Πάμπλο Νερούδα: Η σπορά του Φιντέλ

γιατί στην Κούβα βλάστησ’ ένας σπόρος / χιλιάκριβος με χίλιες προσδοκίες: / της περηφάνιας μας ο σπόρος, χρόνια / πληγές γεμάτος, πατημένος, πέφτει / στις γράνες, και υψώνονται οι σημαίες / μιας Επανάστασης Αμερικάνας.

Δυο (2) ποιήματα από τη συλλογή Επικό ΤραγούδιCanción de Gesta (1960)

*

Πρώτη ελληνική έμμετρη μετάφραση
Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

 

VI

Παλιά ιστορία

Πάμπλο Νερούδα

 

Τώρα τα μάτια ανοίγω και θυμάμαι:
λάμψεις που σβήνουν, φώτα και σκοτάδι,
με ανείπωτες χαρές και με μαράζια
τη μαγική πικρή ιστορία της Κούβας.

Πέρασαν χρόνια όπως γλιστρούν τα ψάρια
μες στης γαλάζιας θάλασσας τη γλύκα,
και το νησί ελεύθερο χορεύει,
οι φοινικιές λικνίζονται στο κύμα,
τρώνε το ίδιο ψωμί άσπροι και μαύροι
γιατί ο Μαρτί είχε πλάσει το προζύμι,
μες στο χρυσάφι η μοίρα της ειρήνης
κι η ζάχαρη τριζοβολάει στον ήλιο,
και οι αχτίνες του ώριμες σαν μέλι
πέφτουνε πάνω στ’ άγουρα τα φρούτα:
χαίρονταν οι ανθρώποι στο βασίλειό τους
κι οι φαμελιές μαζεύαν τη σοδειά τους,
μα ήρθε απ’ το Βορρά η άδικη φύτρα
η απειλητική κι η αδηφάγα,
και σαν αράχνη απλώνει τον ιστό της
και χτίζει από μέταλλο ένα πλέγμα
με ματωμένες πρόκες παχτωμένο
και υψώνει θόλο πάνω από κουφάρια.
Με δόντια κίτρινα έφτασε το ντόλαρ
διοικητής του αιμάτου και των τάφων.

 

Επικό Τραγούδι
Εθνικό Τυπογραφείο Κούβας, 1960 (σ. 10)
Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 18 Ιουνίου 2017.
(Το ισπανικό κείμενο στο τέλος)

*

XVIII

Η Ελευθερία

Πάμπλο Νερούδα

 

Πλούτη των Αντιλλών, αφροί της δόξας
πάνω σε μπλε βαθιές αντανακλάσεις,
ευωδιαστές ακτές, που λες κι η άμμος
από χρυσό κι ασήμι είναι φτιαγμένη,
σε φλογερό αρχιπέλαγος ονείρων,
χώρες από ψιθύρους κι από εκρήξεις,
κάστρα από φοινικιές θαλασσοπόρες,
βουνά μοσχοβολούν σαν ανανάδες,
νησιά που ηχούν απ’ το χορό του ανέμου
σαν τις αγάπες φτάσατε κοντά μας,
ράτσες, χρώμα της νύχτας και του ξύλου,
μάτια από ουρανούς γεμάτους άστρα,
αγάλματα στα δάση που χορεύουν
σαν κύματα με θάλασσα ερωμένη,
γοφοί από παλλόμενο σαφράνι
ρυθμός ερωτικός στη σκιά των δέντρων,
στήθη στητά σαν θυμωμένα ηφαίστεια
με άρωμα γιασεμιού μες στις καλύβες
κόμες λυτές φτιαγμένες από ίσκιους,
χαμόγελα πλασμένα από φεγγάρι,
και χουρμαδιές στον άνεμο σπαρμένες,
άνθρωποι που μιλούν σαν τις κιθάρες,
μες στων νησιών και των ακτών τη φτώχεια,
παιδιά χωρίς φαΐ, λαός ακτήμων,
μελωδικά κορίτσια οδηγημένα
από κρυφό αφρικάνικο ταμπούρλο,
μαύροι ήρωες στις καφεοφυτείες,
σκληροί εργάτες μες στους καλαμιώνες,
γιοι του νερού, της ζάχαρης γονέοι,
δρομείς του πετρελαίου και της μπανάνας·
ω, Καραϊβική των σπάνιων δώρων
ω, θάλασσα και γη σπαρμένες με αίμα,
ω, Αντίλλες προορισμένες για τα ουράνια,
δαρμένες από ανθρώπους και διαβόλους:
τώρα είναι η στιγμή, έφτασε η ώρα:
η ώρα που η αυγή θα ξεπροβάλει,
και όποιος παέι το φως να εξαφανίσει
θα πέσει με κομμένη τη ζωή του:
κι αν λέω πως η ώρα έχει φτάσει
είναι που η λευτεριά ξαναγυρνάει:
γιατί στην Κούβα βλάστησ’ ένας σπόρος
χιλιάκριβος με χίλιες προσδοκίες:
της περηφάνιας μας ο σπόρος, χρόνια
πληγές γεμάτος, πατημένος, πέφτει
στις γράνες, και υψώνονται οι σημαίες
μιας Επανάστασης Αμερικάνας.

Επικό Τραγούδι
Εθνικό Τυπογραφείο Κούβας, 1960 (σελ. 25 – 26)
Πρώτη ελληνική έμμετρη μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 18-19 Ιουλίου 2017.
(Το ισπανικό κείμενο στο τέλος)

***

Κατιούσα: Ένα ακόμη ποίημα από το Επικό Τραγούδι και η ιστορία της συλλογής: Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε

Μποτίλια Στον Άνεμο: Eπτά ακόμη ποιήματα

Ολόκληρο το Canción de Gesta (και τα 43 ποιήματα), έχει ήδη μεταφραστεί έμμετρα, σε 11σύλλαβο στίχο, όπως το πρωτότυπο, για πρώτη φορά στη γλώσσα μας και ελπίζουμε ότι θα κυκλοφορήσει σύντομα.

Μπάμπης Ζαφειράτος, Νοε. 2016 / Νοε. 2017

 

Πάμπλο Νερούδα – Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο
(Pablo Neruda – Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto)
Παράλ, Χιλή, 12 Ιουλίου 1904 – Σαντιάγο, Χιλή, 23 Σεπτεμβρίου 1973
Σχέδιο (2ο από 2 του Νερούδα), Μπάμπης Ζαφειράτος, 23.IX.2016 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)

*

Ισπανικό κείμενο

 

VI
Antigua Historia
Pablo Neruda

Ahora abro los ojos y recuerdo:
brilla y se apaga, eléctrica y oscura,
con alegrías y padecimientos
la historia amarga y mágica de Cuba.
Pasaron años como pasan peces
por el azul del mar y su dulzura,
la isla vivió la libertad y el baile,
las palmeras bailaron con la espuma,
eran un solo pan blancos y negros
porque Martí amasó su levadura,
la paz cumplía su destino de oro
y crepitaba el sol en el azúcar,
mientras maduro por el sol caía
el rayo de la miel sobre las frutas:
se complacía el hombre con su reino
y la familia con su agricultura,
cuando llegó del Norte una semilla
amenazante, codiciosa, injusta,
que como araña propagó sus hilos
y extendió una metálica estructura
que hundió clavos sangrientos en la tierra
y alzó sobre los muertos una cúpula.
Era el dólar de dientes amarillos,
comandante de sangre y sepultura.

Canción de Gesta
Imprenta Nacional de Cuba, 1960 (p. 10)

*

XVIII
LA LIBERTAD
Pablo Neruda

Tesoros del Caribe, espuma insigne
sobre ilustres azules derramada,
costas fragantes que de plata y oro
parecen, por la arena elaboradas,
archipiélago intenso de los sueños,
comarcas de susurro y llamarada,
castillos de palmeras navegantes,
montañas como piñas perfumadas,
islas sonoras que al baile del viento
llegasteis como novias invitadas,
razas color de noche y de madera,
ojos como las noches estrelladas,
estatuas que danzaron en los bosques
como las olas por el mar amadas,
cadera de azafrán que sonstuvieron
el ritmo del amor en la enramada,
senos oscuros como el humo agreste
con olor a jazmín en las cabañas,
cabelleras urdidas por la sombra,
sonrisas que la luna edificara,
cocoteros al viento concedidos,
gente sonora como las guitarras,
pobreza de las islas y la costa,
hombres sin tierra, niños sin cuchara,
muchachas musicales dirigidas
por un tambor profundo desde el África,
héroes oscuros de los cafetales,
trabajadores duros de la caña,
hijos del agua, padres del azúcar,
atletas del petróleo y las bananas,
oh Caribe de dones deslumbrantes,
oh tierra y mar de sangre salpicadas,
oh antillas destinadas para el cielo,
por el Diablo y el hombre maltratadas:
ahora llegó la hora de las horas:
la hora de la aurora desplegada
y el que pretenda aniquilar la luz
caerá con la vida cercenada:
y cuando digo que llegó la hora
pienso en la libertad reconquistada:
pienso que en Cuba crece una semilla
mil veces mil amada y esperada:
la semilla de nuestra dignidad,
por tanto tiempo herida y pisoteada,
cae en el surco, y suben las banderas
de la revolución americana.

Canción de Gesta
Imprenta Nacional de Cuba, 1960
(pp. 25 – 26)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Notice: Only variables should be assigned by reference in /srv/katiousa/pub_dir/wp-content/themes/katiousa_theme/comments.php on line 6

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: