Ο Αρθούρος Ρεμπώ και η Παρισινή Κομμούνα

«Καταραμένος» ποιητής, που όμως με την ποίησή του εξύμνησε τον πόθο του για ένα νέο κόσμο, της κοινωνικής ισότητας και της αδελφοσύνης. Έναν κόσμο για τον οποίο πάλεψαν και έπεσαν οι Παριζιάνοι Κομμουνάροι που αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή της καταραμένης για τους αστούς εργατικής τάξης.

Ο Αρθούρος Ρεμπώ και η Παρισινή Κομμούνα

Η Κομμούνα του Παρισιού είναι η πρώτη προλεταριακή επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Για πρώτη φορά, οι εργάτες του Παρισιού ανατρέπουν την αστική κυβέρνηση και αρχίζουν να οικοδομούν το δικό τους κράτος, διακηρύσσοντας την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Είχε σύντομη ζωή, 10 βδομάδες ή 72 μέρες (18 Μάρτη – 28 Μάη 1871), ήταν όμως αρκετή  για να σφραγίσει ολόκληρη την κοινωνική και πολιτική ζωή.

Σαν σήμερα, στις 28 του Μάη 1871, η Παρισινή Κομμούνα πνίγεται στο αίμα, με την αγριότητα των νικητών να ξεπερνάει κάθε προηγούμενο. Σχεδόν 100.000 Παριζιάνοι καταλήγουν στη φυλακή ή εξόριστοι, εκτοπίζονται, εκτελούνται.

Αν τα ματωμένα ίχνη της Κομμούνας του Παρισιού αποτελούν ταυτόχρονα και διδάγματα για το πώς (δεν) πρέπει να διεξάγεται η πάλη των εργατών με τους ταξικούς εχθρούς τους, η ανάρτηση αυτή έχει σκοπό να προσθέσει μια σελίδα σ’ αυτό που ήταν και υπηρέτησε ο Αρθούρος Ρεμπώ, κόντρα σ’ αυτό που βολεύει κάποιους να παρουσιάζεται ότι ήταν. Το να εντάσσεται ο Ρεμπώ, από ειδικούς και «ειδικούς», στους καταραμένους ποιητές και τέλος, σίγουρα βολεύει τους εκπροσώπους της τάξης που ο ποιητής πολέμησε με τη δύναμη των στίχων του.

Ο Ρεμπώ δεν αντιτάχτηκε απλά στους εκμεταλλευτές, όπως θα έκανε ίσως μια «συνηθισμένη» αντισυμβατική προσωπικότητα. Πήρε ξεκάθαρα το μέρος των εξεγερμένων προλετάριων και θρήνησε το ματωμένο τέλος αυτού του υπέροχου και πρωτοφανούς εγχειρήματος.

Οι «καταραμένοι ποιητές» ζούσαν αντισυμβατικά, έξω ή και ενάντια στα κοινωνικά πλαίσια, μέσα στις καταχρήσεις (αλκοόλ, ναρκωτικά) και την παραβατική συμπεριφορά. «Καταραμένος» ποιητής, ο Ρεμπώ, που όμως με την ποίησή του εξύμνησε τον πόθο του για ένα νέο κόσμο, της κοινωνικής ισότητας και της αδελφοσύνης. Έναν κόσμο για τον οποίο πάλεψαν και έπεσαν οι Παριζιάνοι Κομμουνάροι, που αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή της καταραμένης για τους αστούς εργατικής τάξης.

«Η τέχνη δεν μπορούσε να μείνει έξω απ’ την αναγεννητική άνοιξη του 1871. Κάθε εποχή, και κυρίως εποχές που οι κοινωνικές συγκρούσεις βρίσκονται σε όξυνση, αντικαθρεφτίζεται στα έργα των μεγάλων καλλιτεχνών, που γεννά. Έτσι και η εξέγερση των γάλλων εργατών στέλνει τα μηνύματα της και μέσα απ’ την τέχνη. Οι Γάλλοι συγγραφείς δημιουργούν το έργο τους κυρίως τις μέρες της «Ματωμένης Βδομάδας» μέσα στις φυλακές, τα παράνομα σπίτια και τα μέρη της προσφυγιάς. Μέσα σ’ αυτό ζει όλο το επαναστατημένο Παρίσι, οι αγώνες και τα ιδανικά του. Τα μηνύματα όμως, που στέλνει η λογοτεχνία της Κομμούνας αφορούν και ένα άλλο επίπεδο, το καλλιτεχνικό. Όπως η εξέγερση της Κομμούνας είναι το προμήνυμα της μελλοντικής Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης, έτσι και η λογοτεχνία που γράφεται εκείνα τα χρόνια φέρνει μέσα της τα πρώτα στοιχεία, που θ’ αποτελέσουν τη βάση της πιο ισχυρής καλλιτεχνικής μεθόδου του καιρού μας, του σοσιαλιστικού ρεαλισμού», σημειώνεται στην εισαγωγή της έκδοσης Η λογοτεχνία της Παρισινής Κομμούνας, των Αλεξάντρ Πέσεφ και Λουντμίλα Στεφάνοβα. Ένα λιγοσέλιδο βιβλιαράκι που τυπώθηκε στα πλαίσια του 11ου Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή το 1985 και που ανήκει σε κείνα τα τιμαλφή που διατηρούν αναλλοίωτη τη λάμψη τους στο πέρασμα του χρόνου, ιδαίτερα μέσα στους σκοτεινούς καιρούς που ζούμε.

Από την εργασία αυτή παρουσιάζουμε στην Κατιούσα μερικές σελίδες αφιερωμένες στον Αρθούρο Ρεμπώ. Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς: «Τώρα που είναι παγκόσμια αναγνωρισμένος, [ο Ρεμπώ] είναι ο λατρευτός της νεολαίας. Στην δοξασμένη εποποιία της Παρισινής Κομμούνας αυτός έχει άξια θέση σαν δικός της εμπνευσμένος ποιητής».


Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ ΚΑΙ Η ΠΑΡΙΣΙΝΗ ΚΟΜΜΟΥΝΑ

Στη γαλλική και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία γενικότερα, ο Ρεμπώ είναι γνωστός σαν «συμβολικός ποιητής», σαν «το παιδί της γενιάς των ντεκαντέντ», ένας της πλειάδας των καταραμένων ποιητών. Αλλά είναι και ποιητής της Παρισινής Κομμούνας.

Δεν φαίνεται παράξενο; Αν κοιτάξουμε τη σύντομη, δημιουργική και δραματική του ζωή, όλα τα στοιχεία που έχουμε, λένε ότι οι πρώτες του ποιητικές δημιουργίες — και δεν θα λαθέψουμε αν πούμε οι πιο καλές του είναι συνδεδεμένες με την Παρισινή Κομμούνα, καθώς και με το διάστημα λίγο πριν την ανακήρυξή της.

Ο Ρεμπώ έζησε σε επαναστατικούς καιρούς, αποφασιστικούς για τη Γαλλία, πράγμα που εκφράστηκε στην ποίησή του, γι’ αυτό και τον αποκάλεσαν ταραξία, επαναστάτη, μαχητή. Αυτό είναι αλήθεια εν μέρει.

Ήταν επαναστάτης στην ποίησή του. Με το δικό του ποιητικό στυλ εξύμνησε τον πόθο του για ένα νέο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας, της αδελφοσύνης, της εμπιστοσύνης. Εξύμνησε αυτό που στερούνταν πολλοί άλλοι κι ο ίδιος προσωπικά. Γι’ αυτήν την ποίηση ο Ρεμπώ είχε προετοιμαστεί απ’ τα μαθητικά του ακόμα χρόνια.

Κάθε ιδανικό, όπως είναι γνωστό, είναι άρνηση κάποιας υπάρχουσας κατάστασης. Στη βάση του υπάρχουν βάσανα, οργή, καταδίκη, όνειρα, αγάπη, μίσος κι εξέγερση — ξεχωριστά κι όλα μαζί. Για τον Ρεμπώ η εξέγερση αρχίζει απ’ την οικογένεια. Υποφέρει από μια μάνα που ποτέ δεν άνθισε χαμόγελο στα χείλη της και ποτέ δεν είπε ένα μητρικό, τρυφερό λόγο˙ ήταν μια γυναίκα με σιδερένια καρδιά και φοβερή, ανυπόφορη τσιγκουνιά.

Σ’ ένα γράμμα του στον Πωλ Βερλαίν στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1871 γράφει ότι «το μόνο χαρτζιλίκι που γνώρισε απ’ τη μάνα του ήταν 10 δεκάρες την Κυριακή για να πληρώσει την προσευχή του στην εκκλησία».

Σ’ ένα άλλο γράμμα του στο δάσκαλο του Ιζανμπάρ, στις 12 Ιούλη του 1871 γράφει: «Υποφέρω κι εξεγείρομαι».

Υποφέρει, εξεγείρεται και διαβάζει. Τι διαβάζει; Όταν ήταν 14 ετών ο δάσκαλος της ιστορίας ανακαλύπτει στο τετράδιό του μια έκκληση προς τους επαναστάτες της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης: «Ροβεσπιέρε, Σεν Ζυστ, Κοντόν — οι νέοι σας προσμένουν». Αυτό που τελικά τον προφυλάσσει απ’ την αστυνομία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, είναι το γεγονός ότι τότε παίρνει βραβείο για τους καλύτερους στίχους στα λατινικά — (απ’ τον Μωρίς Σουρύ Οι ποιητές της Κομμούνας, 1970).

Στην ιστορία, στην πολιτική, στη φιλοσοφία, στη θρησκεία, σε κοινωνικά και ηθικά ζητήματα μελετάει και αποδέχεται σαν αυθεντίες του μεγάλους διαφωτιστές του 18ου αιώνα Ελβέτιο, Χόλμπαχ, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, και τους σύγχρονούς του Λουί Μπλαν, Προυντόν, Μπλανκί.

Οι θεωρητικοί του συμβολισμού, που όπως ξέρουμε στην ποίησή τους τοποθετούν σε πρώτο πλάνο το μυστικιστικό και θεϊκό στοιχείο, αποκλείουν το Ρεμπώ απ’ την κατηγορία των μυστικιστών. Ο Ρεμπώ είχε αναπτύξει επιχειρήματα για την απιστία του στο θεό, για την άρνηση της θρησκείας και παρουσίαζε έλλειψη μυστικισμού.

Θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν κάμποσα παραδείγματα, που δόθηκαν απ’ ένα μεγάλο αριθμό μελετητών του, που αποδεικνύουν ότι ο Ρεμπώ δεν πίστευε «σ’ ένα θεό», ότι κορόιδευε τα «δαμασκηνιά τραπεζομάντηλα του άγιου βήματος» ότι «μυστήρια σύντομα θα σβήσουν μπρος στον άνθρωπο που θα σηκώσει τ’ ανάστημά του», ότι «ο άνθρωπος πρέπει όλα να τα δοκιμάσει και να τα γνωρίζει», ότι «το τσεκούρι, η αξίνα κι ο κύλινδρος πρέπει να περάσουν σ’ ολόκληρη την κοινωνία». Περιμένει εκείνη τη μέρα όπου κανείς δεν θα μπορεί να καυχηθεί: «εγώ κρατώ περισσότερη εξουσία στα χέρια μου, εγώ είμαι πιο πλούσιος». Να μερικά παραδείγματα σε σχέση με τα διαμορφωμένα και τα υπό διαμόρφωση κοινωνικά ιδανικά του Ρεμπώ.

Ο φίλος του Ερνέστος Ντελέ στις αναμνήσεις του γράφει για τον Ρεμπώ: «Έλεγε ότι υπάρχουν πολλοί ιδιοκτήτες. Η χρήση των μηχανών είναι πολύ περιορισμένη, σχεδόν αδύνατη για την μικρή ένταση και τα διασκορπισμένα κομμάτια γης».

Να που προφέρει και τη λέξη κομμουνιστές. Ο Ντελέ συνεχίζει: «έλεγε ότι ο Ναπολέων δεν κατάλαβε την αποστολή που τα γεγονότα τα ίδια του κατέδειχναν. Ενώ έρχεται μέσα απ’ την επανάσταση, αυτός στ’ αλήθεια την γκρέμισε. Αντί να οικοδομήσει τον κομμουνισμό, κάτι που ήταν εύκολο, εφόσον ιδιοκτησία στην ουσία δεν υπήρχε… αυτός οικοδόμησε μια κοινωνία πιο άδικη ακόμα κι απ’ την παλιά».

Βέβαια δεν υπάρχει ανάγκη να υποδείξουμε πόσο μακριά στέκεται ο Ρεμπώ απ’ την ιστορική αλήθεια, με πόσο αφελείς σκέψεις κατηγορεί τον Ναπολέοντα (τον 1ο) ότι δεν έχτισε την κομμουνιστική κοινωνία — απ’ την άλλη είναι εύκολο να διακρίνουμε πόσο εκλεκτικίστικα περιπλέκονται οι κοινωνικοπολιτικές ιδέες του Φρανσουά Μπαμπέφ, του Σαιν-Σιμόν και του Προυντόν, πιθανά και του Μαρξ. Το κομμουνιστικό μανιφέστο έχει ήδη δημοσιευτεί αλλά η Διεθνής έχει το δικό της τμήμα στη Γαλλία.

Ποιά είναι η σχέση του Ρεμπώ με το καθεστώς του Λουδοβίκου Βοναπάρτη; Στο κολέγιο της Σάρλεβιλ όπου φοιτούσε τον ρώτησε κάποιος συμμαθητής του τι γνώμη έχει για το πραξικόπημα της 2 του Δεκέμβρη 1851 κι ο Ρεμπώ απάντησε καθαρά «Η φυλακή του αξίζει του Ναπολέοντα του 3ου».

Τον Ιούλη του 1870, ο Ναπολέοντας κηρύσσει τον πόλεμο στην Πρωσία. Αρχίζει ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, «πόλεμος τρέλας και ντροπής» όπως τον ονόμασε ο Ζολά.

Ο Ρεμπώ είναι αηδιασμένος απ’ τον σωβινισμό των συμπολιτών του της Σάρλεβιλ — αυτών των ανώμαλων που φωνάζουν για το Βερολίνο. Ο πόλεμος πήρε τέτοια τροπή που και οι πιο απαισιόδοξοι δεν το περίμεναν. Οι καταστροφές ήρθαν η μια μετά την άλλη στο Σενιάν, στο Στρασβούργο, στο Μετς κ.λπ. Δεν τον χωράει ο τόπος στη Σάρλεβιλ, θέλει να πάει οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ αυτή τη φωλιά των Βοναπαρτιστών. Επιθυμεί να είναι μακριά απ’ τον “le crocodile” (τη μητέρα του).

Στ’ αρχεία της αστυνομίας του Παρισιού, ανακαλύπτεται αργότερα μια αναφορά της 31 Αυγούστου του 1870 όπου λέει ότι κρατήθηκε κάποιος ονόματι Ρεμπώ, ηλικίας 17 ετών και μισό — στην ουσία δεν ήταν ακόμα ούτε 16 — γεννηθείς στη Σάρλεβιλ.

Επιστρέφοντας με συνοδεία στη γενέτειρά του μετά από 10 μέρες, παίρνει το δρόμο για τις Βρυξέλες. Αυτή τη φορά πεζός. Είναι ήδη Σεπτέμβρης και η αγωνία του γαλλικού στρατού βρίσκεται στο κατακόρυφο. Πολλοί δρόμοι γι’ αυτό το στρατό, αλλά κανείς δεν οδηγεί στη νίκη.

Ίσως να υπάρχει κάτι ενδεικτικά συμβολικό μεταξύ της κατάστασης των εξαθλιωμένων, πεινασμένων κι απογοητευμένων στρατιωτών και του Ρεμπώ, που γυρνάει στα σταυροδρόμια της Γαλλίας πεινασμένος, ρακένδυτος, εξαθλιωμένος χωρίς σκοπό. Από τότε χρονολογείται το Σονέττο του «ο μποεμισμός μου».

Ξεχειλίζει από ελαφρόπτερη φαντασία, λεπτή ειρωνία και κάποια πικρή αυτοκοροϊδία, όλ’ αυτά δοσμένα με το χαρακτηριστικό στυλ του Ρεμπώ. Ο παραλληλισμός βέβαια είναι αναπόδεικτος αλλά υπάρχει κάποια βάση ν’ αναρωτηθούμε: Μήπως δεν βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής στην κατάσταση ενός οποιουδήποτε απ’ τους χιλιάδες τσακισμένους στρατιώτες, που περιπλανώνται στους δρόμους κάτω απ’ τον φθινοπωριάτικο ουρανό και στην κλονισμένη τους φαντασία κολυμπούν οι πιο διαφορετικές οπτασίες. Να το ίδιο σονέττο.

Χώνω τα ξυλιασμένα χέρια μου
βαθιά στις τσέπες του παλτού μου
φθαρμένο, ιδανικό.
Ω, Μούσα, πιστός σου εγώ υποτελής
κάτω απ’ τους ουρανούς γυρνώ
κι όνειρα, όνειρα ανεκπλήρωτα
κι αφάνταστα μες στην καρδιά μου κουβαλώ!

Μ’ ένα παντελόνι κουρέλι να κρέμεται στα πόδια
ονειρευτής εγώ, σκορπίζομαι σε τόπους,
σταυροδρόμια και σοκάκια,
πλαγιάζω απρόσκλητος κάτω απ’ των άστρων
το πέπλο.

Σ’ ένα χαντάκι, σε κάποιο σταυροδρόμι κάθομαι
κι αφουγκράζομαι, του φθινοπωριάτικου σούρουπου
τ’ αμυδρό φύσημα τ’ ανέμου, με τη δροσούλα
να ραντίζει το μέτωπο,
και τότε τραβώ αθόρυβα τα κορδόνια
των παπουτσιών μου, τα σφίγγω βαθιά
ως την καρδιά μου μέσα.

Επίσης εκείνο το διάστημα δημιουργεί το ζωηρά παραστατικό και βαθιά ανθρώπινο σονέττο «Κοιμάται στη λαγκαδιά».

Έχουμε κάποια βάση να υποστηρίζουμε ότι ο ποιητής ο ίδιος είδε προσωπικά τον χτυπημένο νέο φαντάρο που είναι ο ήρωας των στίχων του. Αυτή η ελαφρόπτερη φαντασία του, θερμαινόμενη από ένα καθαρά παιδικό πόνο δημιουργεί ένα ποιητικό αριστούργημα ανθρώπινης συμπόνοιας.

Στις 4 του Σεπτέμβρη 1870 (την επόμενη μέρα που παραδόθηκε ο αυτοκράτορας στους Πρώσους) στη Γαλλία ανακυρήσσεται η Δημοκρατία.

Η ονομαζόμενη «κυβέρνηση της εθνικής άμυνας» κάθε μέρα που περνούσε αποδεικνύει ότι μετατρέπεται σε κυβέρνηση «εθνικής προδοσίας».

Στις 18 του Μάρτη στο Παρίσι ανακηρύσσεται η Κομμούνα. Μεταξύ Κομμούνας και Βερσαλιών, όπου εγκαθίσταται η κυβέρνηση του Θιέρσου, αρχίζει αγώνας ζωής και θανάτου. Ο Ρεμπώ μ’ όλη του την ψυχή πιστεύει στο Παρίσι, φιλοδοξεί γι’ αυτό. Οι διάφοροι μελετητές του διαφοροποιούνται στο ερώτημα εάν ο ποιητής τελικά στη διάρκεια των 72 ημερών βρισκόταν στο Παρίσι.

Επικρατεί η άποψη ότι αυτή την περίοδο δεν βρισκόταν εκεί. Μερικά ντοκουμέντα όμως μιλούν καθαρά, ότι δηλαδή από τις 25 Φλεβάρη ως τις 10 Μάρτη, 10 μέρες δηλαδή πριν την ανακήρυξη της Κομμούνας αυτός τριγυρνάει στους δρόμους της πόλης.

Αυτές οι δύο εβδομάδες είναι οι πιο θερμές μέρες του αγώνα μεταξύ των συνθηκολογούντων και προδοτών απ’ τη μια και των Παριζιάνων πατριωτών απ’ την άλλη. Είναι το πρελούδιο της Κομμούνας. Ο Ρεμπώ, αισθάνεται τον πρώτο αχό της θύελλας που δεν αργεί να ξεσπάσει με φοβερή δύναμη στις 18 Μάρτη.

Αυτές τις μέρες είναι μάρτυρας εξαιρετικά σπουδαίων γεγονότων: στις 25 Φλεβάρη αδελφοθήκανε στην πλατεία της Βαστίλλης ο λαός και η Εθνική φρουρά. Στις 26 Φλεβάρη η κυβέρνηση υπογράφει για τους όρους της στρατιωτικής συνθηκολόγησης, συγχρόνως οι διαδηλώσεις στο Παρίσι παίρνουν πιο δυναμικό και μαζικό χαρακτήρα. Τα τάγματα της Εθνοφυλακής σηκώνουν σημαίες με συνθήματα «Δημοκρατία ή θάνατος».

Την ίδια μέρα για να προφυλαχθεί ο στρατιωτικός εξοπλισμός απ’ τους Πρώσους, ο λαός τον μεταφέρει στα χέρια σχεδόν απ’ το πάρκο Μονσώ στα υψώματα της Μονμάρτης. Την 1η Μάρτη οι Γερμανοί παρελαύνουν στο Σανζελιζέ. Έτσι λοιπόν ο Ρεμπώ δεν μπορεί να παραπονεθεί ότι πλήττει. Αυτές τις μέρες «ρουφάει κυριολεκτικά τις γραμμές των δημοκρατικών εφημερίδων». Στην «Λε κρι ντε πεπλ» σε άρθρο του Ζυλ Βαλές διαβάζει πως η επανάσταση που αρχίζει πρέπει να ’ναι κοινωνική: «Δεν είναι αρκετό να ’σαι Δημοκράτης ή Γιακωβίνος. Πρέπει να γίνεις σοσιαλιστής».

Διαβάζει φλογερά άρθρα για την κόκκινη σημαία, για την Εθνοφυλακή, το ηρωικό Παρίσι, που έδωσε όρκο πως θα υπερασπίσει τη Δημοκρατία απ’ την εσωτερική αντίδραση κι έτσι θα την υπερασπίσει κι απ’ τους Γερμανούς.

Στην εφημερίδα «Περ Ντυσέν» που συντάκτης της είναι ο ποιητής Βερμέρς διαβάζει μια δριμύτατη προειδοποίηση προς τους ιδιοκτήτες που θέλουν να πετάξουν στο δρόμο τους φτωχούς πολίτες. Σε μια σειρά άλλες εφημερίδες τυπώνεται ένα φλογερό κάλεσμα για αγώνα μαζί με το λαό στους “Dons Dourgreu”.

Οι λόγοι που ο Ρεμπώ αφήνει το Παρίσι κι επιστρέφει στην πατρίδα του δεν είναι γνωστοί. Εξακολουθεί όμως να νιώθει τους αγώνες της Κομμούνας. Δημιουργεί αρκετά ποιήματα. Απ’ αυτά τα πιο ενδιαφέροντα είναι: «Τα παριζιάνικα όργια» ή «Το Παρίσι κατοικείται απ’ την αρχή», «Τα χέρια της Ζαν Μαρί». Σαν φωνή που βγαίνει απ’ την Κομμούνα είναι το σημαντικό του ποίημα «Το μεθυσμένο καράβι». Το ποίημα «Το Παρίσι κατοικείται απ’ την αρχή», γράφτηκε κάτω απ’ την επίδραση των πρόσφατων εντυπώσεων απ’ την καταστροφή της Κομμούνας. Με μια ανάσα εξωτερικεύει αυτό που μαίνεται σαν καταιγίδα στην καρδιά του, το μίσος, την οργή, την περιφρόνηση και την αγάπη, την έκσταση και την ελπίδα. Φαίνεται ότι ο ποιητής δεν ήταν σε κατάσταση για να τοποθετήσει σε κάποια συνεπή σχέση την καταιγιστική ορμή των αισθημάτων και τις σκέψεις του.

Το αυθόρμητο των αισθημάτων, καθορίζει και τη μορφή των στίχων όπου υπερέχουν τα ερωτήματα, τα καλέσματα, εκφρασμένα με νέες εκφράσεις, ανείπωτες ως τότε στον ποιητικό λόγο. Με μια πρώτη ματιά θα νομίσει κανείς ότι λείπει η ενότητα στο δημιούργημά του. Δεν είναι όμως έτσι. Διαγράφονται πολύ καθαρά δύο γραμμές: Η οργή και η περιφρόνηση για τις Βερσαλίες — η αγάπη κι ο θαυμασμός για το έργο των Κομμουνάρων. Όλα ειπώθηκαν μέσα από φωτεινούς εύπλαστους στίχους και μοναδική αμεσότητα. Πόσο απλός να ηχεί ο στίχος:

«Κι έτσι, η Κομμούνα ερείπωσε
κι ο κόσμος ορφάνεψε».

Ο κόσμος ορφάνεψε. Μόνο δυο λέξεις και μέσα σ’ αυτές χώρεσαν η απεραντοσύνη αισθημάτων και σκέψεων και συνειρμών. Ξέρει τι έχασε η ανθρωπότητα; Να οι στίχοι που ζωγραφίζουν το Παρίσι, κατά τη διάρκεια της «Ματωμένης Εβδομάδας»:

Ω, πόλη βασανισμένη ετοιμοθάνατη
που πάντα απλώνεις τα χέρια στο μέλλον
που άνοιγες διάπλατα τις πόρτες των υπέροχων
σπιτιών σου.
Ω πόλη στο παρελθόν ήταν η λάμψη…

Μέσ’ απ’ την καταιγίδα έρχεται ο ήχος κορυφαίας ποίησης:

Ταραγμένες δυνάμεις σε σέρνουν στο δρόμο τους
και το έργο σου βράζει κι ο θάνατος γρυλίζει δηλητηριασμένα
χαρωπά σαλπίζουν οι σάλπιγγες
πάνω απ’ την αψίδα σου.

θα μαζέψω τα δάκρυα των πολυβασανισμένων,
το μίσος των δούλων, την κραυγή κάθε πόνου
ακτίνες αγάπης και σημαίες κόκκινες
και να οι στροφές έτοιμες μπροστά σας.

Ω, να που όλα μπήκαν σε τάξη πια
κι όργια θ’ αρχίσουν κάθε βράδι,
πάνω τους όμως πάλι θα λάμψουν
μακάβριες φλόγες με νέο άγριο πάθος.

Πολλά γράφτηκαν για τη συμμετοχή των γυναικών. Μαζί μ’ αυτό δημιουργήθηκαν διάφοροι μύθοι — άλλοι κακόβουλα κι άλλοι καλοπροαίρετα. Για τους εχθρούς αυτές που συμμετέχουν είναι «πυρπολήτριες» — για τους φίλους μάρτυρες — ηρωίδες. Για τον Ρεμπώ η Κομμούνα δεν είναι μύθος αλλά πραγματικότητα. Ο ίδιος έκφρασε κι αναδημιούργησε ποιητικά τη μορφή και τα χέρια της γυναίκας, υψώνοντάς την σε σύμβολο ομορφιάς και ζωής. Το ποίημα φέρνει την επικεφαλίδα «Τα χέρια της Ζαν Μαρί» (είναι μεταφρασμένο στο βιβλίο για τον Ρεμπώ απ’ τις εκδόσεις «Πλέθρο»).

Στο τέλος του ’81, τον Σεπτέμβρη, μετά από πρόσκληση του Βερλαίν — με τον οποίο αλληλογραφεί — φθάνει στο Παρίσι. Η Κομμούνα έχει σβήσει αλλά το αίμα των 40.000 Κομμουνάρων είναι ακόμα νωπό. Οι φυλακές είναι γεμάτες από αγωνιστές που περιμένουν τις δίκες των στρατοδικείων. Ο Σηκουάνας ξεβράζει ακόμα πτώματα κι απ’ τα ερείπια κάποιων κτιρίων βγαίνει η μυρωδιά των πτωμάτων.

Ο Ρεμπώ μόλις έκλεισε τα 17 χρόνια και στη ζωηρή φαντασία του ζει τη φρίκη της «Ματωμένης βδομάδας».

Για το τι σκέψεις και τι αισθήματα τον διαπερνούν, κανείς απ’ τους μελετητές του δεν έχει κάποια εξακριβωμένη μαρτυρία. Αλλά ο Ρεμπώ για το τελευταίο τρίμηνο του ’71 άφησε ένα καθολικό ντοκουμέντο για την παγκόσμια ποίηση. Είναι το μικρό του ποίημα «Το μεθυσμένο καράβι».

Όλοι οι «Ρεμπωβικοί» ανεξάρτητα απ’ τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις είναι απολύτως σύμφωνοι ότι είναι το πιο συμβολικό δημιούργημά του. Ο κάθε στίχος κι η κάθε στροφή είναι σύμβολο. Κάθε τι έχει το ρεαλιστικό του αντίκρυσμα, εκείνο που αυτός είδε στο Παρίσι, αυτό που διαμορφώνεται σαν ποιητικό όραμα.

Ο Ρεμπώ σκέφτεται μέσα απ’ τα σύμβολα και το καθένα έχει τη δική του σημασία. Το ζήτημα είναι όπως είπε κι ο Δάντης «κάτω απ’ το περίβλημα του συμβόλου ν’ αποκαλύψεις τη σημασία του αντικειμένου». Όχι το ίδιο το αντικείμενο, όχι το στοιχείο από μόνο του, όχι το φαινόμενο καθ’ αυτό, αλλά τη σημασία του. Αυτό είναι δύσκολο, ίσως κι ακατόρθωτο. Η δυσκολία είναι στις ιδιαιτερότητες του συμβολισμού στον Ρεμπώ. Κι αν δοκιμάζαμε να εισχωρήσουμε στο έργο του, τότε σημαίνει να μπούμε στο λαβύρινθο της ποίησής του κι εδώ ο χώρος δεν το επιτρέπει. Θα σημειώσουμε μόνο το παρακάτω:

Ο Ρεμπώ πιστεύει ότι η ποίηση είναι ονειροκρίτης. Ο ποιητής είναι το μέντιουμ˙ «εγώ δεν σκέφτομαι — εμένα σκέφτονται — Πιστεύω σ’ αυτό που δεν είναι αλλά μπορεί να γίνει». Αστεία ή σοβαρά — σύμφωνα με τον Βερλαίν στ’ αστεία — έγραψε το δικό του «Σονέττο των φωνηέντων», στο οποίο λέει ότι το κάθε φωνήεν έχει το δικό του κρυφό νόημα. Παράξενη ποιητική αλλά στη βάση της αποδεκτή.

Μεγάλη απόδειξη είναι το “le bateau ivre” (το μεθυσμένο καράβι). Ο Ρεμπώ που ποτέ του δεν είδε θάλασσα, δημιουργεί τέτοιες αναπαραστάσεις, τέτοιες μορφές, τέτοιες οπτασίες που δεν τις συναντάμε ούτε στους δυνατούς ρομαντικούς τραγουδιστές της θάλασσας.

Ο Ρεμπώ γοητεύει κι αν ο αναγνώστης δεν στερείται φαντασίας αρχίζει τότε ν’ αποδέχεται τις δικές του μορφές. Κι όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, εμείς σαγηνευόμαστε, γινόμαστε οι μάντεις που αρχίζουμε να σκεφτόμαστε μέσα απ’ αυτόν.

Στην ουσία εδώ δεν υπάρχει καμιά μεταφυσική. Υπάρχει αυτό που κάποιοι ονομάζουν «μαγεία του λόγου». Με άλλα λόγια γινόμαστε «συνένοχοι» του ποιητή.

Όπως σημειώνει το ποίημα γράφτηκε σαν συνέπεια της ήττας της Κομμούνας μετά δυο-τρεις μήνες απ’ την συντριβή της. Το βασικό υλικό του ποιήματος είναι παρμένο απ’ τα ερείπια της Κομμούνας και περνάει μέσα απ’ το «δημιουργικό εργαστήρι του ποιητή».

Είδα τους ουρανούς κομματιασμένους
αλλόκοτα σχισμένους και πλημμύρες
κι ανεμοστρόβιλους απ’ άκρη σ’ άκρη.
Είδα τον ήλιο, στη φρίκη και με σπασμούς
μυστικούς πάνω απ’ αυλάκια πνιγμένο αίμα να γέρνει.

Εδώ δεν υπάρχει σχεδόν κανείς συμβολισμός. Οι τελευταίες δύο στροφές είναι αποδείξεις της ψυχικής κατάστασης του νεαρού ποιητή.

Δεν μπορώ λουσμένος στη γλυκιά κούραση,
Ω, κύματα, να πετάξω πάλι, πάλι πόσο γρήγορα,
κι ούτε να κολυμπήσω, στις μαύρες πλωτές γέφυρες
κάτω απ’ το βλέμμα τους
κι ούτε να περάσω κάτω απ’ την περήφανη
σύναξη των σημαιών.

Τί είναι αυτές οι πλωτές γέφυρες, η «περήφανη σύναξη των σημαιών». Ο υπαινιγμός αυτός μας οδηγεί στις γέφυρες του Σηκουάνα που στα φυλάκια στέκονται οι φρουρές της νικήτριας αντίδρασης, «το τρομερό βλέμμα των πλωτών γεφυρών». Ο Ρεμπώ τους παρατηρούσε τον Οκτώβρη – Νοέμβρη του ’71 κι ένιωθε μέσα του αυτό το «τρομαχτικό βλέμμα».

Πρέπει να πούμε ότι ο δημιουργικός δρόμος του ποιητή ήταν σύντομος. Το τελευταίο του έργο είναι «Μια εποχή στον Άδη» 1873. Μετά απ’ αυτό σχεδόν σωπαίνει. Αλλά είναι μόλις 19 χρόνων. Η ανησυχία του τον σπρώχνει στα διαφορετικά άκρα της Ευρώπης και τέλος στην Αιθιοπία όπου έγινε αντιπρόσωπος εμπορικής εταιρίας. Η κακοήθης γάγγραινα στο πόδι του τον αναγκάζει να γυρίσει στην πατρίδα του για να πεθάνει σε κλινική της Μασσαλίας στις 10 Νοέμβρη του 1891. Η Γαλλία δεν μπορούσε να υποθέσει ότι εκεί πέθανε ένας από τους πιο μεγάλους ποιητές. Στο νοσοκομειακό φάκελο γράφτηκε ότι απεβίωσε ο «έμπορος Ρεμπώ».

Τώρα που είναι παγκόσμια αναγνωρισμένος, είναι ο λατρευτός της νεολαίας. Στην δοξασμένη εποποιία της Παρισινής Κομμούνας αυτός έχει άξια θέση σαν δικός της εμπνευσμένος ποιητής.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: