Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Αποχαιρετισμός» του Γιάννη Ρίτσου

Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονών. (…)Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να σκεφτείς;

Σαν σήμερα, στις 3 του Μάρτη 1957, χάνει τη ζωή του μετά από δεκάωρη μάχη με δυνάμεις του βρετανικού στρατού κατοχής, ο Κύπριος αγωνιστής της ΕΟΚΑ Γρηγόρης Αυξεντίου. Οι Άγγλοι αποικιοκράτες τον έκαψαν ζωντανό, αφού έριξαν βενζίνη σε μια σπηλιά στην Μονή Μαχαιρά, στην Κύπρο, όπου είχε οχυρωθεί.

Ο Γιάννης Ρίτσος εμπνεύστηκε από τον αγώνα και το θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου κι έγραψε το ποίημα «Αποχαιρετισμός».

«Θυμάμαι πως γράφοντας τον «Αποχαιρετισμό» έκλαιγα σαν παιδί όπως όταν έγραφα και τον «Επιτάφιο» (στον Αυξεντίου υπάρχουν «ολόσωμα» τα προσωπικά μου βιώματα της Μακρονήσου)», έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος.

Το ποίημα κυκλοφορεί αυτοτελώς εκδομένο από τις εκδόσεις Κέδρος, με τίτλο «Αποχαιρετισμός – Οι τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά».

Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Αποχαιρετισμός» του Γιάννη Ρίτσου

Γρηγόρης Αυξεντίου (1928-1957)

Όπως σημειώνει η Ελένη Μηλιαρονικολάκη στον Ριζοσπάστη: “«Ο Αποχαιρετισμός» – βασισμένος σε βιώματα του ποιητή από το κολαστήριο της Μακρονήσου – φαίνεται πως αποτελεί ποιητική επεξεργασία εσωτερικών του διεργασιών σε μια δραματική στιγμή, που έχει καταγραφεί στη μαρτυρία κάποιου συναγωνιστή του. Είναι η στιγμή που οι δεσμοφύλακές του τον περιμένουν στην κεντρική σκηνή του Διοικητηρίου, στην κορυφή ενός λόφου, για να υπογράψει δήλωση μετάνοιας κι αποκήρυξης του κομμουνισμού, με τους τηλεγραφητές και τα επιτελεία της εθνικής ραδιοφωνίας σε επιφυλακή για τη θριαμβευτική αναμετάδοση της είδησης στο πανελλήνιο και στο εξωτερικό.

Ίσως να μπορούσα να γλυτώσω. Ισως μπορούσα
ν’ αντέξω την καταφρόνια ή τη συγγνώμη ή και τη λησμονιά των άλλων.
Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί;
κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας;

Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Αποχαιρετισμός» του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

γράφει και συνεχίζει, εξηγώντας ταπεινά στους συντρόφους του, που οι περισσότεροι δεν τα κατάφεραν να αντέξουν, τη μεγάλη αλήθεια του:

Ξέρω πως θα μπορούσε να είμαι στη θέση σας, αδέλφια μου που φύγατε,
γιατί ξέρω όπως κι εσείς τι θα πει πόνος και φόβος,
μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ’ τον πόνο και το φόβο σας,
όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα το φόβο της ψυχής μου….
Όλα είναι τόσο δύσκολα,
κι ίσως για τούτο ν’ αξίζουν. Ομως δε θα μπορούσα
να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου.
Συγχωράτε με. Γεια σας.”

Στο βίντεο ο μεγάλος μας ποιητής διαβάζει το ποίημά του:

Από το διαδίκτυο αντιγράφουμε μερικά ακόμα μικρά αποσπάσματα:

Α Π Ο Χ Α Ι  Ρ Ε Τ Ι Σ  Μ Ο Σ

(Ο Γρηγόρης ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ  αποκλεισμένος
στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά).

Τέλειωσαν πια τα ψέματα – δικά μας και ξένα
Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πια
Να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
Κι  όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,
Να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ – (για ποιόν; Για μένα;
Για τους άλλους;) Πρέπει.
Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.

(…)Ένας τμηματικός θάνατος; Πρέπει να τον γνωρίσω.
Δεν προφταίνω.
Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα
ν’ αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας; Θα μπορούσα να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατα
σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη
που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της;

(…)Αν  έβγαινα παραδίνοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας  με χέρια και με πόδια (κάθε έξοδος είναι  στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου – Ποια ψυχή μου ;
Δεν πρόφτασα όλη να τη δοκιμάσω, να τη γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται τούτη η στιγμή, να μάθω που και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως θα μπορούσε νάμαι στη θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,
μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ’ τον πόνο μου κι απ’ το φόβο σας, όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την ξέρω – ο ίσκιος της κάθε κίνησής μου μεγάλωνε απέραντα πάνω σ’ έναν τρομαχτικά κάτασπρο τοίχο,
και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους κ’ υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με τούτο το φόβο της ψυχής μου γλύτωσα απ’ το φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο το φόβο, και μπορείτε να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να φοβόμαστε.

(…)Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ’ ίσως να τη δώσω σα μια χαρά στους άλλους. Πως ; Με τι ; ” Μα πρέπει “.
Τι  πρέπει ; Ποιος μιλάει ; Τι λέει ; Γιατί ; ” Μα πρέπει “.
Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από μένα ; και ποιοι ; Κ’ οι φτωχοί, κ’ οι αδικημένοι, κ’ η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.
Ένα κόκκινο φως μέσα κ’ έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.
Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.
Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις με τα πράγματα – να υπάρξουν χεροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα φύγαν. Δεν τα βλέπω.
Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστο, να τις κρατήσω – νάβρω κάποιο τρόπο να τις δώσω.-

(…)Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να σκεφτείς;
Δεν πρόφτασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστο, τούτη η ολόκληρη στιγμή μου για να ζήσω ολόκληρος.

(…)Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια.

(…)Αν  με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ’ άξιζε  και να με αγαπήσετε, όπως κ’ εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια.

(…)Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονών.
Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέροντας
πως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας
(ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).
Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σας
και θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα – ίσως μικρός για  μια τέτοια ευτυχία. Μια πράξη σωστή  είναι το πήδημα του  ανθρώπου έξω απ’ τη μοναξιά.
Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων.
Είμαι έτοιμος.
Δε  δέχομαι, όχι, τη θυσία  για το θάνατο. Τη δέχομαι
Μονάχα για τη ζωή – για μια ζωή που πια δε θα
Απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.

(…)Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σου
Όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς
να τα διαθέσεις μόνος σου
όταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.

(…)Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;-
Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου.
Δε θα σέιδει ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: “Είμαι πέρφανη για το γιο μου, – κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου”.
Έτσι. Γεια σου, μάνα. (…)

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: