«Θα προχωρήσεις επιτέλους, ρε πούστη, ή θέλεις να σε γδάρουμε επί τόπου;» – Ο Μίκης Θεοδωράκης στη Μακρόνησο • Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ

“Εδώ δε βασανίζουν χωρίς ένα συγκεκριμένο λόγο. Λόγου χάρη, για να σού αποσπάσουν δήλωση μετάνοιας – δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού – και κυρίως για να σε σπάσουν και να σε προετοιμάσουν να πας να πολεμήσεις τους συντρόφους σου στα βουνά. Δε σκοτώσουν για να σκοτώνουν, όπως κάνουν οι ναζί. Αν πάλι, για τον α ή β λόγο, ήθελαν να με εξαφανίσουν, γιατί διάλεξαν αυτόν τον τρόπο;”

Το 1949 ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται εξόριστος στο κολαστήριο της Μακρονήσου όπου βασανίζεται φριχτά. Ενδεικτικό του τι βίωσε στα χέρια των «αναμορφωτών» του μοναρχοφασιστικού κράτους είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την τετράτομη αυτοβιογραφία του «Μίκης Θεοδωράκης, Οι δρόμου του Αρχάγγελου» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1987 (β’ εκδ.). Από το ίδιο και οι φωτογραφίες.

(…) Ο χοντρός με το μουστάκι, αλα Στάλιν, ζοχαδιασμένος από την κακή χώνεψη, μού δίνει μια με το γκλομπ στη βάση του κρανίου, που είδα ν’ ανάβουν χιλιάδες γλομπάκια, όλοι οι πολυέλαιοι της αίθουσας του Αγίου Γεωργίου. Μόνο που η ζεστή σάλα του Κρεμλίνου πήρε τη γνώριμη όψη της Μακρονήσου. Μέσα στη ζάλη μου, προσπάθησα να σκεφτώ αν πραγματικά συνάντησα το Στάλιν και, τέλος πάντων, αν όσα άκουσα και είπα συνέβησαν αληθινά, ή ήταν ένα εφιαλτικό όνειρο. Ποιος ήταν ο Εμβέρ Χότζα, που τα λόγια του, λες και αποκρυπτογραφούσαν τους μύχιους φόβους δεκάδων συντρόφων, καθώς συζητούσαμε, ατελείωτες μέρες και νύχτες, στα δεσμωτήρια του μοναρχοφασισμού, προσπαθώντας να βρούμε τη ρίζα του κακού;

– Θα προχωρήσεις επιτέλους, ρε πούστη, ή θέλεις να σε γδάρουμε επί τόπου; ούρλιαζε αγανακτισμένος ο επιλοχίας.

Ήταν ομολογουμένως δύσκολο να προχωρήσω με τα δεκανίκια πάνω σ’ ένα τόσο ανώμαλο έδαφος. Βράχια, θάμνοι, λακκούβες, κοτρόνες, δεν έβρισκα τρόπο να στηριχτώ. Από πάνω αρχίζουν να με κλωτσούν, να με χτυπούν με τα ρόπαλα και να με σπρώχνουν όλοι μαζί. Μονάχα ο αξιωματικός είχε προχωρήσει και είχε σταθεί εκατό μέτρα πιό μακριά, δείχνοντάς μας προφανώς το σημείο που έπρεπε να φτάσουμε. Σε μια στιγμή, όπως ήταν φυσικό, έχασα την ισορροπία μου και βρέθηκα φαρδύς πλατύς ξαπλωμένος κατάχαμα. Άρχισαν τότε να με κλωτσούν κι οι τρεις μαζί.

Τέλος, κουράστηκαν.

– Σήκω, με διατάσσει ο επιλοχίας.

Ανασηκώθηκα όπως μπορούσα και πρότεινα τα χέρια μου για να με βοηθήσουν να σταθώ στο μοναδικό μου ποδάρι.

Τότε λέει ο χοντρός με το μουστάκι:

– Και δεν τον σέρνουμε να τελειώσουμε με δαύτον;

– Πιάσ’ τον από τις πλάτες, λέει ο επιλοχίας.

Με πιάνουν, όμως η θέση είναι άβολη γι’ αυτούς, γιατί μπερδεύονται. Κάνουν δυο τρία βήματα και με παρατούν.

–Πιάστε τον απ’ το ποδάρι, διατάσσει ο επιλοχίας.

Καθώς με ξεσέρνανε το κεφάλι μου χτυπούσε στους βράχους, οι χοντροί θάμνοι με γδέρνανε, οι μυτερές πέτρες με πληγώνανε, νόμιζα ότι θα μού φύγει η ψυχή. Τέλος, φτάσαμε μπροστά στα πόδια του αξιωματικού.

– Γδύστε τον, λέει αυτός.

Στο πι και φι μού βγάζουν το πανταλόνι. Ο χοντρός τραβά το βρώμικο σώβρακο, ενώ οι δυο άλλοι βγάζουν το πουκάμισο, τραβούν τα μανίκια και τη φανέλα. Να με όπως με γέννησε η μάνα μου. Δεν είχα δει τον ανοιγμένο λάκκο παραδίπλα μου.

– Ρίχτε τον μέσα…

Με πιάνουν από τα πόδια και την πλάτη και με πετούν σαν ένα τσουβάλι πατάτες. Μπαμ! Τσακίστηκε η μέση μου. Το χτυπημένο μου ποδάρι — καθώς έπεσα λίγο δεξιά — χτύπησε πάνω σε βράχο και μού κόπηκε η ανάσα από τον πόνο. Κοίταξα ψηλά και τους είδα σκυμμένους να με κοιτάνε και οι τέσσερις. Τότε ο χοντρός πήδησε μέσα. Με ανασήκωσε και με τράβηξε ώσπου η πλάτη μου ακούμπησε στή μια πλευρά του λάκκου. Ήμουν μισοξαπλωμένος, μισοσηκωμένος. Τότε άρχισαν να ρίχνουν πάνω μου χώματα και πέτρες. Κάπου κάπου πηδούσαν με όλη τους τη δύναμη και πατούσαν το χώμα για να το συμπιέσουν. Χάθηκαν τα πόδια μου, το πουλί, η κοιλιά μου, το στήθος, τα χέρια. Το χώμα έφτασε ως το σαγόνι μου. Όσο ρίχνανε, άλλο τόσο χοροπηδούσαν. Άρχισαν να κουβαλούν μεγάλες πέτρες-βράχους. Πριν τις βάλουν, με διαταγή του αξιωματικού, βγάλανε και οι τρεις τα πουλιά τους και κατούρησαν.

– Επιτρέπετε, κύριε υπολοχαγέ; ρωτά ο χοντρός με το μουστάκι.

– Τι θέλεις;

– Έχω κόψιμο, κύριε υπολοχαγέ. Μπορώ να χέσω επί τόπου; Θα του κάνει καλό.

– Χέσε! συμφωνεί ο αξιωματικός και γυρίζει την πλάτη του.

Κι αυτός βάζει τον κώλο του μια πιθαμή πιο μακριά από το στόμα μου. Βγάζει, βγάζει, βγάζει… Σφίγγω τα χείλια μου να μην μπει στο στόμα μου το σκατό. Οι άλλοι τον κοροϊδεύουν και τον βρίζουν.

– Άι στο διάολο, μαλάκα, του λέει ο επιλοχίας. Βρώμισες τον τόπο… Πάμε να φύγουμε…

– Λοιπόν, μού λέει χαριτωμένα ο αξιωματικός. Να εύχεσαι να βγουν τα καβούρια να σε φάνε, γιατί, ειδεμή, θα λιώσεις ζωντανός, χοντρομαλάκα!

– Τι να τα κάνουμε τα ρούχα και τα δεκανίκια, κύριε υπολοχαγέ;

– Πάρτε τα μαζί σας. Και όπως είπαμε, στράφηκε προς τον επιλοχία, να βάλεις σκοπιές διακριτικά, κατάλαβες, να μην αφήσουν να τον πλησιάσει ψυχή. Ίσαμε να τα κακαρώσει… Οπότε τον θάβουμε επί τόπου…

– Γειά σου, συντροφάκι! είπε ο μάγκας.

– Αν πεινάσεις, φάε το σκατό μου… Δώρο στο κόμμα!

Χα χα χα! οι άλλοι καθώς φεύγανε χαρούμενοι που τέλειωσε η δουλειά τους και πάνε για ύπνο.

Είναι περίεργο να βλέπεις τα πράγματα από το ύψος τού εδάφους. Το σώμα μου το ’νιωθα σφηνωμένο. Ενώ το βάρος πάνω του λες κι αβγάταινε με τον καιρό. Δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε το δαχτυλάκι του ποδιού μου. Είχα προλάβει να βάλω τα χέρια και να σκεπάσω τ’ αχαμνά μου. Πραγματικό σκουλήκι φοβισμένο το πέος μου, το ’νιωθα να ζαρώνει μέσα στη δεξιά μου παλάμη. Το χώμα ήταν ακόμα ζεστό από τον ήλιο της μέρας. Μόνο, όπου υπήρχαν πέτρες και βράχια μυτερά, μου ’χανε κάνει ήδη πληγές που βάθαιναν, όσο καθότανε το βάρος επάνω μου. Ένιωθα πως οι ογκόλιθοι βουλιάζανε πάνω στο κατουρημένο χώμα σιγά σιγά. Ανεπαίσθητα. Ίσως να κάνανε ένα χιλιοστό κάθε δέκα λεπτά της ώρας, ένα τέταρτο. Μπροστά στα μάτια μου τα σκατά του χοντρού έχουν σχηματίσει το λόφο του Λυκαβηττού σε μικρογραφία. Με λίγη φαντασία θα δω τα πεύκα και τα μικρά μονοπάτια που τα περνούσαμε αγκαλιασμένοι με τη Μυρτώ. Τη βρώμα τη συνηθίζεις. Ώσπου ν’ αρχίσει και να σ’ αρέσει. «Ο βρωμιάρης τη βρώμα του χαίρεται», που λέει και ο Σαίξπηρ.

Τώρα η προσοχή μου άρχισε να πηγαίνει στους ήχους. Τ’ αυτιά μου, λίγα εκατοστά πιο ψηλά απ’ το χώμα, έπιαναν τους θορύβους της γης. Λες και είχα γίνει ερπετό. Καθώς τα κύματα της θάλασσας χτυπούσαν στα βράχια, ο ήχος έσπαζε. Άλλος αυτός που πάει ψηλά, στον αέρα, κι άλλος αυτός που σέρνεται πάνω στο χώμα. Αυτός είναι ξερός και περίεργος. Η γη τελικά είναι μεγάφωνο. Αίφνης αυτός ο ήχος που φτάνει στ’ αυτιά μου μοιάζει με πατήματα αλόγων. Ο ήχος του γουέστερν. Όμως, στην πραγματικότητα, είναι αρουραίοι, που τραβά η μυρουδιά του σκατού.

Πράγματι, φτάσανε όλοι μαζί, ένα μικρό κοπάδι. Σταμάτησαν απέναντί μου. Φαίνεται πως η ανάσα μου τούς ανησύχησε. Τα μάτια τους με ερεύνησαν λεπτομερειακά. Σιχαμένα ζώα. Γλοιώδη. Με κείνη τη μακριά λαδωμένη ουρά. Τα μουστάκια. Και, Θεέ και Κύριε, τα μυτερά τους δόντια. Κοιταζόμαστε στα μάτια και κατάλαβαν πως είμαι ένα ζώο ζωντανό. Ασυνήθιστο. Δεν το ’χαν συναντήσει ποτέ. Τι στο διάολο, θα σκέφτονταν με το μικροσκοπικό τους εγκέφαλο, τι πράγμα είναι αυτό που αναπνέει; Αναπνέει. Άρα ζει. Κι αν ριχτεί επάνω μας; Αν είναι γάτα; Ή έστω σκύλος; Γάτα ή σκύλος μιας καινούργιας ράτσας; Ας είμαστε προσεχτικοί, θα σκέφτηκαν οι αρουραίοι. Και πιο πολύ ο χοντρός που έμοιαζε «ηγέτης» πεπειραμένος. Αυτός μάλιστα έκανε και δυο βηματάκια προς τα πίσω. Κοιταχτήκανε μεταξύ τους, σα να ρωτούσε ο ένας τον άλλον: «Τι θα γίνει μ’ αυτόν; Υπάρχει τάχα κίνδυνος;» Τη λύση την έδωσε ο πιο μικρός (κι εδώ η νεολαία όπως πάντα πρωτοπόρα) που προχώρησε κι άρχισε να δοκιμάζει με πολλή όρεξη το σκατό. «Αχ! πώς είναι νόστιμο!» φάνηκε να λέει με τις κινήσεις του. Και συνέχισε να χώνει τη μύτη του στη ρευστή μάζα. Οι άλλοι ξεροκατάπιναν. Μια βλέπανε το σκατό και μια την αφεντιά μου. Έως ότου, ο «ηγέτης» προχώρησε, τρόπος του λέγειν, γκάζι-φρένο, φρένο-γκάζι. Στο τέλος πάτησε λίγο πιο πολύ γκάζι, πλησίασε, μύρισε, με κοίταξε κι έχωσε κι αυτός το ρύγχος του στα ευκοίλια του χοντρού με το μουστάκι. Άλλο που δεν ήθελαν οι οπαδοί — θέλω να πω οι υπόλοιποι αρουραίοι. Ρίχτηκαν όλοι μαζί στο μικρό λόφο. Τούς άρεσε τόσο πολύ που σε λίγο με ξέχασαν εντελώς. Σιγά σιγά ήρθαν κι απ’ τη δική μου μεριά. Δηλαδή βάλανε τούς κώλους τους μπροστά στο στόμα μου, οι ουρές τους πασαλειμμένες σκατά μού βρωμίζανε τη μούρη. Κάπου κάπου κλάνανε κι η πορδή τους ήταν εντελώς ανθρώπινη. Σε άρωμα εννοώ.

Ο Μίκης στη Μακρόνησο, τον Αύγουστο του 1949

Άσχημο το αίσθημα να έχεις εκτεθειμένο το κεφάλι χωρίς να μπορείς να το προφυλάξεις. να το σκεπάσεις με τα χέρια. Ή να το κουνήσεις. Ένα κεφάλι βιδωμένο στο χώμα είναι οπωσδήποτε μια κατάσταση παρά φύση. Όμως τη σκέψη μου, πέρα από τη σιχασιά, την απασχολούσε ένα ερώτημα: «τι πρόκειται να κάνουν μετά οι αρουραίοι;» Το βλέμμα τού «ηγέτη» δε μού άρεσε καθόλου. Λες και γνωριζόμαστε. Να υπήρξα κάποτε κι εγώ αρουραίος και να μην το ξέρω; Όταν τελειώσανε το γεύμα, όπως είναι φυσικό, άρχισαν να γλείφουν τα πόδια τους, την κοιλιά, την ουρά τους. Έδειχναν ανέμελοι κι ευχαριστημένοι. Μετά ένας αρσενικός βάλθηκε να μυρίζει μια κυρία από πίσω. Αυτή έκανε τα γνωστά νάζια, σα να ’τανε καμιά άβγαλτη μαθήτρια του γυμνασίου. Μετά αυτός πήδησε πάνω της, αυτή τσίριζε και τον δάγκωνε θυμωμένη. Δόξα τω Θεώ, σκεφτόμουν. Όλα πάνε καλά. Φάγανε, χορτάσανε, τώρα αρχίζουν τις καβάλες. Το βασικό είναι να με ξεχάσουνε.

Όμως ο «ηγέτης» πήγαινε κι ερχότανε ανήσυχος. Κάπου κάπου ρίχνει βιαστικές ματιές. Θεέ μου! Τι διαπεραστικό που είναι το βλέμμα του! Καλύτερα να κάνω πως δεν τον βλέπω. Μπορεί να θυμώσει… Όμως, τελικά δεν το απέφυγα. Για μια στιγμή οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Κατάλαβα ότι η σκέψη του δεν ήταν τυχαία. Ζύγιζε την κατάσταση σοβαρά. Η παρουσία μου τού είχε θέσει ένα δύσκολο πρόβλημα, που έπρεπε να λύσει. Σε όλη του τη ζωή δεν είχε συναντήσει ένα ζώο σαν το κεφάλι μου. Ένα ζώο ολοστρόγγυλο, χωρίς πόδια, με στόμα όπου υπήρχαν δυο σειρές πελώρια δόντια, μεγάλη μύτη, δυο μάτια όσο το κεφάλι του, αυτιά και τρίχωμα. Ποια ήταν η σχέση του με τα σκατά που φάγανε μόλις πριν; Και γιατί δεν τα έφαγε το ίδιο; Και το πιο σπουδαίο: Γιατί δεν αντέδρασε; Μόνο κοιτάζει. Παρατηρεί. Παραμονεύει. Ακίνητο. Αινιγματικό. Κι αν έχει εκατοντάδες μικρά μικρά ποδαράκια, όπως η σαρανταποδαρούσα, και ξαφνικά ορμήσει απάνω τους κι αρχίσει να κατασπαράζει τους ανυπεράσπιστούς αρουραίους; Η ευθύνη είναι πελώρια. Και πέφτει ολόκληρη στις πλάτες του. Γι’ αυτό πήγε λίγο πιο μακριά. Κρύφτηκε πίσω από ένα πουρνάρι κι έβγαλε προσεχτικά τη μούρη του να παρατηρήσει ήσυχος κι απερίσπαστος το «ζώο» για να πάρει τις τελικές του αποφάσεις.

Τον βλέπω λοιπόν τον «ηγέτη» μισοκρυμμένο πίσω από μια τούφα χοντρά φύλλα με μικρά αγκύλια στις άκρες να μού ρίχνει κλεφτές ματιές. Σκέφτηκα να βγάλω μια δυνατή φωνή να τους τρομάξω, όμως αυτό ίσως θα έπρεπε να είναι το έσχατο μέσο άμυνας. Τίποτε άλλο δεν μπορούσα να κάνω. Αν πλησίαζε κοντά, μπορούσα να δαγκώσω την ουρά του ή ένα του ποδάρι. Ακόμα ακόμα, αν οι συνθήκες το επιτρέπουν, μπορεί να τού κόψω, εν ανάγκη, με το στόμα όλο το κεφάλι. Απ’ αυτήν την άποψη βρίσκομαι σε υπεροχή. Όμως το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, αν με χτυπήσουν από πίσω, στον τράχηλο ή στα πλάγια, στο λαιμό και κυρίως στ’ αυτιά. Άσε που αν χιμήξουν πολλοί μαζί, έως ότου δαγκώσω τον έναν, ο άλλος μπορεί να μού φάει τη μύτη και στο τέλος πολλοί μαζί θα μου φάνε σίγουρα τα μάτια.

Αυτές οι σκέψεις με απασχολούν και καθώς ο άλλος με κοιτάζει σκέφτομαι πως είναι καλύτερα να μη με δει στα μάτια, μήπως διαβάσει τη σκέψη μου. Δεν ξέρω, όμως το βλέμμα του, αν και φευγαλέο, έδειχνε σπάνια αντίληψη. Ήμουν βέβαιος ότι είχα να κάνω με έναν πραγματικό «ηγέτη», που συνδυάζει την πείρα με την εξυπνάδα.

Ξαφνικά σταμάτησε κάθε κίνηση. Ο αρσενικός είχε τελειώσει προ πολλού τη συνουσία του με την ντροπαλή αρουραίισσα κι έγλειφε, όπως είναι φυσικό, το πουλί του. Οι υπόλοιποι έπαιζαν ανέμελα και λοιπά και λοιπά. Είπα λοιπόν ότι όλα αυτά σταμάτησαν. Οι αρουραίοι ξανάγιναν σοβαροί. Ήρθε κοντά τους και ο «ηγέτης». Μού ’ριξαν όλοι μαζί μια φευγαλέα ματιά και μετά σήκωσαν τα κεφάλια ψηλά μυρίζοντας τον αέρα. Ο «ηγέτης» πιο ψηλός απ’ όλους γύριζε το κεφάλι του γύρω γύρω και τέλος κάρφωσε το βλέμμα του στον ουρανό. Ήμουν βέβαιος ότι μελετούσε με προσοχή τη θέση των αστερισμών. Μετά κάρφωσε το βλέμμα του πάνω απ’ το κεφάλι μου στην κορυφογραμμή της Μακρονήσου προς την Ανατολή. Τα σημάδια φάνηκαν να τον έχουν πείσει. Σήμανε η ώρα της επιστροφής. Χωρίς να με κοιτάξει έδωσε το σύνθημα, έτρεξε πρώτος, και όλοι οι άλλοι τον άκολούθησαν με κατεύθυνση προς το στρατόπεδο, όπου θα περνούσαν τη μέρα τους στις υπόγειες στοές που είχαν σκάψει, κάτω από τις σκηνές των φαντάρων.

Έγινε ησυχία. Ο σκατένιος Λυκαβηττός είχε εξαφανιστεί, γεγονός που μού έδινε τη δυνατότητα να διευρύνω το οπτικό μου πεδίο. Ίσα με δυο μέτρα περίπου μπροστά μου υπήρχε μόνο χώμα με πέτρες. Μετά άρχιζαν θάμνοι και βράχια που έκλειναν τη θέα προς τη θάλασσα. Στο βάθος βάθος ήταν η Αττική. Αριστερά το Στρατόπεδο. Σήκωσα τα μάτια μου προς τον ουρανό. Ήταν ακόμα σκοτεινός… Γεγονός που βοηθούσε να λάμπουν περισσότερο έντονα οι αστερισμοί και οι αστέρες.

Ποτέ δεν είναι λαμπερότερος ο Γαλαξίας από τις νύχτες του Ιουλίου. Για μια στιγμή ξέχασα πού και πώς βρισκόμουν. Μια μέθη άρχισε να συνεπαίρνει την ψυχή μου. Το Άπειρο με καλούσε όπως πάντα. Ωραίες στιγμές! Όσο το σώμα βάραινε κάτω από τον όγκο των βράχων και των χωμάτων, τόσο καθαρότερα ένιωθα πως οι μηροί, ο κώλος κι η μέση μου ήσαν καθισμένοι επάνω σ’ ένα σκελετό. Ώστε είχαν ανοίξει έναν παλιό τάφο, σαν κι αυτούς που βρίσκονταν σ’ όλη τη Μακρόνησο, όπου, όπως μάς είχαν πει, ήσαν θαμμένοι Τούρκοι στρατιώτες, αιχμάλωτοι από την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πάνω σ’ έναν τέτοιον Τούρκο νεκρό ήμουν τώρα ξαπλωμένος. Ένιωθα όλο και πιο καθαρά τους δυο μηρούς με τις αγκυλώσεις της λεκάνης και τις πλευρές. Το κρανίο θα ήταν λίγο πιο πάνω. Έτσι που με ανασήκωσαν ελαφρά για να μού αφήσουν έξω το κεφάλι, είχα επαφή μόνο με το μισό σκελετό. Απ’ τη μέση και κάτω.

Να ’μαι λοιπόν στο βασίλειο των νεκρών, όπως ακριβώς μού είπαν πως θα γίνει μέσα στους εφιάλτες μου. Τι μήνυμα να τούς πω; Και σε ποια γλώσσα; Γέλασα κι όταν κατάλαβα τι κάνω, θύμωσα με τον εαυτό μου, που βρίσκει κάτι τέτοιες καταστάσεις για να κάνει μόνος του αστεϊσμούς. Όμως, με τι μπορεί να απασχολήσεις το μυαλό σου σ’ αυτές τις στιγμές; Το χώμα που με σκέπαζε γινόταν τώρα υγρό. Σιγά σιγά, τα κατρουλιά των φαντάρων άρχισαν να περιβρέχουν το δέρμα μου. Άθελα μου χούφτωσα πιο δυνατά τ’ αρχίδια και το πέος μου, γιατί δεν ήθελα να μολυνθούν από τα σιχαμερά υγρά των βασανιστών μου. Καιρός να σκεφτούμε τι έγινε, γιατί έγινε και προπαντός τι πρόκειται να γίνει, είπα μέσα μου. Λες αυτά που μού φώναξε φεύγοντας ο αξιωματικός να τα πιστεύει; Αλλά γιατί; Και γιατί έτσι; Δηλαδή, γιατί να με σκοτώσουν και μ’ αυτόν ειδικά τον τρόπο; Εδώ δε βασανίζουν χωρίς ένα συγκεκριμένο λόγο. Λόγου χάρη, για να σού αποσπάσουν δήλωση μετάνοιας – δήλωση αποκήρυξης του κομουνισμού – και κυρίως για να σε σπάσουν και να σε προετοιμάσουν να πας να πολεμήσεις τους συντρόφους σου στα βουνά. Δε σκοτώσουν για να σκοτώνουν, όπως κάνουν οι ναζί. Αν πάλι, για τον α ή β λόγο, ήθελαν να με εξαφανίσουν, γιατί διάλεξαν αυτόν τον τρόπο; Μια σφαίρα στο κρανίο με σιγαστήρα και θάψιμο κανονικό. Με το κεφάλι μέσα. Άρα, κατέληξα, πρόκειται για μια εκφοβιστική ενέργεια. Σε λίγο θα ξαναγυρίσουν και θα με ρωτήσουν:

– Υπογράφεις τώρα ή θέλεις να μείνεις κι άλλο έως ότου λιώσεις;

Είτε… Είτε; Αυτό το «είτε», δηλαδή αυτό το «άλλο», ψάχνω να βρω. Μήπως δηλαδή γυρεύουν’ τίποτα ακόμα πιο βαρύ…

401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών, Απρίλης 1949. Μετά το «αναμορφωτήριο» της Μακρονήσου…

Όμως, σαν τι; Να γίνω βασανιστής; Ή να γίνω συνεργάτης; Δηλαδή χαφιές… Υπάρχει φυσικά πάντα από πάνω μου η δαμόκλειος σπάθη: δηλαδή, τι ξέρει ακριβώς η Ασφάλεια για τη δράση μου στην παρανομία. Γιατί, όλο και κάποιος θα μίλησε από τους τόσους και τόσους που βασανίσανε για να μαρτυρήσουν. Ιδιαίτερα για όσους ανήκαν σε ομάδες αυτοάμυνας και επομένως πήραν ή επρόκειτο να πάρουν μέρος σε ένοπλες ενέργειες μέσα στην Αθήνα, οι ασφαλίτες είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία… Μήπως επειδή διαπίστωσαν ότι ο πατέρας μου είχε πολύ υψηλά «μέσα» στον κρατικό μηχανισμό, σκέφτηκαν ότι αν με δικάζανε κανονικά θα ξέφευγα το εκτελεστικό απόσπασμα και γι’ αυτό αποφάσισαν να με «φάνε» στη ζούλα; Όμως και πάλι, στην περίπτωση αυτή γιατί ανακατέψανε ένα νεαρό αξιωματικό, έναν επιλοχία και δυο φαντάρους; Δεν είναι πρόσωπα «σοβαρά». Εμπιστοσύνης. Αύριο μεθαύριο μπορεί να μιλήσουν. Οπότε; Αυτές τις δουλειές τις κάνουν πάντα οι ασφαλίτες. Και, φυσικά, οι πολύ βαμμένοι αξιωματικοί του Άλφα Δύο. Μήπως ο νεαρός αξιωματικός είναι τέτοιος; Δεν αποκλείεται. Και οι άλλοι; Οι δυο φαντάροι πάντως μύριζαν από μακριά. Ήταν σπασμένοι πρώην ΕΑΜίτες-ΕΠΟΝίτες. Όπως το σύνολο των φαντάρων της Μακρονήσου. Οπότε; Δεν έβρισκα άκρη…

Ένιωσα απότομα μεγάλη ζέστη. Είχα αποκοιμηθεί. Όταν άνοιξα τα μάτια μου ο ήλιος είχε ρίξει τις πρώτες του αχτίνες προβάλλοντας μια σταλιά πάνω από τους λόφους. Συγχρόνως ακούστηκαν σφυρίχτρες να σφυρίζουν, πολλές μαζί, δαιμονισμένα. Κι αμέσως η γη γιόμισε με βαθείς ήχους, σαν τύμπανα μακρινά. Ήταν οι φαντάροι που έπρεπε να σηκωθούν στο δευτερόλεπτο, να τρέξουν με την ελπίδα ότι θα φτάσουν πρώτοι στα αποχωρητήρια. Μπροστά σε κάθε τρύπα σχηματίζονται πελώριες ουρές. Στο σημείο αυτό οι ήχοι στο χώμα χάθηκαν. Ένας ένας γυρίζουν τρέχοντας στη σκηνή. Πρέπει σε πέντε λεπτά να τινάξει και μετά να στρώσει τις κουβέρτες, να ντυθεί, να παπουτσωθεί και να κάτσει προσοχή μπροστά στη σκηνή.

Η κουστωδία με τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς ελέγχει σχολαστικά. Αν είναι τέλεια τυλιγμένες οι κουβέρτες. Αν είναι άψογα ντυμένος ο φαντάρος. Σε κάθε παράλειψη η τιμωρία είναι μια μέρα ή περισσότερες στο τετράγωνο «σύρμα». Χωρίς σκιά και χωρίς νερό.

Τα τύμπανα και πάλι ηχούν. Είναι που οι φαντάροι τρέχουν στο καζάνι να πάρουν ένα ζουμί που το λένε κοροϊδευτικά «τσάι». Βουτούν όσο ψωμί τούς έμεινε από την προηγούμενη μέρα. (…)

«Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ». Η στήλη παρουσιάζει πτυχές από γνωστά και λιγότερο γνωστά γεγονότα, φιλοξενεί αναμνήσεις αγωνιστών και καταγράφει μικρές και μεγάλες στιγμές, που χαράχτηκαν με αγώνες και αίμα στις χρυσές σελίδες της Εθνικής μας Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ: Δείτε τις όλες εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: