Τρεις στιγμές που μισήσαμε τον Ανδρέα Λοβέρδο

Τα κορυφαία στιγμιότυπα κυνισμού και παλιανθρωπιάς ενός πανάξιου εκπροσώπου του βαθέος ΠΑΣΟΚ.

Υπάρχουν τριών ειδών πολιτικοί με τους οποίους διαφωνείς α) οι φασίστες β) εκείνοι που αντιπαθείς πολιτικά αλλά σου είναι από αδιάφοροι μέχρι προσωπικά ψιλοσυμπαθείς γ) αυτοί που σου προκαλούν αγνή, ατόφια σιχασιά σε όλα τα επίπεδα. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει με το σπαθί του ο Ανδρέας Λοβέρδος, που συμπληρώνει σήμερα τα 62 του χρόνια.

Δε χρειάζεται να πούμε πολλά για την πολιτική πορεία του Λοβέρδου, που από το ένα ή άλλο αξίωμα εξακολουθεί να ταλαιπωρεί τον τόπο, από τότε που διορίστηκε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών επί Σημίτη μέχρι σήμερα, που είναι βουλευτής του ΠΑΣΟΚ ή Δημοκρατικής Συμπαράταξης ή Κινήματος Αλλαγής (ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα), έχοντας χρηματίσει κατά σειρά υπουργός εργασίας, υγείας και παιδείας. Να προσθέσουμε μόνο ότι έχει βγάλει κι αυτός τη μεγάλη των πρώην της ΚΝΕ σχολή, διεκδικώντας τον τίτλο του πιο εμετικού πρώην μέλους μαζί με το Νίκο Κοτζιά, κι ο συναγωνισμός είναι πραγματικά τεράστιος.

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο ακροφιλελεύθερος (sic) λόγος του Λοβέρδου προκαλεί ενοχλητικές κινήσεις στο γαστρεντερικό μας σύστημα, αλλά τρεις στιγμές νομίζουμε ότι περνούν στο πάνθεον των πιο αηδιαστικών δηλώσεων πολιτικών από καταβολής ελληνικού κοινοβουλίου:

Οι κορακοζώητοι συνταξιούχοι

Την αγανάκτησή του για το ότι η φυσική επιλογή δε λύνει το ασφαλιστικό είχε εκφράσει ο Ανδρέας Λοβέρδος ως υπουργός εργασίας, αναφωνώντας “Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουνε κιόλας, ζουν πολλά χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή τους”. Τι έχουν τα έρμα και δεν ψοφάνε δηλαδή, για να λύσουν τα χέρια του υπουργού, που φυσικά καμία πρόθεση δεν είχε να περικόψει συντάξεις ή να αυξήσει τα ηλικιακά όρια, αλλά άμα μπλέξεις με μαθουσάλες τι να κάνεις, λυγίζεις.

Ο “ακτιβισμός” της ΧΑ

Αν από το Μπάμπη Παπαδημητρίου μάθαμε τη “σοβαρή” Χρυσή Αυγή, από το Λοβέρδο μάθαμε για το κοινωνικό και κινηματικό της πρόσωπο. Ήταν Φλεβάρης του 2013, όταν ο ίδιος χαρακτήρισε τη ΧΑ “ελληνική Χεζμπολάχ”(!) και “το πρώτο κίνημα που γεννιέται αυθεντικά στη μεταπολίτευση”, προσθέτοντας πως έκανε “ακτιβισμό πάνω σε μεγάλα προβλήματα”, “παράγει εμπιστοσύνη” και “γιατί να το καταγγείλει κανείς αυτό;” Έλα μου ντε, κάτι μυστήριοι άνθρωποι… Τελικά, πιο αυθεντικό απ’ όλα αποδείχτηκε το μαχαίρι του Ρουπακιά στην καρδιά του Παύλου Φύσσα, ειδάλλως ίσως σύντομα ο τέως υπουργός να συνέκρινε τη ΧΑ με τον αγώνα του παλαιστινιακού λαού. Των δηλώσεων είχε βέβαια προηγηθεί κατά ένα μήνα περίπου η δολοφονία -ακτιβίστικη ενέργεια προφανώς- του Πακιστανού ποδηλάτη Σαχζάτ Λουκμάν, αλλά αν είναι δυνατόν να είχαμε την απαίτηση να αμφισβητήσει ο Λοβέρδος την αυθεντικότητα του κινήματος για ένα μελαμψό μετανάστη.

Ξύνοντας τον πάτο: Η διαπόμπευση των οροθετικών

Τα παραπάνω βέβαια ίσως και να ήταν πταίσματα μπροστά στον κολοφώνα σκατοψυχιάς που άγγιξε ο Λοβέρδος την προεκλογική περίοδο των πρώτων εκλογών του 2012, όταν προσπάθησε προς άγραν ψήφων να καλλιεργήσει κλίμα πανικού στην πλάτη τοξικοεξαρτημένων οροθετικών γυναικών. Αφού πρώτα είχαν συλληφθεί 32 γυναίκες με την κατηγορία της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, επειδή δήθεν ως εκδιδόμενες μετέφεραν εν γνώσει τους τον ιό HIV στους πελάτες τους, στη συνέχεια δημοσιοποιήθηκαν τα ονόματα και οι φωτογραφίες τους, χάρη σε μια διάταξη που εξέδωσε ο Λοβέρδος επικαλούμενος την προστασία της δημόσιας υγείας. Ο ίδιος μάλιστα δε δίστασε από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ να σπείρει το ρατσισμό, κατηγορώντας τις γυναίκες από την υποσαχάρια Αφρική για την έξαρση του AIDS, παρόλο που σχεδόν το σύνολο των οροθετικών ήταν Ελληνίδες. Η κατακραυγή εξαρχής ήταν τεράστια, ενώ μέσα στα επόμενα χρόνια, για πολλές από τις κοπέλες κατέπεσαν όλες οι κατηγορίες στα δικαστήρια κι επιδικάστηκαν αποζημίωσεις, άλλες, λιγότερο τυχερές όμως είχαν ήδη φύγει από τη ζωή, η μία αυτοκτονώντας. Απαντώντας στην επιστολή-καταπέλτη της μάνας μιας εκ των κοριτσιών που χάθηκαν, ο Λοβέρδος σε μια επίδειξη παντελονάτης (σεξισμός) στάσης, επέρριψε όλες τις ευθύνες για τη διαπόμπευση στην Εισαγγελία Αθηνών, ζητώντας και τα ρέστα απ’ όσους τον κατηγορούσαν “συκοφαντικά” όπως διατεινόταν ο ίδιος.

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: