Όταν η Ροσάνα Ροσάντα έγινε κομμουνίστρια

“Αντίο απαραβίαστο του ατόμου μου, αντίο απλό ζεστό μέλλον, αξιέπαινες φιλοδοξίες, αντίο αθωότητα.”

Με αφορμή το χθεσινό θάνατο της Ροσάνα Ροσάντα, ιστορικού στελέχους για δεκαετίες του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος, με μια πορεία σε αντίστιξη με τις ποικίλες περιπέτειες, παρεκκλίσεις και διασπάσεις του ΙΚΚ, μεταγράφουμε ένα τμήμα από την αυτοβιογραφία της, με τίτλο “Το κορίτσι του περασμένου αιώνα”, μτφρ. Τόνια Τσίτσοβις, όπου αναφέρεται στο πώς ως νεαρή φοιτήτρια ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία:

Στο Μιλάνο όπου βρισκόμουν, πρώτα οι συνομήλικοί μου και στη συνέχεια οι αντάρτες, έπρεπε να απελευθερωθούμε από τους φασίστες και μετά από τους Γερμανούς. Ήταν και εμφανίστηκε σαν εμφύλιος πόλεμος, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών που δε γινόταν με ωραίο τρόπο, με όλους τους τύπους. Δεν είναι εύκολο να στήσεις στον τοίχο τη χώρα σου -ούτε για ένα άτομο σαν και μένα, χωρίς ρίζες και χωρίς άλλη ιστορία πέρα από την ατομική του. Ήταν πολύ νωρίς, ήμουν πολύ νέα, ήξερα πολύ λίγα πράγματα, ήταν μια πρόωρη αποκοπή, που δεν μπορούσα ούτε να κλάψω. Ο Μπάνφι θα έγραφε το Μοραλισμός και Ηθικότητα για εμάς. Έπρεπε να τελειώνουμε με την Ιταλία, τη μόνη που είχαμε γνωρίσει, όπου το όριο ανάμεσα στον φασισμό και τον μη φασισμό ήταν αβέβαιο, τώρα το γνωρίζαμε, και χωρίς τον πόλεμο θα είχε διαρκέσει περισσότερο.

Η Κοινωνική Δημοκρατία (σ.σ. εννοεί το βραχύβιο κράτος που ίδρυσε ο Μουσολίνι μετά την ιταλική συνθηκολόγηση του ’43 με τη στήριξη των ναζί στη Β. Ιταλία, γνωστό κι ως “Δημοκρατία του Σαλό”) φάνηκε προς στιγμήν να υπολογίζει αυτήν την οδύνη, αλλά έκανε απίθανες επιχειρήσεις, τα θαλάσσωσε μιλώντας για σοσιαλισμό, για ρεπουμπλικανισμό, για ανατροπή. Κάτω από τα γερμανικά περίστροφα. Δεν τους πίστεψε κανείς. Εάν πολλοί δίστασαν, αυτό έγινε μπροστά στο γυμνό δίλημμα αν θα έπρεπε να παραδοθούν ή να κρυφτούν ή να πάνε στο βουνό. Δεν είδα στρατιές αγοριών και κοριτσιών που να έχουν ενστερνιστεί τα ιδανικά του Σαλό. Εγώ δεν τις συνάντησα ποτέ. Υπήρξε μόνο μια συμφοιτήτριά μου που είχε στο σπίτι της τη φωτογραφία του Μουσολίνι, με κάλεσε μια φορά, δεν ξαναπήγα, δεν επέμενε. Δε χρειάστηκε να παραμερίσω για να περάσουν πορείες ή ομάδες φασιστών, εκείνο τον Οκτώβρη δεν υπήρχαν, παρόλο που ήμουν ανάμεσα σε άτομα κάθε είδους. Τις ώρες που υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας, ο πόλεμος πετάει τους πάντες στον δρόμο, πάνω στα ταλαντευόμενα μέσα συγκοινωνίας, στο τρένο, στο πανεπιστήμιο, στις ουρές για τα δελτία, οπουδήποτε. Και αμφιβάλλω αν υπήρξαν εκείνες οι στρατιές των πιστών νέων το 1943. Ένας πυρήνας νέων επέλεξαν τον Σαλό μεταξύ εξαναγκασμού και χολιάσματος, γιατί ήταν η εύκολη και πιθανή τοποθέτηση, αλλά δεν τριγύριζαν βγάζοντας διακηρύξεις. Και σύντομα δεν μπορούσαν να αγνοήσουν αυτό που έκαναν.

Η Δημοκρατία δεν γοήτεψε κανέναν, ενώ τρόμαξε πολλούς σαν ένα ζώο χωρίς διαφυγή. Δε θυμάμαι από πυρετώδη μάτια και μαύρες στολές, εκτός από τον καθηγητή της θεωρητικής φιλοσοφίας, τον Μπαριέ, και έναν κάποιον Ατζένι, που ήταν για λίγους μήνες στο Μιλάνο, τον πρώτο σαν μια πρόκληση απέναντι στον κόσμο και τον δεύτερο ενώ προσπαθούσε να πείσει σε μια σειρά μαθημάτων, που λεγόταν “μαθήματα φασιστικού μυστικισμού”, για το γεγονός ότι ο αρχικός φασισμός ήταν διαφορετικός από τον φασισμό της εικοσαετίας. Κατά τ’ άλλα, υπήρξαν εθνοφορουρές, μετόπισθεν, μάζευαν τους Εβραίους, έκαναν αστυνομικές επιχειρήσεις. Δε γινόταν να περιμένουμε άλλο. Για να δώσουμε ένα τέλος, έπρεπε να κάνουμε κάτι, να εναντιωθούμε, να σπρώξουμε πέρα τον τυφλό με το σαστισμένο πρόσωπο. Ποιος στρατολογούσε για το βουνό, πώς; Ποιος συνέδεε με ποιον; Δεν ξέρω πώς αντιλήφθηκα ότι οι πιο βέβαιοι γι’ αυτό που έκαναν ήταν οι κομμουνιστές.

Για τους κομμουνιστές είχα την εικόνα εκείνη που είχα σχηματίσει κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, σαν την εκδικητική δύναμη των φτωχών, βίαιη, τρομερή. Αμφέβαλλα και γι’ αυτή, ήταν αλήθεια ή όχι; Περίπου εκείνο τον καιρό στην Πάντοβα ο Μαρκέζι έκανε την εναρκτήρια ομιλία για το ακαδημαϊκό έτος και πέρασε στην παρανομία. Δεν ξέρω ποιος μου είπε: Μα ο Μπάνφι είναι κομμουνιστής. ¨ημουν σε τέτοια έξαλλη κατάσταση που πήγα κατευθείαν σ’εκείνον ανάμεσα σε δύο εξετάσεις. Καθόταν στην αίθουσα των καθηγητών, ακουμπισμένος στο κρύο καλοριφέρ, δίπλα στο παράθυρο. “Μου είπαν ότι είστε κομμουνιστής”. Με κοίταξε, με είχε ήδη εξετάσει δυο φορές, θα πρέπει να κατέληξε πως ήμουν αυτό που φαινόμουνα, μια κοπέλα που αναζητούσε μια κατεύθυνση, που δεν αντιλαμβανόταν ούτε τη θανάσιμη έννοια κάποιων λέξεων. “Τι ζητάτε;” Του είπα για τις προκηρύξεις που είχα δει μέχρι τότε, για τη σύγχυσή μου, ότι δεν ήξερα. Ξεκόλλησε από το καλοριφέρ, πήγε στο γραφείο του και έγραψε πάνω σ’ένα χαρτάκι μια λίστα με το μικροσκοποικό γραφικό του χαρακτήρα. “Διαβάστε αυτά τα βιβλία”, μου είπε, κι όταν θα τα διαβάσετε, να ξαναέρθετε”. Έφυγα, έτρεξα, στο σιδηροδρομικό σταθμό του Βορρά και και στο τρένο άνοιξα το χαρτάκι. Έγραφε: Χάρολντ Λάσκι, Η ελευθερία στο σύγχρονο κράτος, και Χάρολντ Λάσκι, Η Δημοκρατία σε κρίση. Κ. Μαρξ Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και Κ. Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1948 ως το 1850. Ένα βιβλίο του Ντε Ρουτζέρο νομίζω. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση. “Του Σ. ό,τι βρείτε”. Κοκάλωσα. Ήταν κομμουνιστής, πραγματικός κομμουνιστής, μπολσεβίκος. Ήρθαν στο νου μου οι ισπανικές εικόνες, αίμα, σκόνη, βία. Εκεί είχε νικήσει λοιπόν ο Φράνκο, μα πώς, μα πότε; Ούτε που το ήξερα. Κατέβηκα στο Κόμο, πήγα στη δημοτική βιβλιοθήκη. Ήταν εκεί ένας υπάλληλος, όχι πια νέος, ευγενικός. Του έτεινα το χαρτάκι. “Κοιτάξτε στο τελευταίο συρτάρι”, μου είπε, “αυτό που δεν έχει ετικέτα”. Προχώρησα προς την παλιά δελτιοθήκη με τα τετράγωνα συρτάρια. Κάτω, στο βάθος, υπήρχε ένα που δεν έγραφε τίποτε, σαν να μην το είχαν ακόμη γεμίσει. Το τράβηξα προς το μέρος μου. Ήταν γεμάτο. Τακτοποιημένο. Βρήκα τα πάντα, ακόμη και ένα του Κ. Μαρξ, Το κεφάλαιο, των εκδόσεων Avanti!, με υφασμάτινο εξώφυλλο και ένα κόκκινο ξεβαμμένο φτερό, μπορεί να ήταν και σημαία. Του Σ. δε βρήκα τίποτα. Για την ΕΣΣΔ υπήρχε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο ενός μηχανικού. “Μπορώ να τα πάρω σπίτι;” Έγνεψε καταφατικά. Δεν είπαμε τίποτε ο ένας στον άλλο.

Ανέβηκα στο τραμ που σκαρφάλωνε στην Καμερλάτα κι έπειτα κατέβαινε προς την Ολμέντα. Ήταν βράδυ, ήταν γεμάτο από κουρασμένο κόσμο. Εγώ είχα αρπαχτεί από μια λαβή. Είχα μπροστά μου τρεις ξεθεωμένους εργάτες, ίσως οικοδόμους. Ξεθεωμένος από την κούραση και από το κρασί, αυτή την εντύπωση είχα, σε κακή κατάσταση, με τραχιά χέρια, μαύρα νύχια, με τα κεφάλια τους να ταλαντεύονται πάνω στο στήθος τους. Δεν τους είχα κοιτάξει ποτέ, ο κόσμος μου ήταν αλλού, αυτοί ήταν κάτι άλλο. Τι ήταν; Ήταν ο μόχθος χωρίς φως, τα πράγματα του κόσμου που απέφευγα, για τα οποία δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Όπως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για τους φτωχούς, μια ελεημοσύνη και δρόμο. Τα κεφάλια τους κουνιόνταν πέρα – δώθε και τραντάζονταν σε κάθε στροφή του τραμ, τα πρόσωπά τους δεν τα έβλεπα. Μ’ αυτούς έπρεπε να πάω. Στο σπίτι διάβασα όλη τη νύχτα, μία μέρα, δύο μέρες. Δεν πήγα στο Μιλάνο. Μόλις ερχόταν σπίτι, η Μίμα μου έπαιρνε από τα χέρια τα ίδια βιβλία. Ο μπαμπάς και η μαμά δε ρώτησαν τι διαβάζαμε, δε ρωτούσαν ποτέ. Από το Λάσκι πήδηξα στην 18η Μπρυμαίρ και απ’αυτήν στο Κράτος και Επανάσταση. Μου ήρθε πυρετός, ολόκληροι ογκόλιθοι που είχα περάσει δίπλα τους έβρισκαν τη θέση τους, δεν μπορούσα πια να φέρομαι σαν να μην υπήρχαν ή σαν να μην ήταν μοιραίοι.

Στην πραγματικότητα, δεν έκανα μια αποκάλυψη, έλαβα γνώση χωρίς να μπορώ πια να το αναβάλω. Συνέδεα, επανασυνέδεα, λέξεις, σιωπές, γεγονότα, δίπλα από τα οποία είχα περάσει ηθελημένα τυφλή. Διάβασα τα πάντα, κάποια πράγματα τα ξαναδιάβασα. Μόνο το Κεφάλαιο μου έπεσε από τα χέρια, σαν να μην ήταν το πιο επείγον. Έχανα όμως τον προστατευτικό μου φλοιό, όπως στο τραμ μπροστά σ’εκείνους τους τρεις όλο κούραση και νύστα κακομοιριασμένους. Αντίο απαραβίαστο του ατόμου μου, αντίο απλό ζεστό μέλλον, αξιέπαινες φιλοδοξίες, αντίο αθωότητα.

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: