Πάμπλο Νερούδα – Εδουάρδο Γκαλεάνο: Γουαγιακίλ, 26 Ιουλίου 1822 – Los Libertadores

Ανάμεσα στην Καραϊβική θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό ανοίγεται ένα μονοπάτι με αψίδες θριάμβου. Ο στρατηγός Μπολίβαρ έρχεται από τον […]

Ανάμεσα στην Καραϊβική θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό ανοίγεται ένα μονοπάτι με αψίδες θριάμβου. Ο στρατηγός Μπολίβαρ έρχεται από τον Βορρά. Ο Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν, ο στρατηγός που διέσχισε την κορδιλιέρα των Άνδεων για να ελευθερώσει τη Χιλή και το Περού, έρχεται από τον Νότο (Εδουάρδο Γκαλεάνο).

 

Πάμπλο Νερούδα – Εδουάρδο Γκαλεάνο

Οι Ελευθερωτές

(Από το Canto General και τη Μνήμη της Φωτιάς)

Μετάφραση (Π. Ν.) – Σημειώσεις – Σχέδιο

Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

 

 

Οι Ελευθερωτές

XXVII

Γουαγιακίλ (1822)

Πάμπλο Νερούδα

 

Και μπήκε ο Σαν Μαρτίν, κάτι από νύχτιο
δρόμο ακαθόριστο, πετσί και ίσκιους,
μπήκε στη σάλα.

Ο Μπολίβαρ καρτερούσε.

 

Αιστάνθηκε ο Μπολίβαρ το τι ερχόταν.
Αέρινος, μεταλλικός, αστραπιαίος
τα πρόβλεπε όλα, αμέσως, στο φτερό,
κι έτρεμε σύγκορμος
εκεί, μες στο κατάκλειστο δωμάτιο
στης Ιστορίας τα σκοτάδια.

 

Ερχόταν απ’ τα υψίπεδα του απείρου,
απ’ τ’ αστροφώτιστο διάστημα,
ακάθεκτος καλπάζει ο στρατός του
διαλύοντας τα μάκρη και τη νύχτα,
σε αόρατο ένα σώμα καπετάνιος,
σέρνοντας πίσω του χιονοστιβάδες.
Tρέμει το φως της λάμπας και η πόρτα
πίσω απ’ τον Σαν Μαρτίν κρατάει
τη νύχτα που αλυχτάει, ποτάμι
ζεστό και τον ξεβράζει μέσα.

Τα λόγια τους ανοίγουν μονοπάτι
που πάει κι έρχετ’ απ’ τον ένανε στον άλλον.
Κι έτσι συνομιλώντας οι δυο άντρες,
συγκρούστηκαν, ξεγλίστραγαν,
ξεφεύγαν, διαφωνούσαν.

Έφερνε ο Σαν Μαρτίν από το Νότο
ένα σωρό δυσοίωνες προβλέψεις,
τη μοναξιά των ακατάβλητων ιππέων,
τα άλογά τους που φρουμάζουν
στη γη χτυπώντας τις οπλές τους,
να ενώσει τους γενναίους του μ’ εκείνον.
Μπήκαν απ’ τη Χιλή μαζί του
σκληρόπετσοι αγρότες μουλαράδες,
στρατός αργός και σιδερένιος,
προετοιμασμένοι για τη μάχη,
λάβαρα με τ’ αρχαία ονόματά τους
πάππου προς πάππου εκεί στην πάμπα.

 

Μιλώντας σαν να πάλευαν σώμα με σώμα,
βουβά, βαθύ ένα χάσμα τους χωρίζει.
Δεν ήταν λόγια, ήταν εκρήξεις
άγριες από δυο αντίπαλα πεδία,
μια πέτρα ανθρώπινη που πέφτει
σε τοίχο αδιαπέραστου μετάλλου.
Τρέχουν χωρίς αντίκρισμα οι λέξεις.

 

Μπροστά του ο καθείς έβλεπε τώρα
μόνο τα λάβαρά του.
Ο ένας, μια εποχή με άνθη πυρακτωμένα,
ο άλλος, παρελθόν ροκανισμένο
κι όλος ο πόνος του στρατού του.

 

Κάτασπρο χέρι πλάι στον Μπολίβαρ
καρτέραγε, τον αποχαιρετούσε,
κι αυτός ένα φλεγόμενο σπιρούνι,
θυμάται το λινό μαντίλι που ανεμίζει.
Ο Σαν Μαρτίν μένει πιστός στις πεδιάδες.
Ένα άτι τ’ όνειρό του που καλπάζει,
δίχτυ από χαλινάρια κι από ρίσκα.
Ελευθερία του η ομοψυχία της πάμπας.
Σιτοβολώνες τον προστάζουνε στη νίκη.

Έχτιζε ένα όνειρο ο Μπολίβαρ,
σ’ άλλη διάσταση, άσβεστη μια φλόγα
τρέχει και πυρπολεί τα πάντα,
όνειρο αλλιώτικο, που τον κρατάει
σαν φυλακή, παραδομένον στην αχλή του.

Πέφτει η σιωπή κι οι λέξεις πεθαμένες.

 

Και ξανανοίγει η πόρτα, μπαίνει πάλι
η νύχτα της Αμερικής, πλατύ ποτάμι
με χίλια στόματα διαμιάς που ανοιγοκλείνουν.

 

Κι αυτή τη νύχτα ο Σαν Μαρτίν ξαναγυρίζει
στην απομόνωσή του, στα σπαρτά του.
Θα πορευτεί ο Μπολίβαρ μοναχός του.

 

(Canto General, 1950. Τέταρτο Μέρος – Οι Ελευθερωτές)

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 24 Ιουλίου 2019

 

(Το ισπανικό κείμενο στο τέλος)

 

 

Σημειώσεις

 

Χιονοστιβάδες [στο Εκουαδόρ]. Υγρή τροπική ζέστη του Αμαζονίου, χιόνι στις βουνοκορφές των Άνδεων, όπου εναλλάσσονται και οι τέσσερις εποχές του χρόνου, μερικές φορές μέσα στην ίδια μέρα!

 

Η Συνδιάσκεψη του Γκουαγιακίλ

 

Χοσέ δε Σαν Μαρτίν (José Francisco de San Martín y Matorras), 25 Φεβ. 1778, Γιαπετού, Αργεντινή – Βουλώνη, Γαλλία , 17 Αυγ. 1850)

Σιμόν Μπολίβαρ (Simón José Antonio de la Santísima Trinidad Bolívar y Palacios), 24  Ιουλ. 1783, Καράκας, Βενεζουέλα – 17  Δεκ. 1830, Σάντα Μάρτα, Κολομβία.

 

Conferencia de Guayaquil: Η Συνδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιουλίου 1822 (δυο μέρες μετά τα 39α γενέθλια του –κατά Εγγονόπουλο– Σίμωνα Μπολιβάρ) στην ομώνυμη πόλη του Ισημερινού.

Ο Σαν Μαρτίν είναι 44 ετών (από τα δεκατρία του στον ισπανικό στρατό), ο Μπολίβαρ 39. Αυτή η συνάντηση είναι η μοναδική τους.

Ο Σαν Μαρτίν έφθασε στο Γκουαγιακίλ στις 25 Ιουλίου. Οι δυο Λιμπερταδόρες, παρά τους κοινούς στόχους τους και τον αμοιβαίο σεβασμό τους, δεν κατέληξαν σε συμφωνία, ακόμη και όταν ο Σαν Μαρτίν προσφέρθηκε να ταχθεί υπό τον Μπολίβαρ.

Εξάλλου, οι δύο άνδρες είχαν πολύ διαφορετικές ιδέες για το πώς θα οργανωθούν οι κυβερνήσεις των χωρών που απελευθέρωσαν:

Ο Μπολίβαρ υποστήριξε ανεξάρτητες δημοκρατίες για τα νέα έθνη, ενώ ο Σαν Μαρτίν ήταν υπέρμαχος του ευρωπαϊκού μοντέλου των μοναρχιών, με Ευρωπαίο βασιλιά στο Περού, μετά την απελευθέρωση της χώρας.

 

*

Εδουάρδο Γκαλεάνο

Το 1984, στην τριλογία του Μνήμη της Φωτιάς θα πει για κείνη την ιστορική στιγμή, με τη ιδιαίτερη ποιητική γραφή του:

1822

Γουαγιακίλ

Ο Σαν Μαρτίν

 

 

Η συνάντηση γίνεται στο Γουαγιακίλ. Ανάμεσα στην Καραϊβική θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό ανοίγεται ένα μονοπάτι με αψίδες θριάμβου. Ο στρατηγός Μπολίβαρ έρχεται από τον Βορρά. Ο Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν, ο στρατηγός που διέσχισε την κορδιλιέρα των Άνδεων για να ελευθερώσει τη Χιλή και το Περού, έρχεται από τον Νότο.

Ο Μπολίβαρ μιλάει, του προτείνει.

«Έχω κουραστεί», τον διακόπτει λακωνικά ο Σαν Μαρτίν.

Ο Μπολίβαρ δεν μπορεί να το πιστέψει, ή ίσως να είναι καχύποπτος, γιατί ακόμα δεν γνωρίζει ότι και η δόξα κάποτε κουράζει.

Ο Σαν Μαρτίν πολεμά τριάντα χρόνια τώρα, από το Οράν μέχρι το Μαϊπού. Πολέμησε για την Ισπανία σαν απλός στρατιώτης, και για την Αμερική σαν έμπειρος στρατηγός. Για την Αμερική, αλλά ποτέ εναντίον της Αμερικής: όταν η κυβέρνηση του Μπουένος Άιρες τον διέταξε να εξολοθρεύσει τον ομοσπονδιακό στρατό του Αρτίγκας, ο Σαν Μαρτίν δεν υπάκουσε, και οδήγησε το στρατό του στα βουνά, συνεχίζοντας τον αγώνα για την ανεξαρτησία της Χιλής. Το Μπουένος Άιρες, που δεν συγχωρεί, του αρνείται τώρα το ψωμί και το αλάτι. Ούτε στη Λίμα τον θέλουν. Τον αποκαλούν ο βασιλιάς Χοσέ.

Ο αποχαιρετισμός γίνεται στο Γουαγιακίλ. Ο Σαν Μαρτίν, έμπειρος παίκτης της σκακιέρας, αρνείται να παίξει.

«Έχω κουραστεί να διατάζω», λέει, όμως εκείνο που ακούει ο Μπολίβαρ είναι: «Ή εσύ ή εγώ. Δεν χωράμε και οι δυο.»

Στη συνέχεια υπάρχει χορός και φαγητό. Ο Μπολίβαρ χορεύει στο κέντρο της αίθουσας, περιζήτητος από τις κυρίες. Ο Σαν Μαρτίν ενοχλείται από το θόρυβο. Περασμένα μεσάνυχτα, δίχως ν’ αποχαιρετήσει κανένα, πηγαίνει στην αποβάθρα. Οι αποσκευές του βρίσκονται ήδη πάνω στο πλοίο.

Προστάζει να σηκώσουν άγκυρα. Βηματίζει στο κατάστρωμα με αργά βήματα, παρέα με το σκύλο του και τα κουνούπια. Το πλοίο φεύγει, και ο Σαν Μαρτίν στρέφεται να κοιτάξει τη γη της Αμερικής που ξεμακραίνει, ξεμακραίνει.

Εδουάρδο Γκαλεάνο: Μνήμη της φωτιάς ΙΙ – Τα πρόσωπα και οι μάσκες [18ος – 19ος αιώνας]. Πάπυρος, 2011. Μετάφραση, Ισμήνη Κανσή, σσ. 197-198. (Memoria del Fuego II: Las caras y las máscaras, 1984).

_____________________________

 

Βλέπε επίσης:

Από Κατιούσα

Πάμπλο Νερούδα: Ύμνος Στον Μπολιβάρ (Α΄Δημοσίευση, Κυριακή, 17 Δεκ. 2017)

Από Μποτίλια Στον Άνεμο

Νίκος Εγγονόπουλος: Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο

και

Χοσέ δε Σαν Μαρτίν – Απελευθερωτής Λαών: Η αλήθεια του σαν φρέσκια φλέβα πηλού και σιταριού − Δύο ποιήματα των: Πάμπλο Νερούδα και Νικολάς Γκιγιέν

 

*

 

Σιμόν Μπολιβάρ (Simón José Antonio de la Santísima Trinidad Bolívar y Palacios) 24 Ιουλίου 1783, Καράκας, Βενεζουέλα – 17 Δεκεμβρίου 1830, Σάντα Μάρτα, Κολομβία Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 12.ΧΙΙ.2017 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)

 

 

IV. Los Libertadores

XXVII

Guayaquil (1822)

Pablo Neruda

 

 

Cuando entró San Martín, algo nocturno
de camino impalpable, sombra, cuero,
entró en la sala.

Bolívar esperaba.

 

Bolívar olfateó lo que llegaba.
Él era aéreo, rápido, metálico,
todo anticipación, ciencia de vuelo,
su contenido ser temblaba
allí, en el cuarto detenido
en la oscuridad de la historia.

 

Venía de la altura indecible,
de la atmósfera constelada,
iba su ejército adelante
quebrantando noche y distancia,
capitán de un cuerpo invisible,
de la nieve que lo seguía.
La lámpara tembló, la puerta
detrás de San Martín mantuvo
la noche, sus ladridos, un rumor
tibio de desembocadura.
Las palabras abrieron un sendero
que iba y volvía en ellos mismos.
Aquellos dos cuerpos se hablaban,
se rechazaban, se escondían,
se incomunicaban, se huían.

San Martín traía del Sur
un saco de números grises,
la soledad de las monturas
infatigables, los caballos
batiendo tierras, agregándose
a su fortaleza arenaria.
Entraron con él los ásperos
arrieros de Chile, un lento
ejército ferruginoso,
el espacio preparatorio,
las banderas con apellidos
envejecidos en la pampa.

 

Cuanto hablaron cayó de cuerpo a cuerpo
en el silencio, en el hondo intersticio.
No eran palabras, era la profunda
emanación de las tierras adversas,
de la piedra humana que toca
otro metal inaccesible.
Las palabras volvieron a su sitio.

 

Cada uno, delante de sus ojos
veía sus banderas.
Uno, el tiempo con flores deslumbrantes,
otro, el roído pasado,
los desgarrones de la tropa.

 

Junto a Bolívar una mano blanca
lo esperaba, lo despedía,
acumulaba su acicate ardiente,
extendía el lino en el tálamo.
San Martín era fiel a su pradera.
Su sueño era un galope,
una red de correas y peligros.
Su libertad era una pampa unánime.
Un orden cereal fue su victoria.

Bolívar construía un sueño,
una ignorada dimensión, un fuego
de velocidad duradera,
tan incomunicable, que lo hacía
prisionero, entregado a su substancia.

Cayeron las palabras y el silencio.

 

Se abrió otra vez la puerca, otra vez toda
la noche americana, el ancho río
de muchos labios palpitó un segundo.

 

San Martín regresó de aquella noche
hacia las soledades, hacia el trigo.
Bolívar siguió solo.

 

Pablo Neruda: Canto general (1950), IV. ─ Los Libertadores

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: