Ποιοι ήταν οι 7 της Δίκης του Σικάγου – Τα πρόσωπα πίσω από την ταινία

Κάποιοι έμειναν λίγο πολύ πιστοί στα ιδανικά της νιότης τους, άλλοι κυνήγησαν το αμερικανικό όνειρο ως “καινοτόμοι” επιχειρηματίες, άλλοι ενσωματώθηκαν στο σύστημα και κάποιοι προτίμησαν μια αθόρυβη ζωή ως ιδιώτες.

Μπορεί η ταινία για τη δίκη των 7 του Σικάγο να αποτυπώνει, με την όποια ποιητική αδεία και παρέκκλιση από τα γεγονότα, αρκετά επιτυχημένα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας των ΗΠΑ, η ζωή των πρωταγωνιστών ωστόσο δεν περιορίστηκε στη δίκη, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ήταν εξίσου ή και περισσότερο πολυτάραχη πριν και μετά από αυτή. Κάποιοι έμειναν λίγο πολύ πιστοί στα ιδανικά της νιότης τους, άλλοι κυνήγησαν το αμερικανικό όνειρο ως “καινοτόμοι” επιχειρηματίες, άλλοι ενσωματώθηκαν στο σύστημα, και κάποιοι προτίμησαν μια αθόρυβη ζωή ως ιδιώτες. Στο σημείωμα που ακολουθεί, παρουσιάζονται κάποια βασικά στοιχεία από την πολιτική και προσωπική διαδρομή των 7 βασικών κατηγορουμένων, αλλά και του Μπόμπι Σιλ, που περιλήφθηκε για καθαρά εκδικητικούς πολιτικούς λόγους στην αρχική ομάδα, μολονότι ήταν κυριολεκτικά περαστικός από το Σικάγο τη στιγμή των γεγονότων για τα οποία παραπέμφθηκαν οι υπόλοιποι.

Άμπι Χόφμαν

Αναμφίβολα η πιο αναγνωρίσιμη μορφή στις ΗΠΑ, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Σάσα Μπάρον Κοέν, είχε μια εξίσου πολυκύμαντη ζωή και μετά τη δίκη των 7. Προερχόμενος από μεσοαστική εβραϊκή οικογένεια, σπούδασε ψυχολογία και από νεαρή ηλικία έδειχνε αντισυμβατική συμπεριφορά. Ως συνιδρυτής των Yippies, του “Διεθνούς Κόμματος Νεολαίας”, έγινε γνωστός για την αντίθεσή του στον πόλεμο του Βιετνάμ, χρησιμοποιώντας μια σειρά χάπενινγκ για να προσελκύσει τα μίντια. Τα πιο γνωστά από αυτά ήταν η πορεία του στο Πεντάγωνο, το οποίο δήλωσε πως θα κάνει να αιωρηθεί με “ψυχική ενέργεια”, αλλά και το πέταγμα δολαρίων, αληθινών και ψεύτικων από μέσα στο χρηματιστήριο της Γουόλ Στριτ. Όπως φαίνεται και στην ταινία, ο Χόφμαν έβγαζε ομιλίες και έκανε δημόσιες εμφανίσεις στη διάρκεια της δίκης των 7 του Σικάγου, για την οποία περιέγραφε πως διεξαγόταν σε έναν “φούρνο από νέον”. Στη συνέχεια, ο Χόφμαν συνέχισε τη δράση του, ώσπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 κατηγορήθηκε για διακίνηση κοκαΐνης, κατηγορία που ο ίδιος απέδιδε σε αστυνομική συνωμοσία. Τελικά κρύφτηκε κι έκανε πλαστική επέμβαση για να αλλάξει το παρουσιαστικό του, ζώντας με ψευδώνυμο ως το 1980, όταν και παραδόθηκε στις αρχές, εκτίοντας ολιγόμηνη ποινή.

Παρέμεινε ενεργός, προσθέτοντας στο ενεργητικό του άλλη μια σύλληψη, όταν μαζί με 14 ακόμα άτομα, ανάμεσά τους και η Έιμι Κάρτερ, κόρη του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, μπήκαν στο πανεπιστήμιο του Άμχερστ για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην στρατολόγηση που επιχειρούσε η CIA εντός πανεπιστημίου. Ο Ράμσεϊ Κλαρκ, ο πρώην γενικός εισαγγελέας που εμφανίζεται και στην ταινία, εμφανίστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης, καταθέτοντας για την ενίσχυση που παρείχε η CIA στους Κόντρας κατά των Σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Μετά την αθώωσή του, ο Χόφμαν εμφανίστηκε ως κομπάρσος στη διάσημη αντιπολεμική ταινία του Όλιβερ Στόουν “Γεννημένος την 4η Ιουλίου”, όπου υποδύεται τον εαυτό του ως διαδηλωτή. Μιλώντας για τις απόψεις του το 1987, έλεγε πως: “Μιλάτε με έναν αριστερό. Πιστεύω στην αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας στον κόσμο. Πιστεύω στην καθολική περίθαλψη για όλους. Θεωρώ πως δε θα έπρεπε να έχουμε ούτε έναν άστεγο στην πιο πλούσια χώρα του κόσμου. Και πιστεύω πως δε θα έπρεπε να έχουμε μια CIA που τριγυρνά καταργώντας κυβερνήσεις και δολοφονώντας πολιτικούς ηγέτες, που δουλεύει για μικρές ολιγαρχίες σε όλο τον κόσμο ώστε να προστατέψει τις εγχώριες ολιγαρχίες εδώ σε μας.

Ο Χόφμαν έπασχε από διπολική διαταραχή και τα τελευταία χρόνια της ζωής του εμφανιζόταν ιδιαίτερα απογοητευμένος από αυτό που θεωρούσε συντηρητική οπισθοδρόμηση της αμερικανικής κοινωνίας, όπως και την αποπολιτικοποίηση της νεολαίας σε σχέση με τη δική του γενιά. Βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών το 1989, με τον ιατροδικαστή να κάνει λόγο για αυτοκτονία, κάτι που ο συγκατηγορούμενος και συνοδοιπόρος του Ντέιβιντ Ντέλιντζερ αρνούνταν κατηγορηματικά, λέγοντας πως ο Χόφμαν “είχε πολλά σχέδια για το μέλλον”.

Τζέρι Ρούμπιν

Μπορεί ο δικαστής Χόφμαν (απλή συνωνυμία με τον εναγόμενο, όπως ο ίδιος τόνιζε επανειλημμένα στην ταινία και την πραγματική ζωή) να διείδε τις δυνατότητες του Τομ Χέιντεν να μετατραπεί σε “παραγωγικό μέλος του συστήματος”, δύσκολα όμως θα φανταζόταν τον ανέμελο χίπι να γίνεται ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου λίγα χρόνια αργότερα. Εβραϊκής καταγωγής, όπως ο φίλος του Άμπι, μεγάλωσε στο Σινσινάτι του Οχάιο και έχασε σε νεαρή ηλικία τους γονείς του. Σπούδασε στην Ιερουσαλήμ και έζησε ένα διάστημα σε κιμπούς του Τελ Αβίβ με τον αδερφό του, ο οποίος έμεινε μόνιμα στο Ισραήλ. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, ο Ρούμπιν έκανε μια στάση στην Αβάνα, για να δει από κοντά τα επιτεύγματα της κουβανικής επανάστασης.
Αν και σύντομα διέκοψε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, άρχισε να γίνεται αναγνωρίσιμη μορφή του φοιτητικού κινήματος και ίδρυσε την Επιτροπή Ημέρας Βιετνάμ. Κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος του Μπέρκλεϊ, με κεντρική πλατφόρμα τον τερματισμό του πολέμου στο Βιετνάμ, τη στήριξη του κινήματος των μαύρων και τη νομιμοποίηση της κάνναβης, αποσπώντας το εντυπωσιακό 20% των ψήφων. Δυο φορές εμφανίστηκε μπροστά στη διαβόητη από την εποχή του μακαρθισμού Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, μια φορά ντυμένος στρατιώτης και τη δεύτερη ως Αη-Βασίλης. Συνδέθηκε στενά με τον Άμπι Χόφμαν, ως συνιδρυτής των Yippies, ενώ στη διάρκεια της δίκης, σε σκηνή που δε δείχνει η ταινία, έκανε ναζιστικό χαιρετισμό προς τον δικαστή Τζούλιους Χόφμαν φωνάζοντας “Χάιλ Χίτλερ”.
Ο Ρούμπιν εγκατέλειψε την ενασχόληση με την πολιτική στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και σύντομα μετεξελίχθηκε σε πολυεκατομμυριούχο μπίζνεσμαν, όντως μεταξύ άλλων και ένας από τους πρώτους επενδυτές της νεοϊδρυθείσας τότε Apple Computers του Στιβ Τζομπς. Τη δεκαετία του ’80 έκανε έναν κύκλο δημόσιων συζητήσεων με τον παλιό του συνοδοιπόρο Άμπι Χόφμαν, με τίτλο “Γίπι εναντίον Γιάπη”, όπου υποστήριξε μεταξύ άλλων πως “η δημιουργία πλούτου είναι η πραγματική αμερικανική επανάσταση. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι διάχυση κεφαλαίου σε υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας μας”. Διατηρώντας καλές προσωπικές σχέσεις με το Χόφμαν μέχρι τέλους, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους, παρέστη στην κηδεία του φίλου του το 1989, πέντε χρόνια πριν ο ίδιος χάσει απρόσμενα τη ζωή του, όταν παρασύρθηκε από όχημα έξω από το σπίτι του στο Λος Άντζελες.

Τομ Χέιντεν

Ο πιο “clean cut” από τους κατηγορούμενους του Σικάγο, είχε πράγματι την πορεία που είχε προβλέψει για εκείνον ο δικαστής Χόφμαν. Καταγόταν από ιρλανδική οικογένεια του Μίσιγκαν, με τους γονείς του να χωρίζουν όταν εκείνος ήταν 10 ετών λόγω του αλκοολισμού του πατέρα του. Ήταν, μαζί με την πρώτη σύζυγό του Σάρα Κέισον, ένα από τα πρώτα μέλη της οργάνωσης SDS (Φοιτητές για μια δημοκρατική κοινωνία) της οποίας εξελέγη πρόεδρος το ακαδημαϊκό έτος 1962-63. Την ίδια χρονιά έγραψε τη “Δήλωση του Πορτι Χέρον”, που μνημονεύεται και στην ταινία, που θεωρείται ένα είδος μανιφέστου της “Νέας Αριστεράς” στις ΗΠΑ. Μάλιστα, ο Χέιντεν συγκρούστηκε με σημαίνοντα μέλη αυτού του ιδεολογικού χώρου, καθώς ναι μεν καταδίκαζε τις “διαστρεβλώσεις του σταλινισμού” στο κείμενο, όχι όμως και ρητά τον κομμουνισμό. Μετά τη δίκη παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο για 17 χρόνια τη διάσημη ηθοποιό και ακτιβίστρια Τζέιν Φόντα, ενώ επισκέφτηκε αρκετές φορές το Βιετνάμ και τη Καμπότζη. Ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία μετά το 1976 στην Καλιφόρνια, καταφέρνοντας να εκλεγεί τοπικός και ομοσπονδιακός βουλευτής μετά τη δεκαετία του 1990. Στις προεδρικές εκλογές του 2016 στήριξε τη Χίλαρι Κλίντον στον προκριματικό των δημοκρατικών, αν και “φλέρταρε” ένα διάστημα με το Μπέρνι Σάντερς, υποστηρίζοντας πως προσπάθησε “να πιέσει τη Χίλαρι προς τα αριστερά με αυτό τον τρόπο”. Έφυγε από τη ζωή λίγες μέρες πριν τις εκλογές εκείνης της χρονιάς, στις 23 Οκτώβρη 2016.

Ρένι Ντέιβις

Ο Ρένι Ντέβις, που στην ταινία αναλαμβάνει να κάνει το διαμεσολαβητή μεταξύ της δημοτικής αρχής και των διαδηλωτών για να λάβει – μάταια – την άδεια για τη συγκέντρωση έξω από το συνέδριο των Δημοκρατικών, προερχόταν από ισχυρή οικογένεια, καθώς ο πατέρας του είχε υπάρξει πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών Συμβούλων του προέδρου Τρούμαν. Στο τέλος της δίκης, είχε πει στο δικαστή Χόφμαν πως είναι “καθετί παλιό, άσχημο και μισαλλόδοξο σε αυτή τη χώρα και σας λέω ότι το πνεύμα που βλέπετε σε αυτό τον πάγκο της υπεράσπισης θα σας καταβροχθίσει”. Μετά τη δίκη, ο ίδιος ταξίδεψε στο βόρειο Βιετνάμ για να συνοδεύσει Αμερικανούς αιχμαλώτους, την απελευθέρωση των οποίων είχε πετύχει ο συγκατηγορούμενός του Ντέλινγκερ. Αργότερα, ο Ντέιβις ακολούθησε, όπως ο Ρούμπιν, καριέρα στις μπίζνες, ενώ το ενδιαφέρον του κέρδισαν ανατολίτικες δοξασίες και γκουρού, όπως ο Μαχαράγ Τζι. Έφυγε από τη ζωή πριν λίγες μέρες, στα 80 του χρόνια, στις 2 Φλεβάρη 2021 λόγω λεμφώματος που ανακαλύφθηκε δυο εβδομάδες πριν το θάνατό του.

Ντέιβιντ Ντέλινγκερ

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι εκείνη του Ντέβιντ Ντέλινγκερ, του μεγαλύτερου σε ηλικία από τους κατηγορούμενους, που η πολιτική αγωγή της δίκης χαρακτήρισε “εγκέφαλο της συνωμοσίας”. Καταγόμενος κι αυτός από πλούσια οικογένεια, φοίτησε στο Γέιλ και την Οξφόρδη, ενώ ως νέος αρχικά ήθελε να γίνει πάστορας. Τη δεκαετία του ’30 επισκέφτηκε τη ναζιστική Γερμανία και στη συνέχεια την Ισπανία, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο πλευρό των Δημοκρατικών ως οδηγός ασθενοφόρου. Πεπεισμένος πασιφιστής, ο Ντέλινγκερ αρνήθηκε να υπηρετήσει στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλώνοντας αργότερα πως “Μετά την Ισπανία, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν απλός. Δεν μπήκα καν στον πειρασμό να σηκώσω όπλο για να πολεμήσω για την Τζένεραλ Μότορς, την US. Steel ή την Chase Manhattan Bank, ακόμα κι αν ο Χίτλερ ήταν ο ηγέτης της άλλης πλευράς. Λόγω της άρνησης στράτευσης, ο Ντέλινγκερ φυλακίστηκε για τρία χρόνια, ενώ μετά τον πόλεμο απέκτησε ηγετικό ρόλο στο κίνημα των αντιρρησιών συνείδησης. Αντιτάχθηκε στον πόλεμο της Κορέας και την απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων για την ανατροπή του Φιντέλ Κάστρο, ενώ συμμετείχε στο κίνημα χειραφέτησης των μαύρων του νότου των ΗΠΑ. Ήταν μεγάλος θαυμαστής του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αλλά και ανθρώπων με τους οποίους είχε ιδεολογικές διαφορές στο θέμα της μη βίας, όπως το Χο Τσι Μινχ, αλλά και τους Μαύρους Πάνθηρες, ιδιαίτερα τον Φρεντ Χάμπτον (που εμφανίζεται στην ταινία ως ακροατής της δίκης και άτυπος σύμβουλος του Μπόμπι Σιλ, στοιχείο φανταστικό, σε αντίθεση με την δολοφονία του από την αστυνομία). Όπως αναφέρθηκε, μεσολάβησε στην απελευθέρωση αιχμαλώτων πολέμου των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, ενώ η αντίθεσή του στον πόλεμο τον οδήγησε στο να υποστηρίξει ακόμα και την άρνηση πληρωμής φόρων, στο βαθμό που αυτοί κατευθύνονταν σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Ο Ντέλινγκερ συνέχισε τη δραστηριοποίησή του στο φιλειρηνικό κίνημα και τις επόμενες δεκαετίες, ενώ το 1996 συνελήφθη ξανά, όταν μαζί με τον εγγονό του και οχτώ άλλα άτομα, ανάμεσά τους και ο γιος του Άμπι Χόφμαν, έκαναν καθιστική διαμαρτυρία στο Ομοσπονδιακό Κτίριο του Σικάγο, όπου φιλοξενούνταν για πρώτη φορά μετά το 1968 το Συνέδριο των Δημοκρατικών. Ακόμα και τρία χρόνια πριν το θάνατό του 2004, ο Ντέλινγκερ διοργάνωσε πορεία από το Βερμόντ στο Κεμπέκ του Καναδά, για να διαμαρτυρηθεί κατά της προωθούμενης δημιουργίας ζώνης ελεύθερου εμπορίου.

Λι Γουάινερ

Όπως αναφέρεται και στην ταινία από τη συνήγορο υπεράσπισης Κάτσλερ, δυο από τους κατηγορούμενους είχαν κατηγορηθεί απλά και μόνο για να αθωωθούν στη συνέχεια και να φανεί η “μεγαλοψυχία” του δικαστηρίου. Επρόκειτο για τους Λι Γουάινερ και Τζον Φρόινς, που πράγματι είχαν χαλαρούς μόνο δεσμούς με τους υπόλοιπους της ομάδας. Ο Γουάινερ, ο μοναδικός από τους “7 του Σικάγο” που είχε μεγαλώσει στο Σικάγο, ήταν διδακτορικός φοιτητής τον καιρό της σύλληψής του, με έντονη αντιπολεμική δράση, και είχε σαφώς πιο “χίπικη” εμφάνιση από αυτή που εμφανίζεται στην ταινία. Μετά την αθώωσή του ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα, απολύθηκε όμως από το φημισμένο πανεπιστήμιο Ruters, όταν στη διάρκεια πάρτι γενεθλίων για τον αλλοτινό του συγκατηγορούμενο και ηγετικό στέλεχος των Μαύρων Πανθήρων, Μπόμπι Σιλ, αστειεύτηκε πως “σκοπεύει να ιδρύσει κομμουνιστικό κόμμα στο Νιου Τζέρσι”. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με μια σειρά οργανώσεις κατά του αντισημιτισμού, του ΑΙDS και της φτώχειας, ενώ πέρσι εξέδωσε το απομνημονεύματά του με επίκεντρο τη δίκη των 7 του Σικάγο.

Τζον Φρόινς

Ο Φρόινς, που ήταν διδάκτορας χημείας του Γέιλ όταν συνελήφθη, κράτησε στη δίκη το χαμηλό προφίλ που φαίνεται και στην ταινία, ενώ πριν ακόμα αθωωθεί επίσημα, δίδασκε ως καθηγητής χημείας στο κολέγιο Γκοντάρντ. Αργότερα διορίστηκε στην Υπηρεσία Εργασιακής Ασφάλειας και Υγείας, ενώ δίδαξε στο πανεπιστήμιο UCLA από το 1981 ως το 2011. Μαζί με τον Γουάινερ είναι ο μόνος από τους 7 του Σικάγο που βρίσκεται ακόμα στη ζωή, καθώς ο επίσης εν ζωή Μπόμπι Σιλ, δεν περιλαμβάνεται στο “στενό πυρήνα”, αφού, η υπόθεσή του διαχωρίστηκε δικαστικά από τις υπόλοιπες.

Μπόμπι Σιλ

H ιστορία του Μπόμπι Σιλ, είναι σίγουρα μια από τις πιο συγκλονιστικές της ταινίας, παρότι, πράγματι ο συνιδρυτής των Μαύρων Πανθήρων δεν είχε καμία σχέση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, πέρα από μια συνάντηση με το Ρούμπιν, πριν απαγγελθούν κατηγορίες. Το δέσιμο και η φίμωσή του από το δικαστή Τζούλιους Χόφμαν ήταν πραγματικό περιστατικό και μάλιστα για μέρες κι όχι για λίγη ώρα, όπως δείχνει η ταινία.

Γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια του Τέξας, αλλά στα 8 του χρόνια μετακόμισαν στο Όουκλαντ της Καλιφόρνια. Διέκοψε τη φοίτησή του στο σχολείο και μπήκε στην πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ, από όπου απολύθηκε με κακή διαγωγή λόγω καταδίκης του σε στρατοδικείο για καβγά με διοικητή. Στη συνέχεια ο Σιλ εργάστηκε ως τεχνικός αεροσκαφών, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα σε νυχτερινό λύκειο για να πάρει το απολυτήριό του. Μετά από αυτό γράφτηκε στο κολέγιο Μέριτ, όπου σπούδασε μηχανολογία και πολιτικές επιστήμες ως το 1962. Ως φοιτητής ήρθε σε επαφή με την Αφροαμερικανική Ένωση (ΑΑΑ), κι άρχισε να μελετά την ιστορία των μαύρων των ΗΠΑ όπως και να ασχολείται ενδελεχέστερα με τα προβλήματα και τις διακρίσεις σε βάρος της κοινότητας. Στην ίδια ομάδα συνάντησε τον Χιούι Π. Νιούτον, με τον οποίο μοιράζονταν τον ίδιο θαυμασμό για το ριζοσπαστικό ηγέτη των μαύρων Μάλκολμ Χ, που δολοφονήθηκε το 1965. Ένα χρόνο αργότερα οι δυο τους ίδρυσαν το “Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων για την αυτοάμυνα”, που ο ίδιος ο Σιλ χαρακτήριζε ως “μια οργάνωση που αντιπροσωπεύει τους μαύρους και πολλοί λευκοί ριζοσπάστες ταυτίζονται με αυτό και καταλαβαίνουν πως το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων είναι ένα δίκαιο επαναστατικό μέτωπο ενάντια σε αυτό το ρατσιστικό, παρηκμασμένο καπιταλιστικό σύστημα”.

Μετά το διαχωρισμό της υπόθεσής του από εκείνη των συγκατηγορουμένων του στη δίκη του Σικάγο, ο Σιλ καταδικάστηκε σε τετραετή φυλάκιση, ενώ το 1970, όντας φυλακισμένος κατηγορήθηκε ξανά για τη δολοφονία του Άλεξ Ράκλεϊ, πληροφοριοδότη της αστυνομίας μέσα στους Μαύρους Πάνθηρες. Οι ένορκοι δεν κατέληξαν σε συμπέρασμα και ο Σιλ απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες και αποφυλακίστηκε το 1972, ενώ η αστυνομία είχε επιχειρήσει και πάλι ένα χρόνο πριν από αυτό να τον εμφανίσει ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του Φρεντ Μπένετ, ως αντεκδίκηση για εξωσυζυγική σχέση που φέρεται να είχε με τη σύζυγο του Σιλ, Άρτι, η οποία έμεινε έγκυος τον καιρό που ο άντρας της ήταν κρατούμενος.

Το 1973 ο Σιλ κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος του Όουκλαντ, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση, χάνοντας στο δεύτερο γύρο από τον απερχόμενο δήμαρχο Τζον Ρίντινγκ. Τα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησαν φήμες ότι είχε έρθει σε σύγκρουση, ακόμα και άσκηση σωματικής βίας, με τον συνιδρυτή των Μαύρων Πανθήρων Νιούτον, κάτι που ο ίδιος αρνιόταν πεισματικά, υποστηρίζοντας πως οι δυο τους είχαν πάντα φιλικές σχέσεις.

Ο Σιλ μετά την περίοδο των Μαύρων Πανθήρων άρχισε να διδάσκει ιστορία των μαύρων στο πανεπιστήμιο Temple, και έγραψε πολλά βιβλία για την εποχή εκείνη, κάνοντας και πολλές εμφανίσεις σε ντοκιμανταίρ και τηλεοπτικές εκπομπές, ενώ αμφιλεγόμενη υπήρξε η απόφασή του να συμμετάσχει σε διαφημιστικό του γνωστού παγωτού Ben&Jerry’s.

Με πληροφορίες από vulture.com

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: