Ο “φιλανθρωκαπιταλισμός” του Μπιλ Γκέιτς

Το προφίλ του κοινωνικά ευαίσθητου ευεργέτη έχει μεν δειχθεί κριτική κατά καιρούς, σε γενικές γραμμές πάντως ο Γκέιτς έχει την “τύχη” να είναι από τους πιο “αγιογραφημένους” ανθρώπους της τάξης του.

Στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού, ο Μπιλ Γκέιτς είναι πιθανότερα ο πιο προβεβλημένος δισεκατομμυριούχος ως σήμερα. Ο ιδρυτής της Microsoft εξάλλου κάθε άλλο παρά αποφεύγει τα φώτα της δημοσιότητας, ιδιαίτερα όταν αυτά αφορούν το φιλανθρωπικό του έργο, μέσω του ιδρύματος Μπιλ και Μπελίντα Γκέιτς, που είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο και ουσιαστικά αποτελεί μια ακόμα επιχείρηση του Αμερικανού μεγιστάνα. Το προφίλ του κοινωνικά ευαίσθητου ευεργέτη έχει μεν δειχθεί κριτική κατά καιρούς, σε γενικές γραμμές πάντως ο Γκέιτς έχει την “τύχη” να είναι από τους πιο “αγιογραφημένους” ανθρώπους της τάξης του.

Γεννήθηκε στο Σιάτλ της Ουάσινγκτον σαν σήμερα το 1955. Ο πατέρας του Γουίλιαμ Γκέιτς ήταν πετυχημένος δικηγόρος και πρόεδρος της οργάνωσης Planed Parenthood,  η οποία ήταν ουσιαστικά μετεξέλιξη της Αμερικανικής Ευγονικής Εταιρείας, που διατύπωνε ρατσιστικές απόψεις για την ανάγκη περιορισμού της “ανεύθυνης αναπαραγωγής” των “παρασίτων”. Ο ίδιος ο Γκέιτς παραδεχόταν ότι νεότερος είχε μαλθουσιανές αντιλήψεις σχετικά με την ανάγκη ελέγχου του πληθυσμού των φτωχών.

Στα 13 του χρόνια δημιούργησε το πρώτο του πρόγραμμα λογισμικού και ως μαθητής λυκείου μαζί με άλλους προγραμματιστές ίδρυσε την εταιρεία Traf-o-data που συναλασσόταν με τοπικές κυβερνήσεις. Το 1975, μαζί με τον συμφοιτητή του στο Χάρβαρντ και φίλο του από το Σιάτλ Πολ Άλεν άρχισε να αναπτύσσει λογισμικό για μικρουπολογιστές. Μετά την επιτυχία του προγράμματος ο Γκέιτς άφησε το Χάρβαρντ και μαζί με τον Άλεν ίδρυσε τη Microsoft, που ως τις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε καθιερωθεί ως η πρώτη εταιρεία πληροφορικής στους προσωπικούς υπολογιστές παγκοσμίως.

Δισεκατομμυριούχος ήδη από το 1986, ο Γκέιτς σύντομα αναδείχθηκε σε έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, ενώ στην περίφημη σχετική λίστα του περιοδικού Forbes υπήρξαν και χρονιές που φιγουράρισε στην πρώτη θέση, ενώ σήμερα βρίσκεται πίσω μόνο από τον ιδρυτή και πρόεδρο της Άμαζον, Τζεφ Μπέζος. Σχετικά χαμηλού προφίλ τα πρώτα χρόνια της επιχείρησης, άρχισε να εμφανίζεται περισσότερο δημόσια και να επεκτείνει τις φιλανθρωπικές του δραστηριότητες όταν βρέθηκε στο στόχαστρο του τμήματος κατά των τραστ του αμερικανικού υπουργείου δικαιοσύνης.

Βασικό όχημα “λεύκανσης” της εικόνας του είναι βέβαια το ίδρυμα που συνίδρυσε με τη σύζυγό του Μελίντα το 1994, αρχικά με το όνομα του πατέρα του και από το 1999 με το σημερινό του όνομα “Bill & Melinda Gates foundations”, ενώ στα μισά της δεκαετίας του ’90 ίδρυσαν το Gates Library Foundation, με στόχο την ενίσχυση μαθητών από μειονότητες. Από το 2008 και μετά ο Μπιλ Γκέιτς άρχισε σταδιακά να αποσύρεται από τη Microsoft, παραμένοντας πρόεδρος του ΔΣ ως το 2014. Έκτοτε ο Γκέιτς, που κατέχει σήμερα το 6% των μετοχών της Microsoft, αφιερώνει τον χρόνο του κυρίως στο ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς.

 

Σε επιστολή – απάντηση του ζεύγους Γκέιτς σε ερωτήσεις του κοινού σχετικά με τη δραστηριότητα του ιδρύματός τους, οι δυο τους απάντησαν πως “δεν είναι δίκαιο να έχουμε τόσο μεγάλη επιρροή”. Προσθέτοντας “Δεν είναι δίκαιο που έχουμε τόσο πλούτο, όταν δισεκατομμύρια άλλοι έχουν τόσα λίγα. Και δεν είναι δίκαιο που ο πλούτος μας ανοίγει πόρτες που είναι κλειστές στου περισσότερους. Οι παγκόσμιοι ηγέτες τείνουν να παίρνουν σοβαρά τα τηλεφωνήματά μας και να σκέφτονται όσα τους λέμε. Φτωχές σχολικές περιφέρειες είναι πιθανότερο να διοχετεύσουν χρήματα και ταλέντο σε ιδέες που θεωρούν πως θα χρηματοδοτήσουμε”. Σε άλλο σημείο διακηρύσσουν πως κάνουν ό,τι μπορούν για να προωθήσουν την ισότητα, παραδεχόμενοι ωστόσο πως πολλοί φοβούνται να τους επικρίνουν για να μη χάσουν υφιστάμενη ή δυνάμει χρηματοδότηση από το ίδρυμα, το οποίο κατά κοινή ομολογία δεν υφίσταται πρακτικά οποιονδήποτε έλεγχο. Πρόκειται δηλαδή για μια ευγενική εκδοχή του “έτσι είναι και σε όποιον αρέσει”, και φυσικά αυτό δεν οφείλεται στα πρόσωπα, αλλά στην ίδια τη δομή του συστήματος, που επιτρέπει στον “φιλανθρωκαπιταλισμό”, όπως τον έχει ονομάσει – επικρίνοντάς τον από αστική σκοπιά – η συγγραφέας Linsey MacGoyey – να μην είναι απλά ένας τρόπος διαφήμισης, φοροαποφυγής και προσωπικής αυταρέσκειας των μεγαλοεπιχειρηματιών, αλλά μια επικερδέστατη δραστηριότητα αυτή καθεαυτή.

Η λογική του κέρδους δεν αφορά εξάλλου μόνο τις ίδιες τις επιχειρηματικές κινήσεις του ιδρύματος, αλλά και το σκεπτικό που διέπει τις επιλογές χρηματοδότησής της στα διάφορα φιλανθρωπικά πρότζεκτ. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της επένδυσης 2 δις δολαρίων για τη δημιουργία νέων, μικρότερων λυκείων για 800.000 μαθητές στις ΗΠΑ, λόγω του ότι σύμφωνα με ομιλία του Μπιλ Γκέιτς, το παραδοσιακό λύκειο ήταν πια “παρωχημένο”. Μετά από λίγα χρόνια, το 2008, η χρηματοδότηση κόπηκε απότομα και κάποια από τα σχολεία αναγκάστηκαν να κλείσουν. Ο Γκέιτς δικαιολόγησε την απόφασή του ως εξής: “Η συνολική επίδραση της παρέμβαση, ειδικά ο δείκτης που μας ενδιαφέρει περισσότερο, αν οι μαθητές πηγαίνουν στο κολέγιο- δεν ήταν και πολύ μεγάλη…Δεν είδαμε ν’ανοίγει ο δρόμος για σημαντική επίδραση, κι έτσι παραδεχτήκαμε το λάθος μας”. Λογική κόστους – οφέλους δηλαδή, στις πλάτες μαθητών που είδαν ξαφνικά να κλείνει το σχολείο τους γιατί οι ίδιοι δεν αποδείχτηκαν αρκετά “αποτελεσματικοί”.

Σε ό,τι αφορά την επιχειρηματική δραστηριότητα του ιδρύματος, αυτή εκτείνεται σε διάφορους τομείς, με ιδιαίτερη προτίμηση στον κλάδο της φαρμακευτικής και των τροφίμων, αφού αυτή είναι ή υπήρξε παλιότερα μέτοχος της Κόκα- Κόλα, των Μακντόναλτς και της Τζόνσον & Τζόνσον, μεταξύ πολλών άλλων. Είναι επίσης ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, συνεισφέροντας περισσότερα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο μαζί. Όπως παραδέχτηκε η μέχρι πέρσι γενική διευθύντρια του οργανισμού Μάργκαρετ Τσαν, “O προϋπολογισμός μου προορίζεται αυστηρά για συγκεκριμένα πράγματα, για το λόγο αυτό παρακινείται από αυτό που αποκαλώ συμφέροντα των δωρητών”. Πολλώ δε μάλλον του νούμερο ένα δωρητή. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, το ίδρυμα ήταν επίσης μέτοχος της εταιρείας G4S, που συμμετέχει στη διαχείριση των ισραηλινών φυλακών, όπου κρατούνται ή και βασανίζονται χιλιάδες Παλαιστίνιοι αγωνιστές, μεταξύ των οποίων και εκατοντάδες ανήλικοι. Μόνο μετά από μεγάλη πίεση των οργανώσεων αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη, ανακοινώθηκε η πώληση της πλειονότητας τουλάχιστον των μετοχών του ιδρύματος, καθώς αν διαθέτει κάτω από 3% δεν είναι απαραίτητη η δημόσια αναφορά του “Bill and Melinda Gates Foundation” μεταξύ των μετοχών. Ο Γκέιτς πάντως είναι έτσι κι αλλιώς δεδηλωμένος φίλος του ισραηλινού κράτους, και σε συνάντησή του με τον Βενιαμίν Νετανιάχουν πριν δυο χρόνια εξήρε την τεχνολογία του Ισραήλ που “αλλάζει τον κόσμο” (και στέλνει στον άλλο κόσμο Παλαιστίνιους, αλλά αυτές είναι λεπτομέρειες).

Όπως οι περισσότεροι δισεκατομμυριούχοι στον χώρο των νέων τεχνολογιών, ο Γκέιτς κλίνει περισσότερο προς την υποστήριξη του Δημοκρατικού κόμματος, ενώ αν κρίνει κανείς από τον μάλλον απαξιωτικό τρόπο με τον οποίο αναφέρθηκε σε συνάντησή του με τον Ντόναλτ Τραμπ το 2016, εμφανίζοντάς τον ως αντιεμβολιαστή και ανίκανο να ξεχωρίσει τον ιό HIV από εκείνον του HPV που προκαλεί κονδυλώματα, δεν πρέπει να συμπαθεί ιδιαίτερα τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ. Επειδή όμως προφανώς οι μπίζνες είναι υπεράνω οποιονδήποτε προσωπικών προτιμήσεων, ο Γκέιτς φροντίζει να μην κλείνει την κάνουλα στο ρεπουμπλικανικό κόμμα, σε μια τακτική επίσης πάγια για τους ανθρώπους της τάξης του.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: