Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ – Αντεπανάσταση με ανθρώπινο προσωπείο

Όλοι – κι όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι – αγαπούν τον Αλεξάντρ Ντούμπτσεκ, πλην Λακεδαιμονίων. Πόσο σοσιαλιστικό ήταν όμως το “ανθρώπινο πρόσωπο” που διαφήμιζε ο αρχιτέκτονας της “Άνοιξης της Πράγας”;

Από ορκισμένους αντικομμουνιστές μέχρι «αντιδογματικούς» αριστερούς, όλοι -πρακτικά – έχουν ένα καλό λόγο να πουν για τον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, βασικού πρωταγωνιστή και ιθύνοντα νου της λεγόμενης «Άνοιξης της Πράγας». Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» που θεωρητικά επαγγελλόταν ο Ντούμπτσεκ, παραμένει ως σύνθημα εξαιρετικά εύηχο και προβάλλεται ακόμα και σήμερα ως δυνάμει αντίπαλο δέος στο «αυταρχικό» κι «ανελεύθερο» σοβιετικό μοντέλο, χωρίς να εξετάζεται –σκόπιμα συνήθως – η ουσία του, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια παλινόρθωσης συνθηκών αστικής δημοκρατίας και ελεύθερης αγοράς.

Αυτό το ομολογούσε εξάλλου ήδη από το 1969 ο Βάτσλαβ Χάβελ, στον επίσης διάσημο αντιφρονούντα συγγραφέα Μίλαν Κούντερα, δηλαδή πως  «οι μεγάλες κατακτήσεις της “Ανοιξης της Πράγας” δεν ήταν παρά η αποκατάσταση των ελευθεριών που υπήρχαν τριάντα χρόνια νωρίτερα στην Τσεχοσλοβακία και που ίσχυαν σε όλες τις άλλες δημοκρατικές χώρες». Η επιστροφή στη μεσοπολεμική αστική Τσεχοσλοβακία, που βρέθηκε απροετοίμαστο έρμαιο στις ορέξεις των ναζί, ήταν αυτό που προκαλούσε ενθουσιασμό στους οπαδούς της αντεπανάστασης και αυτή αναγνώριζαν ως πεμπτουσία του πειράματος Ντούμπτσεκ.

Ο Ντούμπτσεκ γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία στις 27 Νοέμβρη 1921, με την οικογένειά του να μετακομίζει στην ΕΣΣΔ τρία χρόνια μετά για ιδεολογικούς, αλλά και οικονομικούς λόγους, σε περίοδο μεγάλης ανεργίας στην πατρίδα τους. Έζησαν στο σημερινό Κιργιστάν και αργότερα στην πόλη Γκόρκι (που επανανομάστηκε Νίζνι Νόβγκοροντ μετά τις ανατροπές) και το 1938 επέστρεψαν στην Τσεχοσλοβακία.

Έγινε μέλος του ΚΚ της χώρας του το 1939 και συμμετείχε στην αντίσταση κατά του σλοβακικού κράτους – μαριονέτα υπό το στενό σύμμαχο του Χίτλερ, Γιόζεφ Τίσο. Στη διάρκεια της εξέγερσης των συμπατριωτών του κατά του Τίσο συμμετείχε μέσω της ταξιαρχίας Γιάν Ζίσκα ως αντάρτης. Τραυματίστηκε δυο φορές, ενώ ο αδελφός του Γιούλιους σκοτώθηκε.

Μετά τον πόλεμο ανήλθε γρήγορα στην κομματική ιεραρχία, ενώ στάλθηκε στη Μόσχα για ιδεολογικές σπουδές από το 1953 ως το 1958. Το 1960 έγινε γραμματέας της Κ.Ε του τσεχοσλοβακικού κόμματος και στη συνέχεια μέλος του προεδρείου.

Το 1963, μετά από έντονη διαπάλη, την ηγεσία στο σλοβακικό τμήμα του κόμματος ανέλαβε ομάδα υπό τον Ντούμπτσεκ ως πρώτο γραμματέα, που άρχισε να κινείται σε ολοένα και πιο ανοιχτή αντιπαράθεση με τον τότε ηγέτη της Τσεχοσλοβακίας και γγ του κόμματος Αντόνιν Νοβότνι.

Δείγματα γραφής έδωσε αυτή η ομάδα με τον υπερτονισμό της ξεχωριστής σλοβακικής ταυτότητας, στα όρια του αστικού εθνικισμού, μέσω σχετικών εορτών και τελετών. Ο Ντούμπτσεκ εξάλλου είχε εκδηλώσει ήδη από το 1958 την αντίθεσή του στη συνταγματική αναθεώρηση που πρόβλεπε την προσθήκη του όρου «σοσιαλιστική» στην ονομασία της χώρας «Σοσιαλιστική Δημοκρατία Τσεχοσλοβακίας», αντιδρώντας σε ό,τι θεωρούσε περιορισμό των δικαιωμάτων των Σλοβάκων.

Παράλληλα, γινόταν ανεκτή, αν δεν ενισχυόταν συστηματικά, η ολοένα και λιγότερο κεκαλυμμένη επίθεση στη σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας, με αιχμή του δόρατος την εβδομαδιαία εφημερίδα «Κουλτούρνι ζιβότ» της Ένωσης Σλοβάκων Συγγραφέων, που προπαγάνδιζε τη «φιλελευθεροποίηση», τον «εκδημοκρατισμό», αλλά και την ομοσπονδιοποίηση της χώρας.

Με αφορμή την αποκατάσταση θυμάτων του «σταλινισμού» στην ΕΣΣΔ, ο Ντούμπτσεκ έθεσε εσωκομματικά το ζήτημα της αποκατάστασης Σλοβάκων αντιστασιακών, που είχαν εκτελεστεί μεταξύ 1951 -1953. Η διαμάχη ήταν απλά η αφορμή για την πιο ανοιχτή εκδήλωση των αντιτιθέμενων ιδεολογικών γραμμών μεταξύ Ντούμπτσεκ και Νοβότνι. Ο τελευταίος έβλεπε την επιρροή του στο κόμμα να φθίνει, προσπαθώντας να αποσπάσει σοβιετική υποστήριξη, η οποία όμως δεν ήλθε, λόγω της βεβαιότητας για την αξιοπιστία του «δικού τους Σάσα». Επρόκειτο εξάλλου για μια περίοδο στην οποία ήδη η ΕΣΣΔ βρισκόταν σε πορεία παρέκκλισης από σημαντικές αρχές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έχοντας συνεπώς μειωμένα αντανακλαστικά απέναντι στην κυοφορούμενη αντεπανάσταση στην Τσεχοσλοβακία.

Ένα από τα λιγότερα διάσημα φιλιά του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, αυτή τη φορά με τον Ντούμπτσεκ το Φλεβάρη του 1948 για την επέτειο τον 20 χρόνων εδραίωσης του ΚΚ στην εξουσία, λίγο πριν το τέλος ενός πολιτικού έρωτα.

Ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ εξάλλου, προσπάθησε να αντλήσει διδάγματα από την εμπειρία των Ούγγρων αντεπαναστατών το 1956, όντας προσεχτικός στις δημόσιες τοποθετήσεις του, ίδως στην επιμονή του πως η Τσεχοσλοβακία θα παρέμενε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας και πως το ΚΚ εξακολουθούσε να διατηρεί την ιδεολογική και πολιτική πρωτοκαθεδρία στη χώρα. Παρά τις λεκτικές διακηρύξεις, τις οποίες επαναλάμβανε και στις διμερείς επαφές του με τους – θορυβημένους πλέον – Σοβιετικούς, στην πράξη προωθούσε μεταρρυθμίσεις, στην πραγματικότητα απορρυθμίσεις, στον κεντρικό σχεδιασμό, τον χώρο της τέχνης και το ΜΜΕ, αλλά και της αποκατάστασης της “πολυφωνίας”, που πρακτικά μεταφραζόταν σε ανοχή – το λιγότερο – σε δυνάμεις που δεν είχαν ανάγκη από κανένα “σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο”, αλλά ήταν ανοιχτά αντικομμουνιστές κι αντεπαναστάτες. Ο βαθμός ελευθερίας κινήσεων που απολάμβαναν φαίνεται από το γεγονός πως τον Ιούνη του 1968 προσκάλεσαν τον μετέπειτα σύμβουλο Ασφαλείας του Λευκού Οίκου του προέδρου Κάρτερ, Ζ. Μπρεζίνσκι, να κάνει διαλέξεις στην Πράγα, συμβολεύοντας τους ακροατές του να προβούν σε ανοιχτή επίθεση στο ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και σε διάλυση της πολιτοφυλακής και των οργάνων κρατικής ασφάλειας. Επιπλέον, σε κλειστή συνεδρίαση στο Ινστιτούτο της Διεθνούς Πολιτικής της Ακαδημίας Επιστημών της Τσεχοσλοβακίας, δήλωνε: «Η αφετηριακή μου θέση συνίσταται στο ότι ο λενινισμός στις συνθήκες της σύγχρονης ανεπτυγμένης κοινωνίας εξέπνευσε”, ενώ δεν παρέλειψε να εκφράσει και τη συμπάθειά του στα όσα γίνονταν στη χώρα.

Οι ΗΠΑ εξάλλου είχαν ήδη επεξεργαστεί σειρά σχεδίων για την υπονόμευση του σοσιαλισμού με επίκεντρο την Τσεχοσλοβακία την ίδια περίοδο, σχέδια που εμπλουτίστηκαν την περίοδο της “Άνοιξης της Πράγας”, ιδίως με προσπάθειες χαλάρωσης των εμπορικών περιορισμών, ενώ άφθονη ήταν η οικονομική και -έμμεση, ιδίως μέσω του τύπου – στήριξη των αντισοσιαλισιτκών δυνάμεων στη χώρα. Σημαντικό ρόλο στα γεγονότα διαδραμάτισε και η ΟΔΓ, ιδίως μετά το άνοιγμα των δυτικών συνόρων της Τσεχοσλοβακίας, που επέτρεψε μαζί με τουρίστες να διασχίσουν τα σύνορα κάθε λογής πράκτορες, αλλά και εκπρόσωποι αστικών πολιτικών δυνάμεων που είχαν επαφές με ομοϊδεάτες τους στη χώρα.

Είναι γεγονός πως η πολιτική Ντούμπτσεκ και ο ίδιος προσωπικά έχαιραν σημαντικής δημοφιλίας μεταξύ των Τσεχοσλοβάκων, εν μέρει λόγω αντικειμενικών προβλημάτων στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, αλλά και λόγω της ειλικρινούς πεποίθησης πολλών ανθρώπων πως η «Άνοιξη» ήταν πράγματι μια προσπάθεια «ανανέωσης» του σοσιαλισμού. Οι δυνάμεις ωστόσο που διέβλεπαν την αναπόφευκτη διολίσθηση στην καπιταλιστική παλινόρθωση δεν είχαν χάσει πλήρως την επιρροή τους, συνεπικουρούμενες από τη διεθνιστική αλληλεγγύη που επέδειξαν και άλλες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Μπορεί πράγματι η εικόνα των τανκς του Συμφώνου, που εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία τη νύχτα της 20ης προς την 21η Αυγούστου να μην ήταν καθόλου ευχάριστη, εκ των πραγμάτων όμως πέτυχε να καθυστερήσει για δυο δεκαετίες την επιστροφή στον καπιταλισμό, αποτρέποντας επίσης ενδεχόμενη αιματοχυσία, ανάλογη της ουγγρικής περίπτωσης. Ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ εξάλλου, πριν τεθεί σε περιορισμό στο κτίριο της ΚΕ του κόμματος από τους Σοβιετικούς, κάλεσε το λαό να μην προβάλει αντίσταση στα στρατεύματα του συμφώνου. Σε απόφαση της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, μετά τα γεγονότα του Αυγούστου, γινόταν η εξής εκτίμηση: «Τον Αύγουστο του 1968, η αντεπανάσταση πήρε επικίνδυνη έκταση στην Τσεχοσλοβακία και η χώρα βρέθηκε στο χείλος του εμφυλίου πολέμου. Το ερώτημα “ποιος θα επιβληθεί” γινόταν πιεστικό. Θα επικρατούσε η αντεπανάσταση με τη βοήθεια της διεθνούς αντίδρασης και θα ολοκλήρωνε το ολέθριο έργο της ή οι σοσιαλιστικές δυνάμεις θα κατάφερναν να αποκρούσουν την αντεπανάσταση και να σώσουν την υπόθεση του σοσιαλισμού;».

Ο Ντούμπτσεκ οδηγήθηκε στη Μόσχα μαζί με συνεργάτες του και εκεί υπέγραψε το λεγόμενο «Πρωτόκολλο της Μόσχας», αποδεχόμενος ουσιαστικά την ήττα της πολιτικής του σε εκείνη τη φάση. Επέστρεψε στην Πράγα στις 27 Αυγούστου, παραμένοντας μάλιστα πρώτος γραμματέας ως το 1969, όταν και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση μετά τις λεγόμενες «Ταραχές του χόκεϊ». Οι ταραχές ξεκίνησαν μετά τη νίκη της Εθνικής χόκεϊ επί πάγου επί της ΕΣΣΔ στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του αθλήματος στην Στοκχόλμη, όταν ένα μέρος του πλήθους που πανηγύριζε, επιτέθηκε σε σοβιετικά στρατεύματα που στάθμευαν ακόμα στην Πράγα, λεηλατώντας ακόμα και τα γραφεία της σοβιετικής αεροπορικής εταιρείας Αεροφλότ, σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, κατόπιν καθοδήγησης των τσεχοσλοβακικών μυστικών υπηρεσιών.

Απεστάλη στην Τουρκία ως πρεσβευτής την ίδια χρονιά, επέστρεψε όμως ένα χρόνο αργότερα, όταν και διαγράφηκε από το κόμμα, τοποθετούμενος ως υπάλληλος της Δασικής Υπηρεσίας της Σλοβακίας, ζώντας σε άνετες συνθήκες στη Μπρατισλάβα. Το 1988 του επετράπη να ταξιδέψει στην Μπολόνια της Ιταλίας για να γίνει επίτιμος διδάκτορας του παλιότερου πανεπιστημίου του κόσμου, ενώ έδωσε και την πρώτη του συνέντευξη μετά από 18 χρόνια στην «Ουνιτά» την εφημερίδα του ευρωκομμουνιστικού ιταλικού ΚΚ, που από το 1968 είχε στηρίξει ανοιχτά την δράση του τότε προέδρου. Ένα χρόνο μετά παρέλαβε το πρώτο βραβείο Ζαχάροφ της ιστορίας, το οποίο έκτοτε απονέμεται σταθερά από το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο σε λογής- λογής αντιδραστικά μπουμπούκια.

Επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο με τη «Βελούδινη Επανάσταση» του 1989, συνεργαζόμενος με τον ακόμα πιο συντηρητικό πρώτο ηγέτη της καπιταλιστικής Τσεχοσλοβακίας, Βάτσλαβ Χάβελ. Εξελέγη στο αστικό κοινοβούλιο της χώρας και το 1992 έγινε ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Σλοβακίας, υποστηρίζοντας ένα ομοσπονδιακό μοντέλο συνύπαρξης με την Τσεχία, κι όχι τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, όπως τελικά προκρίθηκε.

Οι Διόσκουροι της τσεχοσλοβακικής αντεπανάστασης: Χάβελ και Ντούμπτσεκ

Έφυγε από τη ζωή σε τροχαίο δυστύχημα, ανήμερα της επετείου της Οχτωβριανής Επανάστασης στις 7 Νοέμβρη 1992, τα ιδανικά της οποίας είχε σταδιακά απαρνηθεί. Για το θάνατό του ακούστηκαν διάφορα, η πιθανότερη εκδοχή ωστόσο είναι πως έχασε τον έλεγχο του οχήματος λόγω ολισθηρότητας του βρεγμένου οδοστρώματος και υπερβολικής ταχύτητας.

O γιος του σε συνεντεύξεις του εξακολουθεί να υποστηρίζει το σενάριο της δολοφονίας, λόγω της αντίθεσης που λέει πως πρόβαλε ο πατέρας του κατά των κερδοσκόπων των ιδιωτικοποιήσεων μετά το 1989. Όπως βέβαια δεν παραλείπει να τονίσει: «Ο πατέρας μου δεν ήταν κατά των ιδιωτικοποιήσεων, ήταν ενάντια στην κλοπή της δημόσιας περιουσίας».  Κι αυτή η φράση αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τη βαθιά σοσιαλδημοκρατική πολιτική πρόταση του Ντούμπτσεκ, που στην μια περίπτωση δεν μπόρεσε και στη δεύτερη δεν πρόλαβε καν να υλοποιήσει.

Δύσκολες Νύχτες

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: