«Κοιμήσου, κόκκινη αδελφή της Επανάστασης…» – Έξι ποιήματα για την Ηλέκτρα

Στις 26 του Ιούλη 1944 το άψυχο σώμα της κομμουνίστριας ηρωίδας Ηλέκτρας Αποστόλου παραμορφωμένο και μισοκαμένο, κείτεται πεταμένο στην άκρη ενός δρόμου της Αθήνας. Η Ηλέκτρα υπερασπίστηκε τα ιδανικά, την ιδεολογία και τους αγώνες της, και χιλιάδων ακόμα λαϊκών αγωνιστών, για μια κοινωνία λεύτερη από εκμετάλλευση και ειρηνική, με το λαό να κάνει κουμάντο στον τόπο του και θυσίασε τη ζωή της γι’ αυτά.

«Κοιμήσου, κόκκινη αδελφή της Επανάστασης…» - Έξι ποιήματα για την Ηλέκτρα

«Πώς λέγεσαι;
— Ελληνίδα.
— Ποιοι είναι οι συνεργάτες σου;
— Οι Έλληνες.
— Από πού παίρνεις εντολές;
— Από την πατρίδα…»

Οι απαντήσεις της Ηλέκτρας Αποστόλου στους φασίστες βασανιστές της καταγράφηκαν για πάντα στη μνήμη του λαού μας. Η Ηλέκτρα δε λύγισε στα πιο φριχτά βασανιστήρια, στα χέρια των κτηνανθρώπων της Ειδικής Ασφάλειας, στο άντρο της οδού Ελπίδας. Στις 26 του Ιούλη 1944 το άψυχο σώμα της παραμορφωμένο και μισοκαμένο, κείτεται πεταμένο στην άκρη ενός δρόμου της Αθήνας.

Την Ηλέκτρα τη βασάνισαν για να της αποσπάσουν μυστικά για την οργάνωση της Αντίστασης και τον μηχανισμό του ΚΚΕ, του οποίο ήταν στέλεχος.

Η Ηλέκτρα υπερασπίστηκε τα ιδανικά, την ιδεολογία και τους αγώνες της, και χιλιάδων ακόμα λαϊκών αγωνιστών, για μια κοινωνία λεύτερη από εκμετάλλευση και ειρηνική, με το λαό να κάνει κουμάντο στον τόπο του και θυσίασε τη ζωή της γι’ αυτά.

Η Ηλέκτρα δεν πέθανε. Θα ζει για πάντα στις καρδιές μας και στους σύγχρονους αγώνες η θυσία της θα δείχνει το δρόμο.

Οι Γιάννης Ρίτσος, Βασίλης Ρώτας, Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, Ασημάκης Πανσέληνος, Θοδόσης Πιερίδης και Αντώνης Στεμνής,  εμπνεύστηκαν από την ηρωική θυσία της Ηλέκτρας Αποστόλου. Παρουσιάζουμε έξι ποιήματά τους.

***

ΗΛΕΚΤΡΑ, του Γιάννη Ρίτσου

Ηλέκτρα μας,
η ώρα της λευτεριάς έφτασε
κι εσύ λείπεις.
Τις νύχτες
τα χωνιά του ΕΛΑΣ
διαλαλούν τις νίκες μας
κι εσύ δεν ακούς.
Καισαριανή, Παγκράτι, Κοκκινιά
ανεμίζουν τα κόκκινα φλάμπουρα
που ’ραψες, βελονιά τη βελονιά,
πληγή πληγή, με τα χέρια σου,
και συ δε βλέπεις.

Ηλέκτρα μας,
η μυρωδιά απ’ την καιόμενη σάρκα σου
χνωτίζει τα τζάμια στις φτωχές συνοικίες μας,
όμως η φλόγα του αίματός σου
ανάβει το λυχνάρι μας, το τζάκι μας
και τις καρδιές μας,
γράφει με κόκκινο στις μάντρες των εργοστασίων
το τρίγραμμα της ταυτότητάς σου:
ΚΚΕ.

Όταν, με τις φωτιές και τα μαστίγια, οι βασανιστές σου
σε ρώτησαν: «Ποιό τ’ όνομά σου;»
«Ελληνίδα», αποκρίθηκες.
“Όταν σέ ρώτησαν: «Και ποια η φαμίλια σου;»
«Το ΚΚΕ», είπες.
“Όταν σέ ρώτησαν: «Ποια η τελευταία επιθυμία σου;»
«Θάνατος στο φασισμό — αποκρίθηκες —
λευτεριά στο λαό της Ελλάδας,
λευτεριά στους λαούς όλου του κόσμου».
Κι έγινε μέγα φως, κι έλαμψες όλη,
όρθια, φλεγόμενη λαμπάδα
μπροστά στην όρθια Λευτεριά.

Ηλέκτρα μας, —
όχι, λοιπόν. Δε λείπεις.
Ποτέ δεν έλειψες απ’ τον αγώνα,
ποτέ δε θα λείψεις απ’ τη μνήμη μας.
Τούτη την ώρα
στ’ όνομά σου ορκιζόμαστε:
Λευτεριά.
Στ’ όνομά σου ορκιζόμαστε:
Εκδίκηση.
Στ’ όνομά σου ορκιζόμαστε:
να σου μοιάσουμε.

Κοιμήσου ήσυχα.
Κοιμήσου, αδελφή του Κόμματός μας.
Κοιμήσου, κόκκινη αδελφή της  Επανάστασης.
Μην πικραίνεσαι
που ’ναι τα μάτια μας λιγάκι κόκκινα.
Δεν είναι από το κλάμα,
μα απ’ την οργή κι απ’ την αγρύπνια,
απ’ την αγρύπνια στο πρώτο χαράκωμα,
εκεί πού στάθηκες πάντα,
εκεί πού έπεσες.

Κοιμήσου ήσυχα, συντρόφισσα.
Κοιμήσου, αδελφή του Κόμματός μας.
Η Λευτεριά κι η Εκδίκηση πλησιάζει.

ΑΘΗΝΑ, Αύγουστος 1944

 

[Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τραγούδια της Αντίστασης», εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», Βουκουρέστι, Οχτώβρης 1951, και στον Ριζοσπάστη 25/7/1976. —Γιάννης Ρίτσος, «Συντροφικά τραγούδια», εκδ. Σύγχρονη Εποχή (4η), Αθήνα 2009]

***

ΗΛΕΚΤΡΑ! του Θοδόση Πιερίδη

Φέρνουμε τη φωτιά που σ’ έκαψε
ορθόφλογη που σ’ έκανε λαμπάδα
και πια δεν σβύστη. Έγινε ήλιος μεγαλόφωτος
κι’ αστράφτει μέσα μας κι απάνω στην Ελλάδα!

 

[Κώστα Μπίρκα, «Ηλέκτρα Αποστόλου, η αθάνατη ηρωίδα του έθνους», Αθήνα 1978]

***

ΗΛΕΧΤΡΑ, του Βασίλη Ρώτα

A’

Kαι τώρα oι δυο μας,
Ηλέχτρα.
Εμείς οι δυο
κλεισμένοι εδώ,
να η ζωή κι ο κόσμος.
Σε λεν Ηλέχτρα,
με λεν Καθρέφτη.
Εσύ ’σαι φως
κι εγώ σκοτάδι
και σε σβήνω.
Εσύ ’σαι θάρρος
κι εγώ ’μαι φόβος
και σε χτυπάω.
Εσύ σαι ελπίδα
κι εγώ ’μαι αγκούσα
και σε δαγκώνω.
Εσύ η χαρά
κι εγώ ’μαι η θλίψη
και σε πατάω.
Εσύ ομορφιά
κι εγώ η ασκήμια
και σε στραβώνω.
Εσύ ’σαι αγνότη
κι εγώ ’μαι ασέλγεια
και σε μολέβω.
Εσύ τιμή
κι εγώ ντροπή
και σε λερώνω.
— Ανόητε δούλε,
δεν ξέρεις τι ’σαι,
ούτε τί κάνεις:
το σκοτάδι δε μπορεί
να σβήσει το φως.

Β

Σε λεν Καθρέφτη, μπόγια, και πιστά
καθρεφτίζεις εσύ τον Σατανά.
Σε καταριέμαι: τ’ όνομά σου αυτό
να μείνει αιώνιο σύμβολο φριχτό.
Γυναίκες να θυμάστε: όταν ματιές
στον καθρέφτη θα ρίχνετε γλυκιές
βλογάτε την Ηλέχτρα, που φριχτά
μαρτύρησε γι’ αυτή σας τη χαρά.

Γ

Είμουνα μάνα κι αδερφή
κι είχα το σέβας, την τιμή·
τα λόγια μου η αστροφεγγιά
το γέλιο μου άνοιξη γλυκιά.
Σε κλούβα μ’ έκλεισαν εδώ,
κορμί μου ολόγδυτο σαν ζώο·
μαζί κι ο θηριοδαμαστής.
Αχ, ποιο είν’ το νόημα της ντροπής;

Δ

Πού ’ναι το σέβας στη μητέρα, πού ’ν’ η αγάπη
στην αδερφή, πού ναι η τιμή; Πού ’ναι η συμπόνια;
Τί μού ξεσκίζεται μέσ’ στο άθλιο μου κορμί;
Δεν είναι πόνος, δεν είναι ντροπή,
παρά απορία: δε φαντάστηκα ως εκεί φριχτή
την τυραννία.
Ολόγδυτη ύπαρξη δεμένη χεροπόδαρα
στη διάθεση του μπόγια, ενού που φαίνεται άντρας,
όμως δεν είναι ούτ’ άνθρωπος.
Κύριος είναι, με κολάρο και γραβάτα:
πως με κουρελιάζει, πως με πιλατεύει,
με γουρλωμένην ούγαινας ματιά, γορίλα μούτρα
κι όμως μιλάει κι έχει μάγουλα κι αφτιά.
Βαμένα στο αίμα δάχτυλά του και μανίκια.
Με σκίζει, με τρυπάει, με σακατεύει,
κλωτσάει με μπότες ματωμένες,
χάμω το ολόγυμνο κορμί μου.
Μου βάζει το αναμένο του τσιγάρο
στις ρόγες των βυζιών μου στα γεννητικά μου·
ώ ανθρώποι, ώ γέννες μου, ώ παιδιά μου!
Ώ τούτη η γνώση, πως κι αυτός είν’ άνθρωπος,
τούτη με καίει, μ’ αναγουλιάζει,
κι όχι, όχι οι πόνοι, όχι η τσίκνα η πνιγερή
που βγαίνει από τις σάρκες μου.
Ώ τι κακό, εξουσία σε δειλού
χέρια, ώ δύναμη μαύρη, δίχως νου!

Ε

Φέρτε κορίτσια μπάλσαμα,
φέρτε κορίτσια αρώματα
να πλύνουμε τούτ’ το κορμί
που το βασάνισαν πολύ.
Που ’ναι το αθάνατο νερό
για τούτ’  το σώμα το ιερό;
Αχ μάνα κι αδερφούλα μας
πώς να σε ιδούν τα μάτια μας;
θέμε να σ’ αγκαλιάσουμε
και πώς να σ’ αγκαλιάσουμε,
που έχεις γίνει απέραντη;

 

[Βασίλη Ρώτα – Βούλας Δαμιανάκου, «Μνημόσυνο», Αθήνα 1961]

***

ΗΛΕΚΤΡΑ! της Σοφίας Μαυροειδή – Παπαδάκη

Αγάπησες και δόθηκες με πάθος στον αγώνα
με τη γυναίκεια σου ψυχή, μια φλόγα μυστική.
Δεν έσκυψες ποτέ το μέτωπο, δεν λύγισες το γόνα,
μ’ αντρίκιο θάρρος πάλαιψες ΗΛΕΚΤΡΑ ηρωική.

Μάνα που σφιχταγκάλιασες στο μητρικό παλμό σου
όλες τις μάνες τις πικρές.
Και τα παιδιά τους λάτρεψες όμοια με το δικό σου
που σ’ εξορίες τ’ ανάθρεψες και μαύρες φυλακές.

Μια φλογισμένη ήσουν καρδιά για του λαού τον πόνο
γι’ αυτό υψωνόσουνα πύρινη ρομφαία μπρος στη σκλαβιά.
Κι’ από τη γιγάντια αγάπη σου αντλούσες μίσος μόνο
για κείνους που βασάνιζαν γυναίκες και παιδιά.

Κι ω! πόσο στάθηκες ψηλά στου μαρτυρίου την ώρα.
Αδάκρυτη, ανυπόταχτη σε καίγαν ζωντανή.
Κι εσύ απ’ τις φλόγες έβλεπες να βγαίνει λαμπροφόρα
η πλάση που ονειρεύτηκες ΗΛΕΚΤΡΑ ηρωική.

 

[Στο Ριζοσπάστη (1946) — Κώστα Μπίρκα, «Ηλέκτρα Αποστόλου, η αθάνατη ηρωίδα του έθνους», Αθήνα 1978]

***

ΗΛΕΚΤΡΑ, του Ασημάκη Πανσέληνου

Δεν είτανε ποτέ η καρδιά σου σύννεφο,
είταν μονάχα ένα όνειρο αγριεμένο,
το ’χαν προσέξει οι ύαινες κι οι πάνθηρες
στο βλέμμα σου όταν ήρθαν να ’βρουν άσυλο,
την ερημία της ζούγκλας φοβισμένες.

Φυσούσε αγέρας στις πτυχές των ρούχων σου
τρικύμιζε ωκεανός μες στα μαλλιά σου
τα παλιοπάπουτσά σου βηματίσανε
πάνου στ’ αχνάρια της Δημιουργίας.
Τη νύχτα που σε κάψαν και σε σκότωσαν
βγήκε ένα δέντρο στο νεκροτομείο
για μια στιγμή στο στήθος σου κελάιδησαν
μαζί όλα τα πουλιά της οικουμένης,
την αντιμέτρησή σου με το θάνατο
τον πρόγκηξες σα νεόπλουτο χωριάτη,
δεν είχες ούτε του ήρωα την αναίδεια
ούτε τη βαρβαρότητα του αγίου,
πάνου στον τάφο σου ήρθε και ξαγρύπνησε
μια νύχτα σιωπηλός ο Δον Κιχώτης.

Ηλέκτρα, Ηλέκτρα, είσαι η Ελλάδα ολάκαιρη,
χώρα της οργισμένης ευλογίας,

Ελλάδα, Ελλάδα, σήκωσες τα χέρια σου
κι έδειξες στους ανθρώπους να είναι ανθρώποι

 

[Ανθολογία Ελληνικής Αντιστασιακής Λογοτεχνίας 1941-1944, τόμος ΙΙ Ποίηση, — Επιλογή: Έλλη Αλεξίου, εκδ. Ηριδανός]

***

[Της Ηλέχτρας] του Αντώνη Στεμνή

(..)
Το Α΄ Συνέδριο της ΚΝΕ
Αρματωμένο μα τα κύρια ονόματα
Αυτών που χάθηκαν και ζούνε:
Της Ηλέχτρας
Και του Σουκατζίδη
Των τριών του Υμηττού
Και του Χρήστου Μαλτέζου
Του άγνωστου νεολαίου
Και του ήλιου της νεολαίας».

 

[Κώστα Μπίρκα, «Ηλέκτρα Αποστόλου, η αθάνατη ηρωίδα του έθνους», Αθήνα 1978]

Δείτε ακόμα:

Γιώργος Ηρακλέους – “Ηλέκτρα Αποστόλου”

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: