Βιασμός: Μύθοι και νομικό πλαίσιο – Από την Αρχαιότητα ως το Μεσαίωνα

Στο κείμενο παρατίθενται οι νόμοι περί βιασμού απο την εποχή της αρχαιότητας ως τις μέρες μας και πώς αυτοί αντανακλούσαν τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες της κάθε εποχής. Σκοπός μας είναι να κατανοήσουμε την αλληλεπίδραση μεταξύ νόμου-κοινωνίας και να κακατανοήσουμε μύθους γύρω απο το βιασμό οι οποίοι αναδύθηκαν μέσα απο αυτή τη σχέση και μας συνοδεύουν μέχρι σήμερα.

Με αφορμή τη συζήτηση σχετικά με τις αλλαγές στο Ποινικό Κώδικα άνοιξε και ένα σημαντικό θέμα ταμπού. Ο βιασμός αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα λόγω της εμπλοκής της σεξουαλικής πράξης μέσα σε αυτό. Απο το 1.900 π.Χ όπου οι Βαβυλώνιοι θέσπισαν νόμους εναντίον του, το βιασμό τον ακολουθούσαν μύθοι, όπως η ακόρεστη σεξουαλικότητα των γυναικών, οι ακαταγάλιαστες ορμές των ανδρών που ”σαν άνδρες τι να έκαναν;” και πολλές δοξασίες και προκαταλήψεις, τόσο από το χώρο της θρησκείας, όσο και από το χώρο της επιστήμης.

Ξεκινώντας από τον πρώτο καταγεγραμμένο νόμο κατά του βιασμού, θα πιάσουμε το νήμα βλέποντας πώς η ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της μέσω του νόμου και πώς δημιουργήθηκαν οι μύθοι και η γενικότερη κουλτούρα του βιασμού που μέχρι σήμερα την συναντούμε γύρω μας.

Οι αρχαίοι νόμοι και αρχαίοι μύθοι γύρω από το βιασμό.

Οι περισσότεροι αρχαίοι νόμοι βασίζονταν στη λογική του lex talionis – δηλαδή οφθαλμός αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος. Αυτή η λογική σε συνδυασμό με το ότι οι κοινωνίες στην αρχαιότητα ήταν πατριαρχικές και ιεραρχικά δομημένες καθιστά σαφές πως ο ελεύθερος άνδρας της εποχής είχε περισσότερα δικαιώματα απέναντι στο νόμο από ένα σκλάβο ή γυναίκα.

Οι σκλάβοι και οι γυναίκες δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τα υπάρχοντα του πατέρα ή του συζύγου και ο νόμος όφειλε να αποκαθιστά την αδικία απέναντι στο ”πλήγμα” που δεχόταν ο ελεύθερος άνδρας.

Σύμφωνα με το νόμο του Χαμουραμπί το 1780 π.Χ, ο πατέρας του οποίου η παρθένα κόρη βιαζόταν έπρεπε να πληρωθεί από το δράστη γιατί η ”τιμή” πώλησης της στο μελλοντικό σύζυγο της έπεφτε… Ακόμα καλύτερα αν δεχόταν ο βιαστής να την παντρευτεί… Αν ο πατέρας δε δεχόταν την παντρειά ή την πληρωμή από το δράστη (ή δεν μπορούσε εκείνος να πληρώσει το αντίτιμο) τότε θανατωνόταν.

Ο νόμος αδιαφορούσε για την προσωπική δικαίωση των θυμάτων. Στην περίπτωση των παντρεμένων γυναικών της Βαβυλωνίας τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Ο νόμος όριζε τα εξής: αν βιάζονταν ήταν ένοχες για απιστία! Δένονταν μαζί με το βιαστή τους και τους πέταγαν σε ένα ποτάμι, ενώ ο μόνος που θα μπορούσε να σώσει τη βιασμένη του σύζυγο ήταν ο ίδιος ο άνδρας, εφόσον το επιθυμούσε.

Γιατί μια παρθένα που βιάζεται έχει διαφορετική μεταχείριση από το νόμο σε σύγκριση με μια παντρεμένη γυναίκα; Η απλή εξήγηση της εποχής ήταν πως μια παρθένα δεν είχε ποτέ της σεξουαλική ζωή, άρα δε θα επιθυμούσε ποτέ να της συμβεί σεξουαλική πράξη και μάλιστα με τη βία, ενώ μια παντρεμένη γυναίκα ξέρει τις ηδονές της σάρκας και ίσως… να προκάλεσε και η ίδια το βιαστή της, θέλοντας να απατήσει τον σύζυγό της.

Και ναι, μόλις συναντήσαμε τον πρώτο μύθο γύρω από το βιασμό… Η εμπειρία στη σεξουαλική πράξη καθιστούσε την γυναίκα αυτομάτως όχι θύμα, αλλά συνένοχη με το θύτη. Σήμερα, η γυναίκα η οποία βιάζεται και είχε προηγούμενως σεξουαλική ζωή αυτόματα μπαίνει στην διαδικασία να αποδείξει πως ναι μεν δεν ήταν παρθένα, αλλά παραμένει εγκρατής στην ερωτική της ζωή ώστε να θεωρηθεί αθώα για τον βιασμό της! Όσο πιο εγκρατής τόσο πιο αθώα θα θεωρηθεί. Η σεξουαλική απελευθέρωση των δεκαετιών του ’60-’70 οδήγησε την κοινωνία να κουνά το δάκτυλο λέγοντας την ατάκα ”τα ‘θελες και εσύ” αφού το να απολαμβάνει το σώμα της μια γυναίκα έχοντας περισσότερες απο 2-3 σχέσεις στην ζωή της θεωρείται μέχρι και σήμερα ταμπού. Είναι γνωστό άλλωστε το αστείο με την ατάκα που λέγεται ως και σήμερα ”Εγώ εσένα αγάπη μου γνώρισα και 2 ακόμα”. Λίγες γυναίκες παραδέχονται πάνω από 2-3 εραστές στην ζωή τους…

Ένας ακόμα μύθος που προέρχεται απο εκείνη την εποχή ήταν γύρω από την αντίσταση που πρέπει να δείχνουν οι γυναίκες απέναντι στο βιαστή τους. Αν δε θέλεις να βιαστείς πρέπει να παλέψεις με το βιαστή σου, να ουρλιάξεις, να εκλιπαρήσεις και να κλάψεις μπροστά του… Αν δεν τα έκανε όλα αυτά τότε μάλλον ήθελες να βιαστείς, με βάση τη λογική των νόμων περί βιασμού των Χετταίων το 1.500 π.Χ.

Μια γυναίκα που βιαζόταν σε αγροτική περιοχή αραιοκατοικημένη, ήταν πολύ πιο εύκολο να αποδείξει πως αντιστάθηκε, αλλά δεν μπόρεσε να σωθεί από το βιαστή της εφόσον δεν την άκουσε κανείς, αλλά μια γυναίκα που βιαζόταν σε πόλη έπρεπε να φέρει σημάδια έντονης πάλης για να γίνει πιστευτή. Αν μια γυναίκα βιαζόταν σπίτι της ήταν συνυπεύθυνη για τον βιασμό της. Όπως και αν είχε και έπρεπε να εκτελεστεί.

Μέχρι και σήμερα ο μύθος αυτός της ”αντίστασης” και της συναίνεσης γίνεται η κύρια κατηγορία απέναντι στις βιασμένες γυναίκες… ”Αν είχες αντισταθεί αρκετά… Αν τον είχες κλωτσήσει… Ή φωνάξει αρκετά δυνατά ώστε να σε ακούσει κάποιος, τώρα μπορεί αν μην ήσουν βιασμένη…” ή ”Αφού δεν αντιστάθηκες αρκετά πάει να πει ότι σ’ άρεσε ..”

Ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά σε κατάσταση φόβου. Εύκολα κάποιος εκ του ασφαλούς μπορεί να πει ό,τι θέλει, αλλά κανείς δεν μπορεί αν ο/η ίδιος/ίδια βρεθεί σε παρόμοια θέση να ξέρει πώς θα αντιδράσει απέναντι σε αυτήν.

Η αρχαία μας ελληνική μυθολογία

Ο βιασμός νέων γυναικών στην ελληνική μυθολογία ήταν ένα συχνό θέμα στους μύθους. Ο Δίας, πατέρας των θεών και των ανθρώπων μεταμορφωνόταν συχνά σε διάφορα ζώα ή κοινούς θνητούς ξεγελώντας νεαρές, συνήθως, παρθένες γυναίκες κάνοντας παιδιά μαζί τους.

Επαναλαμβάνονται τα μοτίβα του ”ξεγελασματος” των νεαρών γυναικών, της σθεναρής τους αντίστασης και της μεταμόρφωσής τους σε δέντρα, πέτρα ή το θάνατο με σκοπό να αποφύγουν την ατίμασή τους. Δημιουργώντας την ”αγνή” εικόνα πως μια γυναίκα, αν δε θέλει να βιαστεί, πρέπει να κάνει τα πάντα, ακόμα και να πεθαίνει οικειοθελώς.

Στην Ιλιάδα παρακολουθούμε ένα αλισβερίσι μεταξύ των ανδρών για το ποιος θα πάρει ποια ως σεξουαλική του σκλάβα. Ο βιασμός χρησιμοποιείται εκτεταμένα σε περίπτωσεις πολέμου ως τρόπος γελοιοποίησης και καθυπόταξης των αντίπαλων ανδρών, που όχι μόνο νικήθηκαν στην μάχη, αλλά θα υποστούν την ταπείνωση να δουν τις γυναίκες και τις κόρες τους να βιαστούν και να πουληθούν ως σκλάβες απο τον αντίπαλο.

Ο βιασμός χρησιμοποιείται ως όπλο εκδίκησης απέναντι στον άνδρα με τον οποίο συνδέεται η γυναίκα που βιάζεται, ώστε να αποδείξουν οι βιαστές πως δεν μπορεί ή δεν είναι αρκετά άνδρας να προστατέψει την γυναίκα ή την κόρη του.

Ο βιασμός χρησιμοποιείται και ως όπλο πολέμου απέναντι στον εχθρό και μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται εκτεταμένα ώστε να ”λερώσει” την εθνική καθαρότητα μιας χώρας. Παρότι είναι αναγνωρισμένο ως έγκλημα πολέμου και συνολικά κατά της ανθρωπότητας, και όχι μιας συγκεκριμένης χώρας, η πρακτική του βιασμού συνεχίζει να αποτελεί καθημερινότητα στις εμπόλεμες ζώνες.

Στη νομοθεσία, τον πρώτο νόμο για τον βιασμό τον διαβάζουμε στους νόμους του Σόλωνα, όπου ο βιαστής πρέπει να πληρώσει 5 δραχμές αν αποδειχτεί ένοχος. Ο νόμος της Γόρτυνας βρέθηκε στην Κρήτη στα τέλη του 19ου αιώνα και αποτελείται από 12 στήλες, πάνω στις οποίες χαράχτηκε η πρώτη νομοθεσία σε ευρωπαϊκό χώρο. Μέσα σε αυτές τις στήλες, υπάρχει για πρώτη φορά η αναγνώριση του βιασμού και για τα δύο φύλα και η ποινή του θανάτου για το δράστη της πράξης. Μέχρι εκείνη την εποχή ο βιασμός σαν πράξη αφορούσε μόνο τις γυναίκες, ενώ θα χρειαστεί να φτάσουμε στα μέσα του 19ου αιώνα ώστε να αναγνωριστεί ξανά ο βιασμός ως πράξη εναντίον των δύο φύλων.

Η αρχαία Ρώμη ακολουθώντας πιστά τα βήματα της αρχαίας Ελλάδας, υιοθέτησε τόσο τη θρησκεία της όσο και τη στάση της απέναντι στο βιασμό.

Η λέξη raptus, στο ρωμαϊκό δίκαιο σήμαινει ”αιχμαλωσία με τη βία” και αναφερόταν σε σύνηθες φαινόμενο της εποχής, αυτό της απαγωγής γυναικών απο άνδρες. Τις περισσότερες φορές οι απαγωγές γίνονταν σε συνενόηση με το θύμα, ώστε να αναγκάσουν την οικογένειά της να αποδεχτεί το δράστη ως σύζυγό της. Η απαγωγή γυναικών θεωρείτο ιδιωτικό έγκλημα, το οποίο στρεφόταν κατά της περιουσίας του πατέρα και η ποινή ήταν ο θάνατος του δράστη, ενώ δεν τιμωρούνταν για τη σεξουαλική πράξη αυτή καθαυτή.

Στο Βυζάντιο ο Ιουστιανός αυστηροποίησε τους νόμους για το raptus και πέρα απο το θάνατο του δράστη, υπήρχε κατάσχεση της περιουσίας προς όφελος των δημόσιων ταμείων, εφόσον επί Βυζαντίου ο βιασμός θεωρείται δημόσιο έγκλημα. Ο Ιουστινιάνειος κώδικας αναγνώριζε ως βιαστή εκείνον που ασελγούσε σε παρθένες, χήρες ή καλόγριες. Εννοείται πως ένας σύζυγος ποτέ δε θα μπορούσε να είναι βιαστής της γυναίκας του.

Η μη ύπαρξη συζυγικού βιασμού, εφόσον η γυναίκα ήταν παντρεμένη με τον άνδρα της άρα του άνηκε δικαιωματικά, είναι από τις πιο παραμελημένες περιπτώσεις βιασμού. Μόλις το 2006 η Ελλάδα αναγνώρισε το δικαίωμα της γυναίκας να μπορεί να αντισταθεί απέναντι στην επιθυμία του άνδρας της εντός γάμου και να προστατεύεται απο την εξαναγκαστική συνέρευση μαζί του.

Σε χειρότερη θέση και εντελώς αγνοημένες απο το νόμο ήταν οι γυναίκες ιερόδουλες. Μια γυναίκα δεν μπορούσε να θεωρηθεί βιασμένη από τη στιγμή που άνηκε σε όλους τους άνδρες και εκείνοι χρησιμοποιούσαν το σώμα της για τη σεξουαλική πράξη.

Μέχρι και σήμερα, οι γυναίκες που εξασκούν το επάγγελμα της ιερόδουλης δύσκολα μπορούν να πείσουν το δικαστήριο πως αυτή η πράξη ήταν βιασμός και όχι κάποιου είδους συναινετικό βίαιο σεξ.

Οι θρησκείες ενισχύουν τους μύθους γύρω από το βιασμό

Τόσο στη Βίβλο όσο και σε άλλα θρησκευτικά βιβλία παρουσιάζονται ιστορίες βιασμών γυναικών. Ο εβραϊκός και ο μουσουλμανικός θρησκευτικός νόμος για την τιμωρία του βιασμού επιφυλάσσουν παρόμοιες ποινές για τους βιαστές, αλλά και τις βιασμένες γυναίκες αν αυτές κριθούν ένοχες.

Αναπαραγωγή των μύθων περι αγνότητας, αντίστασης και της συναίνεσης βλέπουμε σε διάφορες περιπτώσεις.

Έχοντας περιχαρακώσει τη σεξουαλική πράξη μέσα στο γάμο και μόνο για λόγους αναπαραγωγής, οι θρησκείες δαιμονοποίησαν τις σεξουαλικές επαφές, αναγνωρίζοντάς τες ως πράξη του διαβόλου, ενώ το γυναικείο σώμα παρουσιαζόταν πιο επιρρεπές στις σεξουαλικές απολαύσεις.

Για τη χριστιανική εκκλησία ο μόνος τρόπος για να σωθεί η γυναίκα από τη φυσική της κατωτερότητα έναντι του άνδρα, ήταν να απορρίψει τις ηδονές της σάρκας της και να αφοσιωθεί στο Θεό, διαφορετικά ήταν καταδικασμένη. Το γυναικείο σώμα ήταν αμαρτωλό και αν ένας άνδρας βίαζε μια πολύ όμορφη γυναίκα, θεωρείτο αδύναμος να παραβλέψει τη σεξουαλική έλξη. Το αμάρτημα του βιασμού βάρυνε εκείνη που ήταν τόσο όμορφη και δημιούργησε στον άνδρα αυτή την αδυναμία. Αν ένας άνδρας βίαζε μια άσχημη γυναίκα, τότε με βάση την εκκλησία, διέπραττε το αμάρτημα της λαγνείας ο ίδιος.

Ο μύθος της γυναικείας ομορφιάς που ερεθίζει τον άνδρα να πράξει βιασμό, υπάρχει μέχρι και σήμερα, και χρησιμοποιείται σα δικαιολογία, ενώ η ασχήμια μιας γυναίκας συχνά υπογραμίζεται ως στοιχείο αναξιοπιστίας της γυναικός, αν ο δράστης κριθεί με ”αντικειμενικά κριτήρια” ως ομορφότερος του θύματος..

Οι γυναίκες στιγματίστηκαν ως περισσότερο φιλήδονες και ακόρεστες, πειρασμοί που επιθυμούσαν να προσελκύσουν τον άνδρα και να τον πλανέψουν.

Μεσαιωνικοί νόμοι και ο μύθος ”Το θύμα φταίει”

Το 1275 (13ος αιώνας) εμφανίζεται στο Αγγλικό Δίκαιο γραπτώς η αναγνώριση του βιασμού ως έγκλημα, τόσο για τις ανύπαντρες όσο και τις παντρεμένες γυναίκες. Εκείνος που θα βρισκόταν ένοχος (σε περίπτωση μη συναινετικής επαφής και σθεναρής αντίστασης του θύματος βεβαίως) τιμωρούνταν με 2 χρόνια φυλακη. Δέκα χρόνια αργότερα ο νόμος προέβλεπε πως ο ένοχος για βιασμό ήταν πάλι αντιμέτωπος με θάνατο.

Παρά τους αυστηρούς νόμους περί βιασμού, πολλοί ήταν εκείνοι που εκμεταλλευόμενοι την κοινωνική τους θέση μπορούσαν να ξεφύγουν των κατηγοριών. Αν και το droit de seigneur δεν έχει αποδειχτεί παρά ένα μύθος, αυτό που είναι αληθές και καταγεγραμμένο σε πολλά απομνημονεύματα του Μεσαίωνα είναι περιπτώσεις βιασμών γυναικών, κυρίως ευγενικής καταγωγής (γιατί ποιος νοιαζόταν για τις φτωχές γυναίκες;).

Μια τέτοια περίπτωση, καταγράφτηκε το 14ο αιώνα απο τον Jean Froissant και αφορούσε την Λαίδη Carrouges και το βιασμό της από τον ευγενή LeCris. Εκείνος, εκμεταλλευόμενος την απουσία του συζύγου της, την επισκέφτηκε και την βίασε, εκβιάζοντάς την πως αν μιλήσει, απλά θα χάσει την ηθική της η ίδια και όχι εκείνος. Εκείνη, όταν επέστρεψε ο σύζυγός της, μάζεψε το κουράγιο της να του μιλήσει. Στην αρχή δεν την πίστεψε και όταν τελικά το έκανε, της είπε πως αν αποδειχτεί πως λέει ψέματα θα την χωρίσει.

Ο μύθος της ακόρεστης γυναικείας λαγνείας και η αναξιοπιστία της γυναίκας καταδίκαζε πολλες γυναίκες στο να μη μιλούν για το βιασμό τους σε κανέναν, πιστεύοντας πως οι ίδιες φταίνε γι’ αυτόν εξαιτίας της γυναικείας τους φύσης.

Αν αναρωτιέστε ποιο ήταν το τέλος της ιστορίας της Λαίδης, ο άνδρας της ρώτησε ευθέως τον ευγενή LeCris μπροστά στον άρχοντα της περιοχής τους, στον οποίο και οι δύο ήταν υποτελείς, αν όντως έπραξε κάτι τέτοιο. Όταν η αυλή άκουσε την ομολογία της Λαίδης θεώρησε τον LeCris αθώο και πως η Λαίδη τα είδε όλα σε ένα πολύ κακό όνειρο. Αυτό εξόργισε τον άνδρα της, ο οποίος αποφάσισε να μεταφέρει την υπόθεση μπροστά στην Βουλή του Παρισιού. Μετά απο 1,5 χρόνο δίκης το δικαστήριο αποφάνθηκε πως δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία ενοχής του ευγενή LeCris και αν ήθελαν να λύσουν οι δύο ευγενείς την διαφορά τους εκτός δικαστηρίου, μπορούσαν να κάνουν μια μονομαχία μεταξύ τους. Πράγμα το οποίο έγινε. Ο LeCris σφαγιάστηκε από το σύζυγο της Λαίδης και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους, εν προκειμένω στα κάστρα τους.

Ζώντας σε εποχές που ο διάβολος ήταν μια δικαιολογία για όλα, πολλοί ισχυρίστηκαν πως ο LeCris ίσως είχε κυριευτεί απο μια δαιμονική οντότητα ή πως το παράφορο πάθος του για τη Λαίδη τον έκανε να πατήσει τους όρκους του σαν ευγενής… Ξέπλυμα θύτη από το μεσαίωνα…

Ο μύθος της αντίστασης καλά κρατεί… Όταν οι υπηρέτες εξετάστηκαν ενώπιον της Βουλής, είπαν πως δεν είδαν τη Λαίδη να είναι χτυπημένη μετά το βιασμό, υπονοώντας πως μάλλον ”τα ‘θελε”. ”Απλά εκείνη έκλαιγε” είπαν…

Ο μύθος του παράφορου πάθους είναι ένας ακόμα μύθος που κρατά μέχρι σήμερα. Πολλοί θεωρούν το βιασμό, όχι ως πράξη βίας απέναντι στο θύμα, αλλά εξέφραση ακραίων ερωτικών συναισθημάτων. Με αυτόν τον τρόπο δικαιολογούν το θύτη πως αν επιθυμούσε τόσο το θύμα ώστε να του επιτεθεί ενώ το αγαπούσε, δεν έφταιγε ο ίδιος γι’ αυτό. Αντίθετα, η ερωτική αγάπη ”εξαγνίζει” το θύτη από το βιασμό και τον φέρνει σε θέση ”ευάλωτου” απέναντι στο γυναικείο ποθητό σώμα. Στην περίπτωση του LeCris, ο οποίος υπήρξε και ιππότης στην εποχή του και όφειλε να υπηρετεί πιστά έναν κώδικα τιμής, που περιελάμβανε την προστασία των αδύναμων μελών της κοινωνίας, όπως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους, μόνο αν ο σατανάς τον είχε κυριέψει ή πραγματικά, ο ερωτικός πόθος θα ξέπεφτε τόσο χαμηλά…

Ένας ακόμα μύθος που παράγεται μέσα από αυτή τη λογική, είναι πως στο βιασμό υπάρχει ταξικότητα. Ένας ευγενής της εποχής δε θα μπορούσε να ‘ναι πραγματικά υπεύθυνος για το βιασμό ή να το έκανε μόνο για την ηδονή της σάρκας, αντίθετα ένας χωριάτης προφανώς είναι πιο επιρρεπής σε κάτι τέτοιο.

Αγνοώντας τις χιλιάδες υποθέσεις ευγενών στα δικαστήρια της εποχής, ο μύθος πως οι κατώτεροι κοινωνικά άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν βιαστές είναι μια πολύ βολική θέση ακόμα και στη σύγχρονη κοινωνία.Ένας αμόρφωτος και φτωχός άνδρας έχει περισσότερες πιθανότητες να καταδικαστεί για βιασμό (και σε περίπτωση μαύρου μπροστά σε Αμερικάνικο Δικαστήριο να φορτωθεί ακόμα και χωρίς αποδείξεις σωρεία βιασμών), παρά ένας πλούσιος και μορφωμένος ”κύριος” που η κοινωνία μας προσπαθεί πάντα να του αποδώσει ελαφρυντικά. Αρκεί να θυμηθούμε υποθέσεις κολλεγιόπαιδων στην Αμερική σε σύγκριση με υποθέσεις φτωχών αφροαμερικάνων.

Οι ιστορικοί του Μεσαίωνα ένιωθαν αποτροπιασμό για τους βιασμούς των φτωχών χωρικών, όταν ξέσπαγε μια τοπική εξέργεση στην περιοχή και μέσα σε όλα γυναίκες ευγενικής καταγωγής βιάζονταν από χωρικούς, αλλά δεν είχαν τέτοια συναισθήματα φρίκης όταν ιππότες και ευγενείς βίαζαν αγρότισσες ή υπηρέτριες κάτω από τη δούλεψή τους. Λίγες υποθέσεις έφταναν στα δικαστήρια, ακόμα λιγότερες στο να μην αθωωθεί ο ένοχος και ελάχιστες να τιμωρηθεί, συνήθως με ένα χρηματικό πρόστιμο.

Σε Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Ισπανία, χιλιάδες ήταν οι ευγενείς που ούτε καν έφτανε η υπόθεσή τους ενώπιον του δικαστή, γιατί οι χωριατοπούλες ήταν για ”ξόδεμα” και παρότι το droit de segnieur δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή το δικαίωμα να κοιμάται ο ευγενής με την γυναίκα του χωρικού του την πρώτη νύχτα του γάμου τους, οι ευγενείς είχαν την δυνατότητα οποιαδήποτε άλλη νύχτα από ό,τι φαίνεται να πράξουν ό,τι θέλουν.

Σε ό,τι αφορά τους κοινούς θνητούς, η απόδειξη του βιασμού στηριζόταν ακόμα σε απαρχαιωμένους νόμους, αφήνοντας πολλά περιθώρια οι άνδρες να αθωωθούν εκτός από περιπτώσεις παρθένων, καλογριών ή έγκυων γυναικών, όπου συνήθως η ποινή μπορεί να όριζε και θάνατο. Σε διαφορετικές περιπτώσεις εκτός των άνω κατηγοριών, οι γυναίκες για να σύρουν τους βιαστές τους στα δικαστήρια θα έπρεπε να υποστούν μια σειρά απο εξευτελιστικές διαδικασίες για την εποχή, σε ό,τι αφορά την τιμή τους και έπρεπε να στήσουν δημόσιο show. Να τριγυρίζουν στην πόλη ή στο χωριό φωνάζοντας το όνομα του βιαστή τους, να κλαίνε και να κυλιούνται στο χώμα..Όλα αυτά γιατί η κατάθεση μιας γυναίκας στο δικαστήριο είχε λιγότερη αξιοπιστία από αυτήν ενός άνδρα.

Αν οι ευγενείς άνδρες μπορούσαν να ξεφύγουν από την κατηγορία του βιασμού, δε συνέβαινε το ίδιο με τις γυναίκες. Συχνά μια βιασμένη αρχόντισσα ”ξέπεφτε” κοινωνικά, ενώ μια βιασμένη φτωχή αντιμετώπιζε την κοινωνική κατακραυγή, η τιμή της στο νυφοπάζαρο έπεφτε, η οικογένειά της δυσφημιζόταν και η μεταχείρισή της κάποιες φορές ήταν να θεωρείται ”πόρνη” για την πόλη ή το χωριό που ζούσε. Τις περισσότερες φορές καμία δεν τολμούσε να σύρει στα δικαστήρια το βιαστή της και αν το έπραττε, δεν το εμφάνιζε σα βιασμό, αλλά σαν απλή απόπειρα που μείωνε ακόμα περισσότερο την ποινή του θύτη.

Σε εποχές που η σεξουαλικότητα ήταν ταμπού και η ερωτική ζωή των ανθρώπων καλά κρυμμένη, πολλές λανθασμένες αντιλήψεις με ”επιστημονικό ” μανδύα έβρισκαν τη δυνατότητα να ριζώσουν μέσα στο νόμο και στη μεσαιωνική κοινωνία. Η σύνδεση μεταξύ οργασμού και τεκνοποίησης έδωσε την δυνατότητα σε πολλούς βιαστές της εποχής να ξεφύγουν των κατηγοριών τους. Αν μια βιασμένη γυναίκα έμενε έγκυος απο το βιαστή της σήμαινε πως είχε οργασμό, άρα πως της άρεσε η σεξουαλική πράξη και άρα δεν ήταν βιασμός αλλά… συναινετική ερωτική συνέρευση ή ηθελημένη απιστία αν ήταν παντρεμένη όταν βιάστηκε. Σε αυτή την περίπτωση η γυναίκα κρινόταν ένοχη για λανθασμένες κατηγορίες εναντίον του βιαστή της και αντιμετώπιζε απο χρηματικό πρόστιμο ως φυλακή… Πέρα απο διασυρμό…

Σήμερα, η σύνδεση οργασμού και σύλληψης μπορεί να φέρει μειδίαμα στα χείλη μας, όμως εκείνη την εποχή αποτελούσε τρανή απόδειξη συνενοχής του θύματος με το δράστη… Παρότι επιστημονικά αυτή η σύνδεση έχει καταρριφθεί, υπάρχει ακόμα η πεποίηθηση πως αν μια βιασμένη γυναίκα έχει οργασμό κατά την διάρκεια του βιασμού της, τότε προφανώς επιθυμούσε τη συνουσία.

Πέρα απο την ”επιστήμη” της εποχής και η λογοτεχνία είχε περιπλέξει τα πράγματα σχετικά με το αν οι γυναίκες ως αμαρτωλές και φιλήδονες από τη φύση τους εννοούσαν το ”όχι” που έλεγαν, καθώς οι γενναίοι ιππότες και ευγενείς εξέφραζαν τον παράφορο πόθο τους για αυτές. Πολλά λογοτεχνικά έργα της εποχής δείχνουν πως μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί στην αρχή, αλλά αν ο άνδρας καταφέρει με τα λόγια και τα χάδια του να την πείσει τελικά, θα αποδειχτεί πως στην πραγματικότητα ήθελε και ”το έπαιζε”.

Ο γνωστός μας μύθος ”λέει όχι, αλλά στην πραγματικότητα εννοεί ναι”… Το μοτίβο του άνδρα που αρπάζει και φιλά με βία τη γυναίκα ενώ εκείνη αντιστέκεται και ξαφνικά χαλαρώνει τις αντιστάσεις της για τον να αποδεχτεί, έχει δημιουργήσει τόσο λανθασμένες αντιλήψεις για το πάθος, που μέχρι και σήμερα σκηνές όπως της Βουγιουκλάκη να χαστουκίζεται και μετά να φιλιέται με τον Παπαμιχαήλ αναφωνώντας ”Μ’ αγαπάει”, έχουν περάσει κάτω από το δέρμα μας με ένα χιουμοριστικό τρόπο και ασυνείδητα έχουν προσθέσει ένα μικρό λιθαράκι μέσα μας πως οι γυναίκες άλλα λένε και άλλα κάνουν και πως οι άνδρες με χαστούκια και… φιλιά μπορούν να τις συνεφέρουν.

Η πίστη πως η γυναίκα στην πραγματικότητα διασκεδάζει το βιασμό της έχει να κάνει και με την αντίληψη πως το γυναικείο κορμί ηδονίζεται με την άσκηση βίας πάνω του. Πολλοί συγγραφείς και ποιητές στο Μεσαίωνα, ισχυρίζονταν με τα γραπτά τους πως οι γυναίκες μπορεί να αντιστέκονται ή να φωνάζουν αλλά στην πραγματικότητα επιθυμούν κάποιον να ”φανεί αρκετά άνδρας ώστε να τις πάρει με τη βία”. Το θέμα περιπλέχτηκε περισσότερο όταν πολλούς αιώνες αργότερα ο Φρόιντ μιλήσε για το μαζοχισμό των γυναικών, λέγοντας πως οι γυναίκες έχουν μια τάση να ζητούν να υποφέρουν.

Από το 14ο αιώνα και μετά, εμφανίζεται πιο έντονα στις υποθέσεις βιασμών ο όρος ”συναίνεση” ή όχι. Η ανάγκη να αποδειχτεί αν το σεξ ήταν συναινετικό ή όχι ήταν μείζονος σημασίας για την καταδίκη του θύτη. Μέχρι και σήμερα αποτελεί σημαντικό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίζεται η κατηγορία του βιασμού, γι’ αυτό και η πίεση εκ μέρους αρκετών νομικών κατά την εξέταση του θύματος σχετικά με το τι ρούχα φορούσε, πόσο ήπιε, αν αντέδρασε και με ποιον τρόπο.

Στην προσπάθεια να εκμαιευτεί έστω και μια υπόνοια συναίνεσης στη βίαιη σεξουαλική πράξη, έχουν ακουστεί απίθανα πράγματα σε δικαστικες αίθουσες και έχουν παρουσιαστεί διάφορα τεχνάσματα. Όπως μια περίπτωση μπροστά σε αμερικάνικο δικαστήριο, όπου ο συνήγορος του κατηγορουμένου έφερε ως παράδειγμα πως το θύμα ήθελε στην πραγματικότητα να βιαστεί από το δράστη γιατί έμεινε ακίνητο.. Έκανε επίδειξη με ένα περιστρεφόμενο μπουκάλι κόκα -κόλας και ένα καλαμάκι για να το αποδείξει τα λεγόμενά του, λέγοντας πως αν ο στόχος κουνιόταν δε θα μπορούσε να επέλθει συνουσία..

Και ένω τέτοια περιστατικά μας ακούγονται γελοία και ο δράστης καταδικάστηκε, σε μια άλλη πρόσφατη περίπτωση το θύμα δε δικαιώθηκε γιατί το δικαστήριο αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του δράστη πως φορούσε ένα προκλητικό εσώρουχο άρα… προκαλούσε για βιασμό…

Συνεχίζεται…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: