Ο “παροξυσμικός λαϊκισμός” δολοφόνησε το Λαμπράκη; – Άρον άρον κατέβηκε από τη σελίδα του “Ελλάδα 2021” απόσπασμα ομιλίας μέλους της επιτροπής

“Το κέντρο και η ΕΔΑ καλύπτοντας την αποπομπή του Καραμανλή υποστήριζαν, αν δεν διέσωζαν τους μηχανισμούς του παρακράτους, δηλαδή τους δολοφόνους του Λαμπράκη 20 μέρες μετά τη δολοφονία του” ισχυριζόταν μεταξύ άλλων ο ιστορικός Ευάνθης Χατζηβασιλείου σε παλιότερη ομιλία του, που ανεβοκατέβηκε στο άψε – σβήσε στη σελίδα του “Ελλάδα 2021”.

Απέχουμε ακόμα κάπου 10 μήνες από τη συμπλήρωση των 200 ετών και λίγους μόνο μήνες μετά την ίδρυση της επιτροπής “Ελλάδα 2021”, ήδη όμως η ιστοσελίδα της μας έχει δώσει δείγματα γραφής για το πώς ακριβώς θέλει να επανανοηματοδοτήσει πρακτικά όλη τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της χώρας κι όχι μόνο της επανάστασης του ’21.  Λίγο καιρό αφότου η σελίδα μας παρουσίασε σε αρμονική συνύπαρξη εκλεγμένους πρωθυπουργούς μαζί με δικτάτορες και δοσίλογους, εμφανίστηκε σε αυτήν κείμενο για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Ή μάλλον, “αναβόσβησε αθόρυβα”, αφού κάποιες ώρες αργότερα και ως την στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές η αναζήτηση του κειμένου “Δολοφονία Λαμπράκη: Το σταυροδρόμι του 1963” οδηγούσε στην εξής εικόνα:

Ο λόγος που κατέβηκε σχετίζεται προφανώς με το περιεχόμενό του, το οποίο μάλλον γρήγορα έγινε αντιληπτό πως θα μπορούσε να πυροδοτήσει αντιδράσεις. Επειδή φυσικά ειδικά στο διαδίκτυο scripta manent, η απόσυρση του κειμένου δεν ήταν αρκετά άμεση ώστε να εμποδίσει την απαθανάτιση του στιγμιοτύπου οθόνης, όπως το λάβαμε από τον @krhth.

Το κείμενο είναι στην πραγματικότητα ένα απόσπασμα από ομιλία του καθηγητή Ευάνθη Χατζηβασιλείου, σε ημερίδα που είχε διοργανώσει το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τη δολοφονία Λαμπράκη πριν 7 χρόνια. Ο συγγραφέας του δεν είναι καθόλου τυχαίος, καθώς εκτός από πολύ γνωστός ιστορικός του κεντροδεξιού χώρου και πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου του Ιδρύματος Καραμανλή, τυγχάνει να είναι και μέλος της 31μελούς επιτροπής “Ελλάδα 2021”. Η αρχική ανάρτηση δηλαδή πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα προχειρότητας ή αβλεψίας.

Τι υποστήριζε ωστόσο στην ομιλία του ο καθηγητής; Το κεντρικό μήνυμα είναι ότι ο Γρηγόρης Λαμπράκης ήταν θύμα ενός “παροξυσμικού λαϊκισμού”, διάχυτου στη δεξιά, το κέντρο και την αριστερά, ότι ο Καραμανλής δεν είχε καμία ευθύνη για το έδαφος στο οποίο ξεφύτρωσε το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη, αλλά και το – καλύτερο από όλα κατά τη γνώμη μας – πως το κέντρο και η ΕΔΑ ουσιαστικά έκαναν πλάτες στο παρακράτος και το παλάτι, χτυπώντας την κυβέρνηση.

Πιάνοντας το νήμα από την αρχή, βλέπουμε τον συγγραφέα να ορίζει πως το 1963 “η ήττα των δυνάμεων της μεταρρύθμισης και όχι μόνο, όπως θα ισχυριστώ, μέσα στην ΕΡΕ. Ήταν η μοιραία – κατά τη γνώμη μου – στιγμή της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας.” Όλα αυτά μετά από μια μετεμφυλιακή σχεδόν μπελ επόκ, οικονομικά τουλάχιστον, χάρη στην “παρουσία εξαιρετικά ισχυρών προσωπικοτήτων, όπως είναι του Παπάγου, του Μαρκεζίνη, του Καραμανλή, αλλά και την ανοχή που έδειχνε σε αυτούς τους πολιτικούς ηγέτες μια κοινωνία η οποία, όσο και εάν διεπόταν από αδράνειες, καταλάβαινε πάντως, ότι η οικονομική ανάπτυξη ήταν η προϋπόθεση για την ίδια της την επιβίωση μετά τις τρομερές καταστροφές των ετών του 1922 με 1949. Υπήρχε, δηλαδή, και ήταν ώριμο το αίτημα μιας αλλαγής. Μιας μεταρρύθμισης μεγάλης.”

Για κακή μας τύχη ωστόσο “η ήττα ήρθε και από λάθη των ίδιων των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Ήρθε όμως κυρίως λόγω της νέας στάσης της δεκαετίας του ’60, δηλαδή την εμφάνιση σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις ενός παροξυσμικού λαϊκισμού που ανέστειλε τα πάντα. Και δυστυχώς και η υπόθεση Λαμπράκη ενεπλάκη μέσα σε αυτή την ευρύτερη εικόνα.”

Ο Χατζηβασιλείου δεν μπορεί προφανώς να παρακάμψει έτσι απλά το τεράστιο πλέγμα κρατικής καταστολής, αυταρχισμού και αντικομμουνιστικού σχεδιασμού τα χρόνια πριν το δολοφονία Λαμπράκη, με αποκορύφωμα φυσικά τις διαβόητες εκλογές του 1961. Δέχεται επίσης τη θέση του εξίσου διαβόητου σχεδίου “Περικλής” ως στοιχείο ενός πολιτικού κλίματος στο οποίο ανδρώθηκαν οι δολοφόνοι του Λαμπράκη, μολονότι υποστηρίζει πως για τις εκλογές του ’61 εφαρμόστηκε άλλο σχέδιο εκλογικής βίας, άλλης κυβέρνησης, ρίχνοντας ουσιαστικά τις ευθύνες στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Δόβα, βγάζοντας και πάλι τον Καραμανλή από το κάδρο. Εξάλλου ακόμα και στην αναφορά για το – υποτίθεται – μη εγκεκριμένο σχέδιο “Περικλής” δε γίνεται λόγος για το ποιος ή μάλλον ποιοι τελικά το εκπόνησαν και ποιος είχε σαφή γνώση για την ύπαρξή του, δηλαδή ο ίδιος ο Καραμανλής, όπως δημόσια ομολόγησε αργότερα, ισχυριζόμενος απλά ότι ήταν σχέδιο έκτακτου εσωτερικού ή εξωτερικού κινδύνου και δεν αφορούσε τις εκλογές του ’61.

Λίγο μετά, το κείμενο παρουσιάζει περίπου ως “μωρές παρθένες” την ηγεσία της ΕΡΕ, που πλήρωσε τις αμαρτίες κάποιων ακραίων στοιχείων: “Ήταν ειρωνικό το γεγονός ότι η πρώτη κυβέρνηση της μετεμφυλιακής Ελλάδας που έχει σταματήσει τις εκτελέσεις των κομμουνιστών αυτοπαγιδεύτηκε μόνη της σε αυτή την αντικομμουνιστική ψύχωση και τελικά πλήρωσε την ύπαρξη αυτών των ανθρώπων. Όπως σημείωσε ο Γεώργιος Ράλλης σε μεταγενέστερη συνέντευξή του «Εμείς πληρώνουμε συνεχώς τα σφάλματα της ακροδεξιάς. Δεν είναι μόνο του Λαμπράκη». Η αναφορά και στη χούντα είναι φανερή.” Η έννοια της πολιτικής ευθύνης υποβαθμίζεται, αν δεν απουσιάζει εντελώς από αυτή την ανάλυση μιας καλοπροαίρετης κι εκσυγχρονιστικής κεντροδεξιάς, που ήταν απλά υπερβολικά απρόσεχτη στο τι ποιούσε η ακροδεξιά της.

Από εκεί και πέρα ξεκινά η διάχυση της ευθύνης, γιατί ως γνωστόν όταν φταίνε όλοι σε τελική ανάλυση δε φταίει κανείς.

Αν ο λαϊκισμός της δεξιάς είχε ανοίξει τέτοια σκοτεινά μονοπάτια, ο λαϊκισμός του κέντρου και της αριστεράς είχε άλλα χαρακτηριστικά.
[…]
Η ενστικτώδης αντίδραση της αντιπολίτευσης απέναντι σε μια κυβέρνηση την οποία δεν μπορούσε να υπερκεράσει σε μεταρρυθμισμό και αυτό τους δημιουργούσε κυριολεκτικά υπαρξιακά προβλήματα τα οποία προσπαθούσαν να λύσουν με την προσφυγή σε έναν κατ’ εξοχήν συντηρητικό λαϊκισμό.
Σε αυτό το κλίμα η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ταχέως ξέφυγε από το πραγματικό της πλαίσιο και έγινε το αντικείμενο της εστίασης αυτού του παροξυσμού του λαϊκισμού.

Εδώ εμμέσως πλην σαφώς υπολανθάνει η αντίληψη του συγγραφέα ότι η κυβέρνηση τα πήγαινε τόσο καλά, που η δολοφονία Λαμπράκη ήταν περίπου μάννα εξ ουρανού για την αντιπολίτευση που δεν είχε τι να αντιτείνει ως τότε, βρίσκοντας χρυσή ευκαιρία να χτυπήσει την ΕΡΕ με προσφυγή στο “λαϊκισμό”. Εξ ου κι ο Χατζηβασιλείου επικαλείται γνωστές ρητορικές κορώνες περί ηθικής αυτουργίας του Καραμανλή από τον Γ. Παπανδρέου, την οποία εξομοιώνει με την προσφυγή της ΕΔΑ στον ΟΗΕ με την κατηγορία πως εξόπλισε τους δολοφόνους του Λαμπράκη. Υπενθυμίζει στη συνέχεια την κατάληξη του ποινικού σκέλους των κατηγοριών κατά του Καραμανλή και της κυβέρνησης, που έληξε με απαλλαγή τους. Μπορεί βέβαια πράγματι το ζήτημα των ποινικών ευθυνών του τότε πρωθυπουργού τουλάχιστον να θεωρείται λυμένο, ωστόσο σε τίποτε δε μειώνει το γεγονός πως υπό την εποπτεία του και με την ανοχή, αν όχι την ανοιχτή ενθάρρυνσή του γιγαντώθηκε το παρακράτος, το οποίο σε καμία περίπτωση δε χωριζόταν από το επίσημο κράτος με τα σινικά τείχη που υπονοεί ο Χατζηβασιλείου.

Αλλά κι αν ακόμα δεχτούμε ότι η ως τώρα επιχειρηματολογία εντάσσεται στα γνώριμα πλαίσια μιας φιλοκαραμανλικής απολογητικής, της οποίας ο καθηγητής ούτε εμπνευστής, ούτε μοναδικός – καίτοι προβεβλημένος – εκπρόσωπος είναι στη χώρα μας, η θέση που ακολουθεί ξεπερνάει τα όρια του απλού ιδεολογικά ορμώμενου υποκειμενισμού που αναπόφευκτα υπάρχει σε κάθε ιστορική ερμηνεία, και περνάει στη συνειδητή διαστρέβλωση.

Εδώ ανακύπτουν και κάποια πρόσθετα ζητήματα. Πόσο άραγε σημαντική ήταν για το κέντρο και για την αριστερά η δολοφονία του Λαμπράκη; Και οι δυο παρατάξεις, ειδικά η αριστερά, γνώριζαν καλά ότι τα παρακρατικά κέντρα προσέβλεπαν στη στήριξή τους από μηχανισμούς που αναγνώριζαν το στέμμα ως τη βασική τους πολιτική κάλυψη. Απέδιδαν δηλαδή ήδη τότε τις ευθύνες στο λεγόμενο περιβόητο παρακράτος της Φρειδερίκης.

Και λίγο παρακάτω ακολουθεί το αδιάσειστο συμπέρασμα, με υπογράμμιση δική μας:

Αλλά εάν όντως το παρακράτος της Φρειδερίκης είχε δολοφονήσει το Λαμπράκη και εάν όντως ο Καραμανλής με τη βαθιά τομή προσπαθούσε να επιβάλει ένα έλεγχο επί του παρακράτους, τότε και το κέντρο και η ΕΔΑ καλύπτοντας την αποπομπή του Καραμανλή υποστήριζαν, αν δεν διέσωζαν τους μηχανισμούς του παρακράτους, δηλαδή τους δολοφόνους του Λαμπράκη 20 μέρες μετά τη δολοφονία του. Η αντιπολίτευση προσέφερε για την απαραίτητη πολιτική κάλυψη για την ανατροπή του Καραμανλή, απλώς βρέθηκε να αναρωτιέται το ’65 εάν κυβερνάει ο βασιλιάς ή ο λαός.

Το επιχείρημα μοιάζει βγαλμένο από τις καλύτερες παραδόσεις του αυριανισμού περί ανίερης συμμαχίας δεξιάς και ΚΚΕ, μόνο που εδώ τη θέση του “αθώου” ΠΑΣΟΚ (ή ΣΥΡΙΖΑ πιο πρόσφατα) παίρνει η ΕΡΕ του ’60 και της ΝΔ του ’89 οι Γκοτζαμάνηδες του ’63. Υπολανθάνει φυσικά και μια εσάνς θεωρίας δύο άκρων, που αλληλοτροφοδοτούνταν με κοινό παρονομαστή το “λαϊκισμό”, έχοντας ως στόχο την εδραίωση της κοινωνικοπολιτικής τους επιρροής, ακόμα κι επί πτωμάτων.

Από τη μια μπορεί να θεωρηθεί ενθαρρυντικό ότι το κείμενο κατέβηκε πριν κάνει πολύ ντόρο, από την άλλη παραμένει βαθιά ανησυχητικό ότι θεωρήθηκε εξαρχής καλή ιδέα να ανέβει. Το σίγουρο είναι πως στο “Ελλάδα 2021” έχουν πάρει ζεστά το ξαναγράψιμο της ιστορίας, και τα μικρά σκαμπανεβάσματα δε θα πρέπει να μας ξεγελάσουν περί του αντιθέτου.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: