλό.

5
«Πιο θερμή ειν’ απ’ την Άρτεμη — λέω:
         Στους αιθέρες κυλάει των λυγμών —
         Και χορεύει στις ακτές των λυγμών.
Έχει δει που ασταμάτητα κλαίω
         Κι οι παρειές μου τροφή σκουληκιών,
Απ’ του Λέοντα σταλμένη το αστέρι
         Για να ανοίξουν για μας οι ουρανοί —
         Της Λήθης οι γαλήνιοι ουρανοί —
Ναι, με πείσμα, απ’ του Λέοντα το αστέρι
         Και μας στέρνει ματιά φωτεινή —
Απ’ το κρύφιο του Λέοντα λημέρι,
         Του έρωτά της ματιά φωτεινή».

6
Μα η Ψυχή μου το δάχτυλο υψώνει
         Κι είπε — «Στο άστρο αυτό δυσπιστώ —
         Στην ωχράδα του μπρος δυσπιστώ —
Βιάσου! — ω, βιάσου ο φόβος με ζώνει!
         Ας πετάξουμε — ω πέτα! — γι’ αυτό».
Τρομαγμένη μιλά και στη σκόνη
         Συρθήκαν βαριά τα φτερά της —
Με εναγώνιο λυγμό· μες στη σκόνη
         Βυθιστήκαν βαριά τα φτερά της —
         Ξεψυχισμένα συρθήκαν στη σκόνη.

7
Κι είπα — «Όνειρο είναι, το είδα.
         Στο τρέμουλο φως του ας πιαστούμε!
         Στο κρυστάλλινο φως του ας λουστούμε!
Που σαν Σίβυλλας λάμπει αχτίδα
         Ομορφιά στη νυχτιά μας κι Ελπίδα —
         Δες! — απόψε αστράφτει το φως της!
Ω, ας πιστέψουμε αυτή την αχτίδα,
         Να μας δείξει το δρόμο το φως της —
Ας πιαστούμε απ’ αυτή την ελπίδα,
         Θα μας βρει σωστό δρόμο η αχτίδα,
         Ως τα ουράνια το τρεμάμενο φως της».

8
Τη φιλώ κι η Ψυχή ησυχάζει,
         Και μακριά της οι θλίψεις κυλάνε —
         Και μακριά της οι φόβοι κυλάνε·
Κι η αλέα στο τέρμα μάς βγάζει —
         Μα το δρόμο ένα μνήμα μάς φράζει —
         Ένα μνήμα με μια επιγραφή: —
«Διάβασε — είπα — γλυκιά μου αδερφή
         Τι να λέει ετούτη η γραφή;»
         Κι απαντάει: — «Ουλαλούμ — Ουλαλούμ —
         Το μνήμα της νεκρής σου Ουλαλούμ!»

9
Βούρκος, στάχτη η καρδιά μου κι αθάλη
         Μαραμένη σαν φύλλο ξερό —
         Ξεπνοϊσμένη σαν φύλλο στεγνό —
Κι αναφώνησα —«Οχτώβρης και πάλι,
         Ήταν πέρσι μια  ο λ ό ι δ ι α  νυχτιά,
         Που είχα έρθει — είχα έρθει εδώ! —
         Φορτωμένος τον τρόμο ως εδώ —
         Ω, απ’ τις νύχτες η πιο μαύρη νυχτιά,
         Ω, ποιοι δαιμόνοι με σέρνουνε εδώ;
Ναι, τον ξέρω του Ώμπερ το βάλτο —
         Του Γουήρ τη βαριά καταχνιά: —
Του Ώμπερ — ναι — τον μουντό δασοβάλτο —
         Του Γουήρ τα μακάβρια στοιχειά!»

10
Ε ί π α μ ε  τότε — κι οι  δ ύ ο«Ω, να ’ναι
         Τα μακάβρια του βάλτου στοιχειά —
         Σπλαχνικά πικραμένα στοιχειά —
Που να φράξουν το δρόμο μας πάνε
         Στην απόκρυφη ετούτη ερημιά —
         Σε ό,τι κρύβει ετούτη η ερημιά —
Κι έχουν σύρει ένα φάσμα-πλανήτη
         Απ’ τη λίμπο θλιμμένων ψυχών —
Λαμπερό κολασμένο πλανήτη
         Απ’ την Κόλαση πλανόδιων ψυχών;»

 

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, Ιαν. 2021 (5η γραφή)
[Από πρωτότυπο κείμενο (βλ. τέλος) βασισμένο στο Χειρόγραφο «Ίνγκραμ» (κάτω)]

(1η γραφή, 1969. 4η γραφή, 26-30 Σεπ. 2012. Πρώτη δημοσίευση: Μποτίλια Στον Άνεμο, 2012)

*

Σχολιασμός – Σημειώσεις

 

1. Εν αρχή η τελευταία στροφή
2.
Ετυμολογία
3. Η παραγγελιά
4. Και ο Μέγας Σκαρίμπας
5. Περί αναπαίστων και άλλων τινών
6. Η ελπίδα του Χαλογουίν
7. Η μεγαλοφυής σύλληψη της Ουλαλούμ σε μια τραγωδία δίχως τέλος
8. Ολίγα σημειωτικά

 

Edgar Allan Poe, Ιούνιος 1849. Δαγκεροτυπία «Annie». Χαρισμένη στην φίλη του, Annie L. Richmond, πιθανώς τον Ιούνιο του 1849, στο Λόουελ της Μασαχουσέτης. Άγνωστος φωτογράφος (12.2 × 8.9 cm). The J. Paul Getty Museum. Αρ. αντικειμένου 84.XT.957.

1. Εν αρχή η τελευταία στροφή

Το Ουλαλούμ με τις 10 στροφές πρωτοδημοσιεύτηκε στο American Review, 6 Δεκ. 1847, ανώνυμα, με τον πλήρη τίτλο του: To – – –. Ulalume: a Ballad.

Τα δυο κενά στην αφιέρωση (Στον… ή Στην…), η οποία εμφανίζεται και στη συγκεντρωτική έκδοση Works (1850), πιθανόν να αντιπροσωπεύουνε τα: C. P. Bronson ή M. E. Bronson, παραγγελιοδόχους του ποιήματος (βλ. κάτω).

Το ποίημα είναι γνωστότερο ως Ουλαλούμ (Ulalume) ή Ουλαλούμ: Μπαλάντα (Ulalume: a Ballad), όπως είχε τιτλοφορηθεί σε άλλες δημοσιεύσεις.

Η τελευταία στροφή παραλείπεται σε κάποιες εκδόσεις των έργων του Πόε (π.χ. Works, 1850), αλλά και σε πολλές συγκεντρωτικές στο εξωτερικό (π.χ. The poems of Edgar Allan Poe, Λονδίνο, 1900), όπως και σε σημερινές εκδόσεις στα καθ’ ημάς.

Η ιδέα-πρόταση για την αφαίρεση αυτής της στροφής ανήκει στη Σάρα Ουίτμαν (Σάρα Έλεν Πάουερ Ουίτμαν, 19 Ιαν. 1803 – 27 Ιουν. 1878), ποιήτρια, δοκιμιογράφο, πνευματίστρια και ρομαντικό φλερτ του Πόε, αφού το συναίσθημα είναι προφανώς άχαρο για μια αρραβωνιαστικιά. Η Σάρα Ουίτμαν, αργότερα, αναγνώρισε το λάθος της. Και ο Πόε επίσης.

Αλλά δεν ήταν εύκολο να δημοσιεύσει ένα ποίημα «δυσνόητο», αφού έτσι βιοποριζόταν και το οποίο είχε ήδη απορριφθεί στην πρώτη του απόπειρα δημοσίευσης.

Η δυσκολία πρόσληψης διαφαίνεται σε σημείωμα του ίδιου του Πόε, τον Σεπ. του 1849 (ένα μήνα πριν πεθάνει), προς την κυρία Σούζαν Ίνγκραμ (Susan V. C. Ingram, 1831–1917), την επομένη μιας απαγγελίας του στο Νόρφολκ.

Σε αυτό το σημείωμα, που συνοδεύει χειρόγραφό του της Ουλαλούμ και περιλαμβάνει την επίμαχη στροφή, δεν κρύβει την ενόχλησή του, παρά την προσπάθειά του να το διασκεδάσει, για «μικροεπεισόδιο» που έλαβε χώρα κατά την απαγγελία του, πιθανόν εξαιτίας αυτής της τελευταίας στροφής:

Δευτέρα βράδυ [10 Σεπ. 1849]

Έχω μεταγράψει το Ulalume με μεγάλη χαρά, αγαπητή κυρία Ίνγκραμ –αφού είμαι βέβαιος πως θα έκανα οτιδήποτε μου ζητούσατε– αλλά φοβάμαι ότι θα βρείτε την έκδοση ελαφρώς πιο κατανοητή σήμερα στο χειρόγραφό μου από ό,τι χθες το βράδυ στην απαγγελία μου. Θα προσπαθούσα να σας εξηγήσω αυτό που πραγματικά εννοούσα –ή τι πραγματικά φαντάστηκα ότι εννοούσα με το ποίημα– αν δεν θυμόμουν τα πικρόχολα και μάλλον απλοϊκά σχόλια του Δρ Τζόνσον σχετικά με το αν άξιζε κάτι ερμηνείας που θα έπρεπε να ερμηνευτεί. Αφήνω το Ulalume στη μοίρα του, επομένως και σε καλά χέρια,

Ειλικρινά δικός σας
Έντγκαρ Α. Πόε

Ένας λόγος ακόμη για τον οποίον ο Πόε δεν την έδινε για δημοσίευση είναι πως φοβόταν, όπως έχει αφηγηθεί αργότερα η ίδια η Σούζαν Ίνγκραμ, ότι δεν θα ήταν τόσο ξεκάθαρο το νόημα, όσο ήταν για τον ίδιον.

Τελικά πόσο δίκιο είχε η Ουίτμαν και όσοι (π.χ. Άλντους Χάξλεϋ, Γ. Χ. Ώντεν) κατηγορήσανε τον Πόε, για «ασάφεια» ή κενούς νοήματος ήχους ή για το ότι δεν προσφέρει τίποτα παραπάνω στην όλη σύνθεση;

Η στροφή (10) προσδίδει μια ιδιαίτερη –μεγάλη θα έλεγα– γοητεία, παρά τη σχετική νοηματική δυσκολία της. Στο τέλος καταθέτω τη δική μου εκδοχή.

*

2. Ετυμολογία…

Πολλά έχουν ειπωθεί για την προέλευση του (πρωτάκουστου αυτού) γυναικείου ονόματος. Η πιο διαδεδομένη ερμηνεία —με διαδρομές που περνάνε από τη Σκωτία, την Ιρλανδία, την Τουρκία—προέρχεται από το λατινικό ρήμα ululare (: ουρλιάζω, ολολύζω, ολοφύρομαι, θρηνώ) και το lumen (: φως —το φως της θλίψης).

Πιστέυω ότι το όνομα της Ουλαλούμ δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ηχομιμητική λέξη για το κλάμα (ου-ου-ουμ, με λίγο «λ» του… λυγμού), ή για τη δυσοίωνη, πένθιμη φωνή της κουκουβάγιας (owl), ή για τον θρήνο (lament, wail, howl, yowl) με παρήχηση του «λ», προσφιλή στον Πόε, τόσο στο παρόν ποίημα όσο και στα ποιήματά του με τίτλους: Eulalie, Annabel Lee, Lenore, εκτός βέβαια της υπαρκτής Valentine. Με αυτήν την έννοια η Ουλαλούμ είναι… τα πάντα.

Όλα τα ποιήματα είναι και (κυρίως) για το αφτί. Είναι για να ακούγονται. Και το Ουλαλούμ είναι το αποκορύφωμα της… ακουστικής.

Και έχω την πεποίθηση ότι κατασκευάστηκε από τον Πόε, αφού το ποίημα γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας (επί πληρωμή βεβαίως), και το «Ουλαλούμ» είναι η φυσική συνέπεια του… μοναδικού γυναικείου ονόματος (!) που ομοιοκαταληκτεί με τη λέξη gloom (γκλουμ) = μελαγχολία, θλίψη και τη λέξη tomb (τουμ) = τάφος, που προηγούνται

Πέραν βεβαίως της υψηλής υγρασίας που περιέχει αυτή η λέξη, με το «υγρό της λ», για να ταιριάζει με τον υγρότοπο του Γουήρ, και να παραπέμπει στο λυγμό και στη λύπη του θρήνου.

Το ίδιο άλλωστε κάνει ο Πόε και με το Weir που ομοιοκαταληκτεί με τα sere, here, year· το Auber με τα October, sober· το Yaanek (Γιάνικ και όχι τίποτα ή Γιαάνεκ, Γιάανεκ, Γιαανέκ αλλού) με τα Titanic, volcanic (βλ. στο τέλος).

Και γιατί να ανατρέχουμε μέσω Λατίου στους χαϊλάντερ και στους πασάδες, αφού η αγγλική γλώσσα διαθέτει το ρήμα ululate (προφέρεται γιουλγιουλέιτ = θρηνολογώ, ουρλιάζω, οδύρομαι), που είναι πολύ κοντά στο Youlaloom, όπως το πρόφερε –κατά μαρτυρία της Σούζαν Ίνγκραμ ο ίδιος ο Πόε, σε δημόσια ανάγνωσή του. Παρά ταύτα είναι γνωστό ως Ουλαλούμ, όπως το προφέρει στην απαγγελία του και ο Τζεφ Μπάκλεϊ (βλ. κάτω το σχετικό video).

Ως εκ τούτου, δεν είναι επίσης απίθανη η σύνδεση με το ρήμα loom = ορθώνομαι, δεσπόζω, καραδοκώ, παραμονεύω, όπου τα μακάβρια σπλαχνικά στοιχειά που ελλοχεύουν στο βάλτο, ορθώνονται και δεσπόζουν μπροστά στον ποιητικό ήρωα, αν και πιο ειδικοί από την… αφεντιά μου δεν το συμμερίζονται.

*

3. Η παραγγελιά…

Η ιστορία της… παραγγελιάς αξίζει τον κόπο εν τάχει:

Η νεαρή Μαίρη Ελίζαμπεθ, κόρη του αιδεσιμότατου Cotesworth P. Bronson, δασκάλου ρητορικής που έδινε διαλέξεις και απάγγελνε ποιήματα, τον Ιούνιο του 1847 επισκέφτηκε τη Νέα Υόρκη με τον πατέρα της που συμμετείχε σε… «κυνήγι λιονταριών». Κάποια κυρία τους πρότεινε να πάνε ως το Φόρνταμ, μια γειτονιά του Μπρονξ της Νέας Υόρκης, για να γνωρίσουν ένα πραγματικά μεγάλο λιοντάρι, τον κ. Πόε.

Ο ποιητής αποδείχτηκε γοητευτικός, διαβεβαιώνοντας τους καλεσμένους του ότι το πορτρέτο ενός όμορφου κοριτσιού στον τοίχο δεν ήταν η χαμένη του Λενόρ και ζήτησε συγγνώμη που δεν είχε ένα κοράκι στο δωμάτιό του. Αργότερα η Μαίρη Ελίζαμπεθ διατεινόταν ότι «ο κ. Ο Πόε ήταν πολύ αδύνατος και φαινόταν ασυνήθιστα νευρικός». Μια φίλη των Μπρόνσον «εξέφρασε την ελπίδα πως θα μπορούσε να κάνει κάτι ο Έντυ αν γινόταν να αποκτήσει μια κανονική απασχόληση αντάξια των ικανοτήτων του».

Ο Μπρόνσον, παρότρυνε τον Πόε, γνωρίζοντας την ιδιοφυΐα και τη φτώχεια του, να γράψει κάτι κατάλληλο για απαγγελία που να ενσωματώνει σκέψεις και συναισθήματα, σαν εισαγωγή σε ένα φωνητικό εκφραστικό σύνολο, που θα απέφερε στον ποιητή του φήμη και κέρδος.

Ο αιδεσιμότατος ήθελε κάτι για να απαγγέλλει και να επιδεικνύει τη ρητορική του δεινότητα όταν δεν κυνηγούσε λιοντάρια, αλλά τα πρόβατα του ποιμνίου του και ο Πόε ανταποκρίθηκε με το παραπάνω, αφού η Ουλαλούμ είναι και ένα στιχουργικό και ακουστικό θαύμα!

*

4. Και ο Μέγας Σκαρίμπας

Στην υπόθεσή μου για το κατασκευασμένο του ονόματος συνηγορεί και ο Μέγας Σκαρίμπας (28 Σεπ. 1893, Αγία Ευθυμία Φωκίδος – 21 Ιαν. 1984, Χαλκίδα), ο οποίος στη ΣΗΜΕΙΩΣΗ της πρώτης του συλλογής, Ουλαλούμ, 1936 (το ομότιτλο ποίημα εμφανίζεται στη δεύτερη συλλογή, Εαυτούληδες, 1950) έχει πάρει… χαμπάρι τον Πόε και γράφει (παραθέτω ολόκληρη τη σημείωση):

Η λέξη που χρησίμεψε για τίτλος τούτης της μικρής συλλογής είναι παρμένη απ’ το (ανέκδοτο) μυθιστόρημά μου «Χαλκίδα ή το Βατερλώ δύο Γελοίων» (που ακόμα γράφεται) και ακριβώς από έναν διάλογο (τον πάρα κάτω) μεταξύ του ήρωά μου Πιττακού και του γιατρού Εξαδάκτυλου.

Πιττακός: Πώς την έλεγαν;
Εξαδάκτυκλος: Μηδά ξέρω; το ξέχασα! Ξεχνώ ως και των ματιών της το χρώμα! Τώρα αν την έβλεπα, Ουλαλούμ θα την φώναζα!…

Και στην υποσημείωση αρ. 3 εξηγεί:

Με τον τίτλο Ουλαλούμ υπάρχει το ποίημα του Έντγκαρ Πόε, απ’ όπου αρχικά πήρα τη λέξη εγώ και την έβαλα στου ήρωά μου το στόμα. Η λέξη, πρωτάκουστη και άγνωστη έως τότε, φαίνεται κατασκευασμένη από τον ίδιο τον Πόε και αναφέρεται σαν για όνομα γυναίκας. Οι σχετικοί στίχοι (σε απόσπασμα), από το ποίημα αυτό, μεταφρασμένο δια Ελληνικά από τον ποιητή κ. Μάρκο Τσιριμώκο είναι ετούτοι:

[Στροφή 8, στίχοι 4-10]

Και προχωρήσαμε έτσι στην αλέα
ώσπου μια πόρτα μας σταμάτησε ενός τάφου –
κι είχε στολίδι η πόρτα επιγραφή.
Κι είπα «Σαν τι να λέει, γλυκειά αδερφή,
η επιγραφή στην πόρτα αυτή του τάφου;»
Μου απάντησε «Ουλαλούμα – Ουλαλούμα»
«της πεθαμένης Ουλαλούμας σου είναι ο τάφος!»

*

Edmund Dulac (1882-1953), ULALUME. Ink and watercolour drawing, signed and dated lower right. (37,5 x 27,4 cm). From: Edgar Allan Poe’s, The Bells and other poems (Hodder and Stoughton, 1912). The illustration, which is dated 1912, accompanies the text: Here once, through an alley Titanic, / Of cypress, I roamed with my Soul – / Of cypress, with Psyche, my Soul. (Πηγή: sothebys.com)

 

5. Περί αναπαίστων και άλλων τινών

Στην Ουλαλούμ χρησιμοποιείται κυρίως ο ανάπαιστος: υυ– | υυ– | υυ– | υ (Στων Ψα ρών | την ο λό | μαυ ρη ρά | χη). Σε κάποιους στίχους λείπει η πρώτη συλλαβή, δηλ. ίαμβος ακολουθούμενος από ανάπαιστο: υ– | υυ– | υυ– ή υ– | υυ– | υυ– | υ.

Το μέτρο δίνει στον στίχο έναν αγχώδη ρυθμό, που επιτείνει την ζοφερή ατμόσφαιρα της σύνθεσης. Στο παρόν μετάφρασμα κρατήθηκε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο ανάπαιστος και έγινε προσπάθεια να αποδοθούν οι συνεχείς παρηχήσεις (ίδιες ή παρόμοιες σε άλλα σημεία) με τις οποίες είναι σμιλεμένο το πρωτότυπο:

Δεν… βλέπεις από την ομίχλη, βλέπεις (και ακούς) το μακάβριο χορό των στοιχειών, νιώθεις τον βάλτο να σε καταπίνει…

Π.χ. Στη δεύτερη στροφή με τις παρηχήσεις ακούς το σφύριγμα του ανέμου στα κυπαρίσια και στη συνέχεια βρυχιούνται τα «ρ», σέρνοντας τη σκουριασμένη λάβα της καρδιάς του ήρωα:

Here once, through an alley Titanic,
         Of cypress, I roamed with my Soul —
         Of cypress, with Psyche, my Soul.
These were days when my heart was volcanic
         As the scoriac rivers that roll —
         As the lavas that restlessly roll
Their sulphurous currents down Yaanek
         In the ultimate climes of the pole —
That groan as they roll down Mount Yaanek
         In the realms of the boreal pole.

Σε Τιτάνια αλέα σεργιανούσα,
         Κυπαρίσσια ψηλά κι η ψυχή μου —
         Μια Ψυχή συντροφιά μου, η ψυχή μου.
Στην καρδιά μου ηφαίστεια βογγούσαν
         Καταρράχτες που σέρνουν σκουριά —
         Την κρυμμένη τους λάβα ξερνούσαν
Και θειάφι απ’ το Γιάνικ σκορπούσαν
         Σε ακτές μακρινές του Βοριά —
Απ’ του Γιάνικ τα όρη περνούσαν,
         Για τις χώρες του άγριου Βοριά.

Ή στην τελευταία στροφή, γεμάτη με παρηχήσεις του «ρ» και του «λ»:

         Have been that the woodlandish ghouls —
         The pitiful, the merciful ghouls —
To bar up our way and to ban it
         From the secret that lies in these wolds —
         From the thing that lies hidden in these wolds —
Had drawn up the spectre of a planet
         From the limbo of lunary souls —
This sinfully scintillant planet
         From the Hell of the planetary souls”

         Τα μακάβρια του βάλτου στοιχειά —
         Σπλαχνικά πικραμένα στοιχειά —
Που να φράξουν το δρόμο μας πάνε
         Στην απόκρυφη ετούτη ερημιά —
         Σε ό,τι κρύβει ετούτη η ερημιά —
Κι έχουν σύρει ένα φάσμα-πλανήτη
         Απ’ τη λίμπο θλιμμένων ψυχών —
Λαμπερό κολασμένο πλανήτη
         Απ’ την Κόλαση πλανόδιων ψυχών»

Με παρόμοια μέσα, το ίδιο συμβαίνει και στο Κοράκι του (βλ. κάτω).

Όλα τούτα, κατά την άποψή μου, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθούνε και να μπούνε σε δεύτερη μοίρα κατά τη μεταφορά του λόγου από τη μια γλώσσα στην άλλη παρά τις φωνολογικές διαφορές μεταξύ γλωσσών (περισσότερα στο Κοράκι) και να δοθεί η έμφαση μόνο στη μεταφορά του νοήματος εις βάρος του κλίματος και των συναισθημάτων, που δεν αποδίδονται (μόνο) σε μια κατά λέξη μετάφραση, ακόμα και στον ελεύθερο στίχο. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσπάθεια κι αν πέτυχε κάτι ή δεν πέτυχε τίποτα, κρίνεταιέγινε με αυτό το… μέτρο.

Όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, το ποίημα πρέπει να ακούγεται. Και όπως υποστηρίζει ο πολύπειρος, πολύγλωσσος και χαλκέντερος μεταφραστής και φίλος, Γιώργος Κεντρωτής, με αφορμή την Κόλαση του Δάντη σε έμμετρη μετάφραση Δημήτρη Μαυρίκιου (Ευρασία, 2020):

«ο μέγας Ευγένιος Μοντάλε μάς συμβουλεύει να μεταφράζουμε «non per locchio, ma per lorecchio», παναπεί «όχι με το μάτι, μα με το αφτί μας». Δεν αρκεί να βλέπουμε. Πρέπει και να ακούμε καθαρά ό,τι βλέπουμε, για να το βλέπουμε έτσι καλύτερα» (ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ).
και
«το μετάφρασμά μου πρέπει πρωτίστως να διαβάζεται όχι με το μάτι, αλλά με το στόμα —να  α π α γ γ έ λ λ ε τ α ι, όπως συνήθως λέμε: να γίνεται αντικείμενο  υ π ο κ ρ ί σ ε ω ς  δηλαδή» [Άνθη του Κακού —Επιλεγόμενα, Gutenberg, 2018].
ή
«Ως μεταφραστής προτιμώ να μεταφράζω με το αφτί, παρά με το μάτι. Ό,τι ακούω στο πρωτότυπο το ξαναλέω με τον τρόπο που το άκουσα, όχι με το πώς το λένε τα λεξικά ή οι συμβάσεις, αλλά ούτε και με το πώς νομίζω/υποθέτω ότι το περιμένουν οι δυνάμει αναγνώστες του». [Συνέντευξή με αφορμή τα Άνθη, στην Κατιούσα, 28/8/2018].

Ας προσθέσω εδώ ότι τα μεταφράσματα της Ουλαλούμ που έχω υπ’ όψη αποδίδουν είτε ελεύθερα (π.χ. Καίσαρ Εμμανουήλ, Γιώργος Μπλάνας) είτε με ιαμβικό μέτρο, που αγνοεί το πρωτότυπο αναπαιστικό και τις παρηχήσεις του (π.χ. Αλέξης Ζήρας) είτε εντελώς… αλαλούμ.

Εξαίρεση, όπως πάντα, αποτελεί ο Γιάννης Β. Ιωαννίδης, μεγάλος τεχνίτης του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, αλλά κι εκεί, αν δεν κάνω λάθος, ο στίχος είναι ίαμβος. Και θυμάμαι ότι, ευρηματικά, κάνει ρίμα τον Οχτώβρη με τον… Ώβρη (Auber).

Δυστυχώς δεν διαθέτω την έκδοση της Παγκόσμιας Ανθολογίας της Ρίτας Μπούμη και του Νίκου Παππά, στην οποία πρωτοσυνάντησα τη μετάφρασή του της Ουλαλούμ, και η πρώτη έκδοση που Γ. Παπαδημητρίου (1953) που βρίσκεται στα υπάρχοντά μου, έχει μόνο το Κοράκι και την Άναμπελ Λη, σε μετάφραση, Γιάννη Β. Ιωαννίδη και Κώστα Α. Παπαδάκη, αντίστοιχα).

Από όλες όμως (αν δεν μου διέλαθε κάποια) λείπει η τελευταία στροφή.

*

6. Η ελπίδα του Χαλογουίν

«Ω, ποιας χρονιάς η πιο μαύρη νυχτιά!» (Ah, night of all nights in the year! —3η στροφή) και «Ω, απ’ τις νύχτες η πιο μαύρη νυχτιά» (On this night, of all nights in the year, —9η στροφή):

Πρόκειται για την 31 του Οχτώβρη, το Χαλοουίν (Halloween ή Hallowe’en –ή All Hallows’ evening ή All-hallows-eve), παραμονή (eve) της γιορτής των Αγίων Πάντων. Είναι αντίστοιχη και συμπίπτει με τη μεξικανική Ημέρα των Νεκρών (Día de Muertos), τέλος Οχτώβρη με αρχές Νοέμβρη, και με την Ημέρα των Ψυχών στους Καθολικούς.

Τη νύχτα του Halloween οι νεκροί έχουν μεγάλη δύναμη και επιστρέψουν στη γη. Πιστεύεται ότι είναι από τις ελάχιστες μέρες του χρόνου που μπορεί να υπάρξει επαφή με τον κόσμο των πνευμάτων. Είναι η νύχτα κατά την οποία οτιδήποτε σχετίζεται με το υπερφυσικό βρίσκεται στην κορύφωσή του.

Στην αστρολογία, ο Οχτώβρης είναι ο μήνας ελπίδας: «Ομορφιά της νυχτιάς μας κι Ελπίδα» (στην 7η στροφή). Ο Πόε ολοκλήρωσε το ποίημά του τον Ωχτώβρη του 1847.

*

7. Η μεγαλοφυής σύλληψη της Ουλαλούμ σε μια τραγωδία δίχως τέλος

Και μπαίνουμε στην επίμαχη, «λογοκριμένη» από την κυρία Ουίτμαν, αυτολογοκριμένη από τον Πόε και λοιδωρημένη από ειδήμονες, τελευταία στροφή.

Λίγο πιο πριν (στρ. 6), η Ψυχή δυσπιστεί στον λαμπρό μισοφέγγαρο μηνίσκο της ερωτικής Αστάρτης, με τις δυο χρυσές άκρες του, φοβάται ότι κάτι κακό θα δούνε και σέρνεται στη σκόνη, μαζί με την όποια ελπίδα· μα στο μυαλό η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει, ο καταραμένος ήρωας ηρεμεί την ψυχή του και την παρακαλεί να τραβήξουν το δρόμο τους, ώσπου θα βρεθούνε μπροστά στη σκληρή αλήθεια του τάφου της αγαπημένης του Ουλαλούμ (στρ. 8).

Κι ενώ στην προτελευταία στροφή (9) το ποίημα δείχνει να έχει ολοκληρωθεί με τον αμετάκλητο θάνατο, που είχε συμβεί ένα χρόνο πριν, έρχεται η ανατροπή:

Ο ήρωας αρνιέται να δεχτεί τη λογική της Ψυχής, που δεν είναι άλλη από τη φωνή της ψυχής του. Γιατί η ψυχή του πονάει έναν ολόκληρο χρόνο. Μα η «ψυχή» της λογικής του δεν αποδέχεται την απώλεια. Και δεν είναι πως δεν θυμάται. Άλλωστε, δεν τον έφεραν τυχαία τα βήματά του εκεί!  «…Είχε έρθει κάποια άλλη φορά» (στρ. 3).

Γι’ αυτό και θέλει να συνεχίσει, παναπεί να περάσει στον κόσμο των νεκρών. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο Χαλογουίν, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Όπου οι ζωντανοί συναντάνε τους πεθαμένους και αντιστρόφως.

Μα δεν θα βρει ποτέ τη γιατρειά του θανάτου. Τα μακάβρια, αλλά «σπλαχνικά», προστατευτικά στοιχειά του δάσους, που ύψωσαν το φράγμα του πλανήτη της Αστάρτης-Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα, για να τον εμποδίσουν να δει τον τάφο της Ουλαλούμ, αφού αυτός την κουβαλάει μες στο μυαλό του ολοζώντανη, θα γίνουν ταυτόχρονα οι αιώνιοι τιμωροί του: Θα κρατήσουν άσβηστη τη λαχτάρα του να βρεθεί ψυχή τε και σώματι στην άλλη όχθη, στο πλευρό της νεκρής του αγάπης.

Ο ήρωας του Πόε είναι ένας νεκρός που δεν ανήκει στον κόσμο των ζωντανών και ένας ζωντανός που δεν μπορεί να περάσει στον κόσμο των νεκρών εκεί που πραγματικά (θα ήθελε να) ανήκει.

Η τραγωδία της απώλειας στην Ουλαλούμ δεν έχει τέλος!

Μπάμπης Ζαφειράτος, Ιαν. 2021

*

8. Ολίγα σημειωτικά

— Λίμπο (λατ. limbus· άκρο ή όριο· στην άκρη της κόλασης): Αναμονή, εκκρεμότητα. In limbo: Σε κατάσταση αναμονής. Στο Ρωμαιοκαθολικό δόγμα (από το 1300): Ο τόπος όπου βρίσκονται προσωρινά οι αθώες ψυχές μέχρι να μπορέσουνε να μπούνε στον παράδεισο, ιδίως των αγίων, που πέθαναν πριν από την έλευση του Χριστού (limbus patruum) και των αβάφτιστων παιδιών (limbus infantum). Κατ’ επέκταση, από τον 16ο αιώνα, η συνθήκη εγκατάλειψης ή λησμονιάς, που οδηγεί σε μια ανεπίλυτη κατάσταση, καθυστέρηση ή αδιέξοδο. Οι θεολόγοι του Μεσαίωνα χώριζαν τον κάτω κόσμο σε τέσσερα διακεκριμένα μέρη: Κόλαση, Καθαρτήριο, Λίμπο των Πατέρων ή Πατριαρχών και Λίμπο των Βρεφών (limbus infantium). Βλέπε τον περίφημο πίνακα του Ιερώνυμου Μπος (1450-1516), Christ In Limbo, περ. 1575 (Indianapolis Museum of Art at Newfields).

— Μακάβρια στοιχειά (Ghouls στο πρωτότυπο): Δαίμονες που τριγυρνάνε στους τάφους και τρέφονται με πτώματα. Προτιμήθκε το «μακάβρια» αντί «φρικαλέα» και «βρικόλακες».

— Auber και Weir: Εικάζεται πως είναι αναφορές –αν και αμφιβάλλω, όπως προείπαμε– σε δύο συγχρόνους του Πόε: Τον Γάλλο συνθέτη θλιβερών μελωδιών Daniel François Esprit Auber (1782-1871) και τον Αμερικανό τοπιογράφο Robert Walter Weir (1803-1889).

— Yaanek: Φανταστικό μεν ηφαιστειακό (volcanic) δε, βουνό.

— Ψυχή (2η στροφή): Το έτερο ήμισυ του Έρωτα.

— Αστάρτη (4η στροφή): Η Ιστάρ ή Αστορέτ των Φοινίκων, θεά του έρωτα, που της προσφέρανε και ανθρωποθυσίες. Φοράει στέμμα με διπλό κέρας. Λατρεύτηκε στην Κύπρο και στην Ελλάδα, ταυτισμένη με την Ήρα, την Αφροδίτη και τη Σελήνη, αλλά και με το αστεράκι του Αυγερινούφροδίτη).

— Άρτεμις (5η στροφή) ή Ντιάνα στους Ρωμαίους και στο πρωτότυπο. Θεότητες του κυνηγιού, ταυτισμένες επίσης με τη Σελήνη.

— Λήθη (5η στροφή): Πηγή και ποτάμι του Κάτω Κόσμου για να ξεχνάνε οι νεκροί και οι κολασμένοι την επίγεια ζωή τους.

(Η ιστορία της παραγγελιάς, το Σημείωμα του Πόε και κάποια στοιχεία για την ετυμολογία αντλήθηκαν από: The Edgar Allan Poe Society of Baltimore).

(Μπ. Ζ.)

*

Από Κατιούσα (Μετάφραση – Επιλεγόμενα – Επιμέλεια: Μπάμπης Ζαφειράτος)

Πόε – Ντορέ: Το Κοράκι

Από Μποτίλια Στον Άνεμο η μετάφραση του Γ. Β. Ιωαννίδη

*

Ulalume

Η κλασική, πλέον, απαγγελία του πρόωρα χαμένου τραγουδοποιού
Jeff Buckley
(1966-1997)

 

Ulalume — A Ballad

Edgar Allan Poe

[First published in 1847]

 

1
THE skies they were ashen and sober;
         The leaves they were crispéd and sere —
         The leaves they were withering and sere:
It was night in the lonesome October
         Of my most immemorial year:
It was hard by the dim lake of Auber,
         In the misty mid region of Weir: —
It was down by the dank tarn of Auber,
         In the ghoul-haunted woodland of Weir.

2
Here once, through an alley Titanic,
         Of cypress, I roamed with my Soul —
         Of cypress, with Psyche, my Soul.
These were days when my heart was volcanic
         As the scoriac rivers that roll —
         As the lavas that restlessly roll
Their sulphurous currents down Yaanek
         In the ultimate climes of the pole —
That groan as they roll down Mount Yaanek
         In the realms of the boreal pole.

3
Our talk had been serious and sober,
         But our thoughts they were palsied and sere —
         Our memories were treacherous and sere; —
For we knew not the month was October,
         And we marked not the night of the year —
         (Ah, night of all nights in the year!)
We noted not the dim lake of Auber —
         (Though once we had journeyed down here) —
We remembered not the dank tarn of Auber,
         Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.

4
And now, as the night was senescent
         And star-dials pointed to morn —
         As the star-dials hinted of morn —
At the end of our path a liquescent
         And nebulous lustre was born,
Out of which a miraculous crescent
         Arose with a duplicate horn —
Astarte’s bediamonded crescent
         Distinct with its duplicate horn.

5
And I said — “She is warmer than Dian:
         She rolls through an ether of sighs —
         She revels in a region of sighs:
She has seen that the tears are not dry on
         These cheeks, where the worm never dies,
And has come past the stars of the Lion
         To point us the path to the skies —
         To the Lethean peace of the skies —
Come up, in despite of the Lion,
         To shine on us with her bright eyes —
Come up through the lair of the Lion,
         With love in her luminous eyes.”

6
But Psyche, uplifting her finger,
         Said — “Sadly this star I mistrust —
         Her pallor I strangely mistrust: —
Ah, hasten! ah, let us not linger!
         Ah, fly! — let us fly! — for we must.”
In terror she spoke; letting sink her
         Wings till they trailed in the dust —
In agony sobbed; letting sink her
         Plumes till they trailed in the dust —
         Till they sorrowfully trailed in the dust.

7
I replied — “This is nothing but dreaming:
         Let us on by this tremulous light!
         Let us bathe in this crystalline light!
Its Sybilic splendor is beaming
         With Hope and in Beauty to-night: —
         See! — it flickers up the sky through the night!
Ah, we safely may trust to its gleaming,
         And be sure it will lead us aright —
We safely may trust to a gleaming
         That cannot but guide us aright,
         Since it flickers up to Heaven through the night.”

8
Thus I pacified Psyche and kissed her,
         And tempted her out of her gloom —
         And conquered her scruples and gloom;
And we passed to the end of the vista,
         But were stopped by the door of a tomb —
         By the door of a legended tomb;
And I said—“What is written, sweet sister,
         On the door of this legended tomb?”
         She replied — “Ulalume — Ulalume —
         ’Tis the vault of thy lost Ulalume!”

9
Then my heart it grew ashen and sober
         As the leaves that were crispèd and sere —
         As the leaves that were withering and sere,
And I cried — “It was surely October
         On this very night of last year
         That I journeyed — I journeyed down here—
         That I brought a dread burden down here—
         On this night of all nights in the year,
         Ah, what demon has tempted me here?
Well I know, now, this dim lake of Auber —
         This misty mid region of Weir: —
Well I know, now, this dank tarn of Auber —
         In the ghoul-haunted woodland of Weir.”

10
Said we, then — the two, then — “Ah, can it
         Have been that the woodlandish ghouls —
         The pitiful, the merciful ghouls —
To bar up our way and to ban it
         From the secret that lies in these wolds —
         From the thing that lies hidden in these wolds —
Have drawn up the spectre of a planet
         From the limbo of lunary souls —
This sinfully scintillant planet
         From the Hell of the planetary souls?”

(Κείμενο βασισμένο στο Χειρόγραφο «Ίνγραμ»)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: