Η μεγάλη πορεία για το πέρασμα της Νιάλας – Συγκλονιστική μαρτυρία του 19χρονου Βασίλη Φυτσιλή

“Να φτάσουμε κάπου, όσοι μπορέσουμε. Να γλιτώσουμε όσοι καταφέρουμε να περάσουμε αυτόν τον αυχένα. Αυτή την παγωμένη ασπριδερή κόλαση!…”

Ήταν Απρίλης του 1947, όταν το τάγμα του Σοφιανού (Γιώργου Ηλιάδη), μαζί με εκατοντάδες καταδιωκόμενους – μέλη των πολιτικών οργανώσεων της Καρδίτσας και των οικογενειών τους (συνολικά 1.200 άτομα, στην πλειοψηφία τους άοπλοι), επιχείρησαν να διασπάσουν τον κλοιό του κυβερνητικού στρατού, διασχίζοντας τα βουνά της Νιάλας και των Αγράφων, υπό εξαιρετικά αντίξοες καιρικές συνθήκες, γράφοντας μια από τις πλέον ηρωικές στιγμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Στη Νιάλα των Αγράφων και μέσα σε σφοδρή χιονοθύελλα, θα χάσουν τη ζωή τους πολλοί μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ, στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού και άμαχοι πολίτες, ενώ δέκα που πιάστηκαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις (ανάμεσά τους η μαχήτρια του ΔΣΕ, δασκάλα Βαγγελίτσα Κουσιάντζα), οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα στις 9 του Μάη.

Η πορεία προς τη Νιάλα ξεκίνησε στις 11 του Απρίλη 1947. Ο -19χρονος τότε- αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, λογοτέχνης Βασίλης Φυτσιλής, συμμετείχε στην πορεία ως μαχητής του ΔΣΕ. Η συγκλονιστική μαρτυρία του καταγράφεται στο βιβλίο του «Βαγγελίτσα Κουσιάντζα μια ηρωίδα του λαού», περιέχεται και στο βιβλίο του Χρήστου Βραχνιάρη «Πορεία μέσα στη νύχτα» (εκδ. Αλφειός), από όπου την αντιγράψαμε και αποτελεί το πρώτο μέρος μικρού αφιερώματός μας με αφορμή την επέτειο. Αύριο θα ακολουθήσει το δεύτερο μέρος με μαρτυρία άλλου αγωνιστή.

Ήταν αρχές τον Απρίλη, 1947.

Ο εμφύλιος ξαπλωνόταν μέρα με τη μέρα, όλο και πιο άγριος. Ο κυβερνητικός στρατός, εξοπλισμένος με σύγχρονο οπλισμό, χάρη στην «προστασία» και τη βοήθεια των Αγγλοαμερικάνων, άρχισε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε μεγάλη κλίμακα. Δυνάμεις του απ ’ την Καρδίτσα, ήρθαν σε σύγκρουση με τις δικές μας κι έγιναν σκληρές μάχες εκεί στα ριζά του κάμπου και πιο ψηλά, στο Τσαρδάκι και στο οροπέδιο της Νεβρούπολης.

Τα δικά μας τμήματα δεν μπορούσαν να δύσουν μάχες «εκ παρατάξεως» γιατί οι άλλοι διέθεταν πολεμικά μέσα (πυροβολικό και προπαντός την αεροπορία) πολύ μεγαλύτερα απ’ τα δικά μας κι έκαναν έτσι άνιση την κατά μέτωπο αναμέτρηση. Το Γενικό Αρχηγείο μας, που είχε τότε την έδρα του κάπου εκεί στα χωριά των Αγράφων, αποφάσισε με σύμπτυξη και ελιγμούς να ξεπεράσει αυτή τη φάση τον πολέμου.

Εγώ ήμουνα τότε 19 χρονών. Είχα καταταγεί στο Δημοκρατικό Στρατό δυο – τρεις μήνες πριν. Δεν είχα κι άλλη εκλογή. Το σπίτι μας στο χωριό το κάψαν οι Βουρλάκηδες, δεξιοί τρομοκράτες, ληστοσυμμορίτες. Είχαν κλείσει μέσα και τον πατέρα μου, για να τον κάψουν ζωντανό. Τον έσωσε η έξυπνη ιδέα, η πονηριά μιας γριάς γειτόνισσας. Φόβισε τους τρομοκράτες, που είχαν ζωσμένο το σπίτι.

– Φευγάτε, απ’ αυτού, παιδάκια μου!… τους είπε, καλόβολα τάχα. Μακριά απ’ αυτό το σπίτι… Αυτοί έχουν όλο νάρκες και χειρομποβίδες εκεί μέσα!

Εκείνοι σκόρπισαν μακριά, από φόβο μην πάρουν φωτιά οι… νάρκες και τους τινάξουν στον αέρα κι έτσι μπόρεσε ο πατέρας μου να ξεγλιστρήσει από ένα παραθυράκι του αχυρώνα και να σωθεί.

Η οικογένειά μας είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στο ΕΑΜ. Και γι’ αυτό τώρα μας είχαν όλους για ξέκαμα. Η αδερφή μου, σ ’ ένα νησί, εξορία. Ο Γιάννης, ο μεγαλύτερος αδερφός μου, ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ, απ’ τους πρώτους που είχε βγάλει τη Σχολή της Τύρνας, γλίτωσε «ως εκ θαύματος» απ’ τα χέρια της συμμορίας του Παπαναξαγόρα και βγήκε στο βουνό. Τώρα ήταν καπετάνιος του Δημοκρατικού Στρατού.

Εμείς οι άλλοι, ο πατέρας, η μάνα, ο μικρότερος αδερφός μου ο Πάμφιλος κι εγώ, κρυβόμασταν για κάμποσον καιρό, έξω, σε κάτι μαντριά ή στο λόγγο. Ύστερα, πήραμε ό,τι πράγματα μπορούσαμε να σηκώσουμε, και μαζί με κάτι γιδάκια που είχαμε, φύγαμε όλοι προς τα βουνά, κοντά στους αντάρτες, να γλιτώσουμε απ’ τη μανία των σούρληδων και του στρατού.

Με απόσπασαν στη δύναμη της Νομαρχιακής Επιτροπής Καρδίτσας, στη διαφώτιση. Έδρα είχαμε την Καστανιά. Σ’ ένα παλιό διόροφο, κοντά στην πλατεία, είχαμε εγκαταστήσει το «τυπογραφείο» μας: Δυο γραφομηχανές, ένα πολύγραφο χειροκίνητο, χαρτιά, οργαντίνες, κηρόχαρτα, και πολλά σχοινιά, για ν ’ απλώνουμε τις εφημερίδες, τις προκηρύξεις κ.λπ., για να στεγνώνουν…

Εγώ έκανα και τη δουλειά του συνδέσμου με την Καρδίτσα. Κατέβαινα, σχεδόν κάθε μέρα στο χωριό Καταφύγι. Από κει, με μια γυναίκα του χωριού, έστελνα όλο το υλικό στην Καρδίτσα Η ίδια γυναίκα μας έφερνε απ’ την Καρδίτσα με χίλιες πονηριές και προφυλάξεις, ό,τι της δίναν από μέσα Το «ταχυδρομείο» όπως το λέγαμε. (Μια φορά, στον έλεγχο που έκαναν οι χωροφύλακες, της βρήκαν τις οργαντίνες που μας έφερνε για τον πολύγραφο και τις δικαιολόγησε για …τούλια, να στολίσουνε, λέει, μια νύφη).

Μια – δυο μέρες πριν καταλάβουν την Καστανιά οι δυνάμεις του στρατού, μαζέψαμε τα σύνεργα κι όλο το υλικό του τυπογραφείου μας, τα φορτώσαμε σ’ ένα μουλάρι, και φύγαμε για το Μπελοκομύτι. Ήταν εκεί μαζεμένοι κι άλλοι δικοί μας, αντάρτες, πολιτικές οργανώσεις και πολλοί άμαχοι, ακόμα και γυναικόπαιδα, ολόκληρες οικογένειες ανταρτών, που ακολουθούσαν τα ένοπλα τμήματά μας. Γιατί αν έμεναν στα χωριά τους, που τα πατούσε ο κυβερνητικός στρατός με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, ή θα τους σκότωναν οι δεξιοί τρομοκράτες που πήγαιναν μαζί με το στρατό και έκαναν ό,τι ήθελαν, χωρίς να δίνουν λόγο σε κανέναν, ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα τους έπιαναν να τους κλείσουν στις φυλακές και στα στρατόπεδα.

Εκεί στο Μπελοκομύτι είδα, για τελευταία φορά και τον αδερφό μου, το Γιάννη. Περνούσε με το τμήμα του και θα φεύγανε πάλι, πριν από μας. Είχε και ένα μαντολινάκι μαζί του και μάθαινε να παίζει, όταν δεν είχαν μάχη ή πορεία. Μου το χάρισε.

-Πάρ’το, καρντάση, μου είχε πει. (Τότε, στα μέρη μας είχαν κατέβει πολλά μακεδονίτικα τμήματα. Κι αυτοί οι Μακεδόνες τη χρησιμοποιούσαν πολύ αυτή τη λέξη).

-Πάρ’το, καρντάση!… Εσείς, με την οργάνωση, κάπου θα σταθείτε, άμα περάσει ετούτη η φουρτούνα. Κάπου θα κατασταλάξετε πάλι, εδώ γύρω στα μέρη μας. Ενώ εμείς θα έχουμε πολλά κυνηγητά και τρεχάματα τώρα με τους «μακαντάσηδες». Μου έσφιξε το χέρι.

-Γειά σου! Και καλή αντάμωση!

-Καλή αντάμωση!…

Χωρίσαμε. Και χωρίσαμε για πάντα…

Δεν είμαι προληπτικός. Ούτε πιστεύω στις προαισθήσεις. Αλλά μου έκανε εντύπωση που έπιασα τον εαυτό μου να τον κοιτάζει, να τον κοιτάζει επίμονα, καθώς ξεμάκραινε μαζί με τους αντάρτες του, για την Καρύτσα. Δεν ήθελα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Σαν να το μάντευα πως ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα…

Απ’ το Μπελοκομύτι ανεβήκαμε και μεις στην Καρύτσα και μετά στον Καρβασαρά. Ύστερα, περνώντας ψηλά τη ράχη του Μαλαμούλη, στον Αη-Νικόλα, κατεβήκαμε στα Βραγγιανά. (Αυτό το χωριό το λένε και Μεγάλα Βραγγιανά, για να το ξεχωρίζουν από τ’ άλλα, τα Μικρά Βραγγιανά της Αργιθέας).

Το ίδιο βράδυ, εγώ έφυγα για τ’ Άγραφα, με οδηγό έναν ντόπιο σύνδεσμο, που ήξερε τα μέρη. Ήταν, μου είπαν, μια σοβαρή και βιαστική αποστολή, που έπρεπε να γίνει αμέσως. Και τότε, απ’ όλους μας εκεί στη Νομαρχιακή, εγώ ήμουν το «πιο γρήγορο ποδάρι».

Μου έδωσαν ένα αυτόματο «Στεν». Μου έδειξαν πρόχειρα το μηχανισμό του, πώς λειτουργεί, γιατί δεν είχα πάρει καμιά εκπαίδευση στα όπλα. Έβαλα τα έγγραφα στον κόρφο μου και ξεκινήσαμε αμέσως. Όλη τη νύχτα περπατούσαμε. Και πριν ξημερώσει φτάσαμε στ’ Άγραφα. Παρέδωσα τα έγγραφα και το πρωί ξαναγύρισα στα Βραγγιανά.

Τους βρήκα σε μεγάλη αναστάτωση. Φύγαμε λίγο αργότερα για το Τροβάτο. Μείναμε, νομίζω, εκεί το βράδυ, και την άλλη μέρα ξαναγυρίσαμε στα Βραγγιανά.

Δεν μπορούσα, βέβαια, να ξέρω τι σκέφτονταν οι δικοί μας επικεφαλής και τι δρομολόγιο σχεδίαζαν ν’ ακολουθήσουμε. Έβλεπα όμως μια ανησυχία και μια αβεβαιότητα στις κινήσεις μας.

Στα Βραγγιανά ήρθαν κι άλλα ένοπλα τμήματα, δικά μας. Δύναμη μεγάλη, με επικεφαλής τον καπετάν Σοφιανό.

Ο Σοφιανός κάλεσε σε σύσκεψη τους διοικητές του (λοχαγούς, διμοιρίτες κ.λπ.), και μερικά στελέχη των πολιτικών οργανώσεων. Τους εξήγησε την κατάσταση:

Οι άλλοι είχαν κινήσει μεγάλες δυνάμεις απ’ το Καρπενήσι, απ’ την Καρδίτσα κι απ’ την Άρτα, μέσω Αργιθέας. Όλες αυτές οι δυνάμεις, με κύριο στόχο τ’ Άγραφα, είχαν δημιουργήσει γύρω μας έναν επικίνδυνο κλοιό. Μέσα στ’ Άγραφα, στο χωριό, είχε κιόλας φτάσει δύναμη του στρατού απ’ το Καρπενήσι.

-Πρέπει, είπε ο Σοφιανός, να ελιχθούμε. Να ξεφύγουμε. Επαφή με το γενικό αρχηγείο δεν έχουμε. Εμείς πρέπει ν’ αποφασίσουμε για το δρομολόγιο που θα ‘ ακολουθήσουμε.

Οι διοικητές των τμημάτων ζήτησαν να τους αναπτύξει πρώτα ο ίδιος το σχέδιό του.

-Το σχέδιό μου, είπε, είναι να περάσουμε απ’ τον αυχένα της Νιάλας. Θα φτάσουμε στη Σιάικα, κι από κει στο Καροπλέσι. Μετά θα τραβήξουμε κατευθείαν για τη Βουργάρα, όπου θα βρούμε το γενικό αρχηγείο, καθώς και το αρχηγείο Θεσσαλίας. Από κει και πέρα, όλα ταχτοποιούνται.

Το δρομολόγιο ήταν δύσκολο και επικίνδυνο. Η Νιάλα είναι βουνό απότομο και κακοτράχαλο. Τα μονοπάτια του δύσβατα.

Κι ο καιρός, στο μεταξύ, όλο και αγρίευε. Ύστερα, υπήρχε και η πιθανότητα, το πέρασμα της Νιάλας να το είχαν πιάσει κιόλας οι άλλοι.

Συμφώνησαν πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Κι αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουμε το δρομολόγιο που πρότεινε ο Σοφιανός.

Αν βρίσκαμε στρατό στον αυχένα της Νιάλας, θα δίναμε μάχη. Θα σπάζαμε τον κλοιό και θα περνούσαμε.

Έτσι, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, έντεκα του Απρίλη, ξεκινήσαμε απ’ τα Βραγγιανά για τη μεγάλη πορεία, για το πέρασμα της Νιάλας.

Η κατεύθυνσή μας ήταν από Βραγγιανά προς Άγραφα. Θα περνούσαμε ψηλά, πάνω απ’ τ’ Άγραφα, τον αυχένα και θ’ αποφεύγαμε ή θα σπάζαμε τον κλοιό, για να ριχτούμε πίσω, προς Καροπλέσι, Καστανιά, Βουργάρα.

Σχηματίσαμε μια μεγάλη φάλαγγα, βαδίζοντας ο ένας πίσω απ’ τον άλλο. Μπροστά ήταν τα ένοπλα τμήματα, στη μέση οι πολιτικές οργανώσεις κι ο άμαχος πληθυσμός και οπισθοφυλακή πάλι ένα τμήμα ένοπλο, ο λόχος του Ερμή.

Ύστερα από καμιά ώρα πορεία συναντήσαμε ένα ποτάμι. Περνούσαν ένας – ένας πάνω από ένα ξύλινο γεφύρι, καμωμένο από κορμούς δέντρων. Το μουλάρι μας, φορτωμένο με όλα τα σύνεργα του τυπογραφείου, ήταν αδύνατο να περάσει πάνω από κείνο το γεφύρι. Το πήρα απ’ το καπίστρι και περάσαμε μαζί μέσα απ’ το ποτάμι. Είχα βραχεί μέχρι τα γόνατα και πιο πάνω.

Ανεβαίναμε σ’ ένα στενό μονοπάτι, σε μια πλαγιά με αραιά έλατα και βράχια κοφτερά. Ο καιρός, από στιγμή σε στιγμή, όλο και χειροτέρευε. Ένας δυνατός αέρας με βροχή κι ύστερα από λίγο δρολάπι χιονόνερο, μας έδερνε απ’ όλες τις μεριές. Η πορεία στο μονοπάτι, που όσο ανεβαίναμε τόσο πιο πολύ το σκέπαζε το στρώμα του χιονιού, γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Ένα παραπάτημα πάνω στην πέτρα, που είχε πιάσει γυαλί απ’ το παγωμένο χιόνι και μπορούσε να βρεθείς στο βάθος της χαράδρας, χωρίς καμιά ελπίδα επιστροφής.

Τα μεταγωγικά του τάγματος, ήταν πια αδύνατο να προχωρήσουν. Τα ξεφόρτωσαν, κι έκρυψαν πρόχειρα το μοναδικό κανόνι μας και τον άλλο βαρύ οπλισμό, εκεί γύρω στα βράχια. Το δικό μας το μουλάρι πάλεψε φιλότιμα, όσο μπόρεσε. Στο φρύδι ενός γκρεμού, τα πισινά του πόδια γλίστρησαν πάνω στον πάγο και έπεσε προς τα πίσω. Μόλις που πρόφτασα ν’ αφήσω την αλυσίδα. Θα με τραβούσε και μένα μαζί του. Στάθηκα βουβός, κι άκουγα το κατρακύλισμα μέσα στο σκοτάδι. Το μοναδικό ζώο που πήρε μέρος στην πορεία μας κι έφτασε τόσο κοντά στον αυχένα της Νιάλας, μ’ όλο το πολύτιμο φορτίο του, τον πολύγραφο, τις μηχανές κι όλο το υλικό του τυπογραφείου μας, χάθηκε μέσα στην άγρια χαράδρα. Μαζί του χάθηκε και το μαντολινάκι μου. Το δώρο του αδερφού…

-Προχωρείτε! Προχωρείτε!… Μην κόβετε τη φάλαγγα! φώναζαν κάθε λίγο οι επικεφαλής. Μια καθυστέρηση, ένα κόψιμο της φάλαγγας μέσα σε κείνον το χιονιά και το σκοτάδι, ήταν κίνδυνος θανάτου για τους παραπίσω.

Βαδίζαμε, κρατώντας ο ένας τον άλλον απ’ την χλαίνη απ’ το σακάκι, απ’ τα χέρια. Μια ανθρώπινη αλυσίδα, που πάλευε, με πείσμα να νικήσει αυτή την ξαφνική, την αναπάντεχη οργή της φύσης. Χιόνι και αέρας και παγωνιά θανατερή, στα μέσα του Απρίλη…

-Προχωρείτε! Προχωρείτε!…

Προχωρούσα μέσα στη φάλαγγα, με το κεφάλι σκυμμένο μπροστά, με τα μάτια μισόκλειστα Με το ένα χέρι κρατούσα το δίκωχο, και το ‘φερνα μπροστά στο πρόσωπο, για να προφυλάξω τα μάτια μου, που έπιαναν απάνω στα τσίνουρα ένα στρώμα από γυαλί.

Ένας επίτροπος προσπέρασε βιαστικά, με το χέρι λογισμένο μπροστά στα μάτια του, σαν ασπίδα.

-Κουράγιο σύντροφοι! Προχωράτε κοντά – κοντά. Να κρατιέστε ο ένας απ’ τον άλλον. Μην κόβετε τη φάλαγγα θα περάσουμε! Μετά τον αυχένα θα έχουμε κατήφορο. Κουράγιο!

Η πείνα μου έσκαβε το στομάχι, μέχρι βαθιά στη ραχοκοκαλιά. Στο σακίδιό μου είχα ένα μικρό κουτί γάλα εβαπορέ. Μας τα είχαν μοιράσει στα Βραγγιανά, πριν ξεκινήσουμε. Δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ, τι τρόπο βρήκα και το άνοιξα Με την πρόκα απ’ την αγκράφα του ζωστήρα ή με τα δόντια έκανα μια τρύπα στο κουτί και το ρουφούσα έτσι καθώς περπατούσαμε. Έχω την εντύπωση πως και κείνο το λίγο γάλα με βοήθησε πολύ ν’ αντέξω στη συνέχεια της πορείας, εκεί που παλικάρια σιδερένια, ψημένα σε δυο αντάρτικα δεν άντεξαν. Γιατί, απ’ τη στιγμή που βγήκαμε απ’ τα έλατα και πιάσαμε ψηλά τη γυμνή κορυφογραμμή της Νιάλας, η ανθρώπινη αντοχή ήταν παιχνιδάκι μπροστά σε κείνη την απίστευτη μανία των στοιχείων της φύσης.

Είχε ξημερώσει. Μεγάλο Σάββατο. Βαδίζαμε σ’ ένα μονοπάτι που πήγαινε πλάι – πλάι στη βουνοσειρά, με ανεβοκατεβάσματα. Το χιόνι ερχόταν απ’ το Βοριά, και γινόταν επάνω μας ένα στρώμα από πάγο. Το δίκωχο στο χέρι μου είχε γίνει ένα κομμάτι κρύσταλλο. Το πέταξα, κι έβαζα το χέρι μου γυμνό μπροστά στα μάτια.

Μια κουβέρτα, ξυλιασμένη, σαν άδειο καβούκι από χελώνα, έφυγε απ’ τα χέρια κι απ’ το κορμί κάποιου πολίτη και πέρασε δίπλα μου σφυρίζοντας. Ταλαντεύτηκε λίγο στον αέρα, σα χαρτάκι που το σηκώνει ανεμοστρόβιλος κι ύστερα χάθηκε στο βάθος, μέσα στη θολούρα της θύελλας, που όλο δυνάμωνε. Είπα πιο πάνω πως είχε ξημερώσει. Μα η μέρα εκείνη δεν είχε και μεγάλη διαφορά απ’ τη νύχτα… Ένας θολός άσπρος κύκλος, με ακτίνα πεντέξι μέτρα το πολύ, ήταν όλη η ορατότητα. Ένα άσπρο σταχτί σκοτωμένο κι ένα σφύριγμα μανιασμένο κι αδιάκοπο, έφερνε κύματα – κύματα το παγωμένο χιόνι, που σκόρπιζε γύρω μου το θάνατο.

Είδα δίπλα μου αντάρτες και πολίτες να πέφτουν και να πεθαίνουν σε ένα λεφτό. Έβγαζαν απ’ τα ρουθούνια τους λίγο αίμα, τρεμόπαιζαν για μια στιγμή τα βλέφαρα και σε λίγο ήταν νεκροί. Πρέπει, απ’ τον παγωμένο αέρα που αναπνέαμε, να πάθαιναν κάποια ψύξη στο στήθος, να έσπαγαν τα πλεμόνια τους!

Είδα μια οικογένεια ολόκληρη, μια μάνα με τα δυο παιδιά της, μια κοπελίτσα μέχρι δεκαπέντε χρονών κι ένα αγοράκι ακόμα πιο μικρό, να κάθονται κι οι τρεις αγκαλιασμένοι μέσα στο χιόνι, δίπλα στο μονοπάτι… Δεν μπορούσες να σταθείς. Δεν μπορούσες να σκύψεις στον πεσμένο, να του δόσεις βοήθεια. – Προχωρείτε! Προχωρείτε!… Μην κόβετε τη φάλαγγα! ούρλιαζε άγρια κάθε τόσο μια φωνή πίσω μας. Να φτάσουμε κάπου, όσοι μπορέσουμε. Να γλιτώσουμε όσοι καταφέρουμε να περάσουμε αυτόν τον αυχένα. Αυτή την παγωμένη ασπριδερή κόλαση!…

Πολλοί απ’ τους επικεφαλής, καθώς και οι ντόπιοι σύνδεσμοι, οι οδηγοί, είχαν πεθάνει ή είχαν χαθεί. Η φάλαγγα κόπηκε… Και η πορεία συνεχιζόταν, ακέφαλη σχεδόν, χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, χωρίς καμιά δυνατότητα προσανατολισμού. Δεν ξέραμε αν πηγαίναμε ανατολικά ή δυτικά. Δεν ξέραμε αν θα βρίσκαμε μπροστά μας στρατό δικό μας ή τους άλλους. Σαν από ένστικτο τρέχαμε κυνηγημένοι απ’ τη χιονοθύελλα, μυρμήγκια ανυπεράσπιστα μπροστά στη δύναμη μιας ανελέητης σκούπας που σάρωνε τα πάντα!…

Προχωρούσα σφίγγοντας τα δόντια, συγκεντρώνοντας όσο μπορούσα τις δυνάμεις μου. Έβαζα το χέρι μου μπροστά στα ρουθούνια, για να τα προφυλάξω. Μου φαινόταν πως ανάπνεα κάτι φλογισμένο, που μ’ έκαιγε μέχρι μέσα στα πλεμόνια. (Αυτό το κάψιμο στα ρουθούνια και βαθιά μέσα στο λάρυγγα, μια γεύση και μια μυρωδιά σαν από καμένη γη, το αισθανόμουν για χρόνια μετά).

Πιο κάτω, στην πλαγιά, ακούγονται φωνές, φασαρία.

«Εδώ πέσανε κι άλλοι!»

«Πάρτε τους οι άλλοι στον ώμο! Όποιος μπορεί».

Ο Βαγγέλης Ταγκούλης, ο Σούλας Τσιαμανής, νεκροί. Άλλα παιδιά, αντάρτες, καμιά δεκαριά άνθρωποι ξαπλωμένοι πάνω στον πάγο να χαροπαλεύουν.

Τους φορτώνονται στην πλάτη άλλοι αντάρτες, που αντέχουν ακόμα, να τους βγάλουν πιο κάτω, ίσως μπορέσουν να τους σώσουν.

Ο Ταγκούλης, ο Σούλας Τσιαμανής μαζί με τη γυναίκα του την Κούλα, η Ελένη Μπουλτζή, η γυναίκα του Γιώργου Ράγια με τα δυο παιδιά της, ο Κωστάκης Πατρικής και τόσοι άλλοι, έμειναν ξυλιασμένοι απάνω στον πάγο, άψυχα κουφάρια εκεί στην αφιλόξενη ράχη της Νιάλας…

Μπροστά μου, δίπλα στο μονοπάτι, για να μην εμποδίζει τους άλλους να περνούν, είδα γονατισμένη μια γνωστή γυναικεία σιλουέτα. Έσκυψα αμέσως και την έπιασα απ’ τους ώμους. Ήταν η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα. Η δασκάλα απ’ τον Παλαμά της Καρδίτσας. Στέλεχος του Κόμματος. Η πιο φλογερή αγωνίστρια που γνώρισα. Τη θαύμαζα, μ’ έναν θαυμασμό απέραντο. Μιλούσε στις συγκεντρώσεις και ξεσήκωνε θύελλες ενθουσιασμού. Είχε δόσει όλες τις δυνάμεις της, όλη τη ζωή της στον Αγώνα. Είχε μείνει κι είχε δουλέψει στο χωριό μας αρκετό καιρό, στα χρόνια της Αντίστασης και μετά την απελευθέρωση. Με την αδερφή μου ήταν συνομήλικες και φιλενάδες. Μάζευε στο σχολείο τις αγράμματες γυναίκες του χωριού μας και τους μάθαινε την αλφαβήτα Ακόμα και σε κείνες τις ζοφερές μέρες, μετά τη Βάρκιζα μιλούσε με μια θέρμη και με μια σιγουριά στη φωνή της, που έλεγες πως τίποτα δεν χάθηκε ακόμα.

-Βαγγελίτσα!… Την κούνησα δυνατά απ’ τους ώμους. Σήκω, Βαγγελίτσα!…

Τη σήκωσα με κόπο. Γύρισε και με κοίταξε.

-Βασιλάκη… ( Έτσι με φώναζαν τότε όλοι στη Νομαρχιακή). Φύγε, εσύ, Βασιλάκη. Προχώρα. Θάρθω εγώ… Προσπαθούσε να με διώξει κι ας ήξερε πως την περίμενε σίγουρα ο θάνατος. Έσφιξα το ένα χέρι μου γύρω στη μέση της, γαντζώθηκε και κείνη με τα χέρια της απ’ το λαιμό μου και ξεκινήσαμε πάλι. Είναι απίστευτο, πόση αντοχή μπορεί να κρύβει μέσα του ο άνθρωπος και να τη φανερώνει σε κάτι τέτοιες στιγμές. Ένιωθα τα νεύρα μου να τεντώνουν σαν σύρματα, και τα ποδάρια μου να πατάνε σίγουρα κι αποφασιστικά σε κείνον το γυάλινο ανεμοδαρμένο αυχένα. Μου φαινόταν μάλιστα πως πήρα πιο πολλή δύναμη. Δεν ήμουν πια μόνος μέσα σε κείνη τη συντέλεια. Σε κείνη τη θανατερή χιονοθύελλα. Δεν είχα στους ώμους μου ένα βαρύ φορτίο. Είχα κοντά μου, δίπλα μου, ένα πολύτιμο σύντροφο. Πολύτιμο για τον αγώνα, για το λαό, αλλά και για μένα τον ίδιο.

Η πλαγιά κατηφόριζε και γινόταν τώρα πιο ομαλή, χωρίς βράχια. Ένα μέρος ίσιο και στρωτό, σα λιβάδι, σκεπασμένο μ’ ένα άσπρο στρώμα γυαλιού.

Αθέλητα περπατούσαμε, σχεδόν τρέχαμε, σπρωγμένοι απ’ τη χιονοθύελλα και το δυνατό αέρα που σφύριζε στις πλάτες μας. Γύρω μας σε κάθε βήμα έβλεπα ανθρώπους που προσπαθούσαν να προχωρήσουν. Κι άλλους που δεν προσπαθούσαν πια… Είχαν γονατίσει. Είχαν πέσει, σ ’ αυτή την παράξενη μάχη που δίναμε, με αντίπαλο τη χιονοθύελλα, με μοναδικό όπλο μας τη θέληση και την αντοχή. Κι έμειναν, άταφοι νεκροί, εκεί στην ολόγυμνη ράχη της Νιάλας.

Σακίδια, όπλα, κουβέρτες, άλλες δεμένες ρολό, κι άλλες ανοιχτές, ξυλιασμένες, κιλίμια σπιτίσια χρωματιστά, ήταν πεταγμένα σ ’ όλο το μάκρος της βουνοπλαγιάς. Τα πιο ελαφριά τα ’παιρνε ο σίφουνας του χιονιού, τα στριφογύριζε λίγο σαν παιχνιδάκια, και μετά χάνονταν, σαν ιπτάμενοι δίσκοι στο άπειρο…

Σκοντάψαμε πάνω σ ’ ένα οπλοπολυβόλο, τυλιγμένο στον πάγο.

– Τα όπλα… αχ, τα όπλα μας!… έλεγε σχεδόν κλαίγοντας η Βαγγελίτσα. Τ’ αποχτήσαμε με τόσες θυσίες… Γιατί τα πετάξανε… Τα όπλα μας…

Ήταν κάτι σαν παραμιλητό. Σαν παράπονο και σαν κλάμα μικρού παιδιού…

Στον αυχένα ακριβώς, σ ’ ένα γουπατάκι, που έκοβε κάπως την ορμή της θύελλας, πέσαμε πάνω σ ’ ένα τσαντήρι. Ένα μικρό στρατιωτικό αντίσκηνο, μισοθαμμένο μέσα στο χιόνι!

Η Βαγγελίτσα είχε γίνει μολύβι στα χέρια μου. Την έσυρα, με όση δύναμη μου απόμενε, μέσα στο αντίσκηνο. Ήταν εκεί στριμωγμένοι κι άλλοι δικοί μας. Ο μπαρμπα-Μήτσιος ο Παπαγεωργίου, ο Βασίλης Τσιρώνης κι ο Αλέκος ο Γαλανίτσας απ’ τη Νομαρχιακή, καθώς κι άλλα παιδιά, αντάρτες. Στριμώχτηκαν ακόμα πιο πολύ και ξαπλώσαμε ανάμεσά μας τη Βαγγελίτσα.

Ένα μικρό αντίσκηνο, ένα κομμάτι ύφασμα, ήταν εκείνη τη στιγμή η σωτηρία για οχτώ και δέκα ανθρώπους! Μια σανίδα που βρίσκει αναπάντεχα μπροστά ο εξαντλημένος ναυαγός, μέσα στο φουρτουνιασμένο πέλαγος…

Ένιωθα τον αέρα χλιαρό στο πρόσωπό μου και οι δυνάμεις μου μ ’ ένα μυρμήγκιασμα σ’ όλο μου το κορμί, άρχιζαν σιγά -σιγά να ανασυγκροτούνται.

Η Βαγγελίτσα ήταν ξυλιασμένη, αναίσθητη. Με εντριβές στο λαιμό, στα χέρια, στα πόδια, κατορθώσαμε ύστερα από πολλές ώρες να τη συνεφέρουμε.

Ρούχο, φυσικά, δεν υπήρχε τίποτα στεγνό απάνω μας, αλλά έτσι στριμωγμένοι κοντά – κοντά, δίναμε ο ένας στον άλλο μια ιδέα ζεστασιάς. Προσπαθούσαμε να μείνουμε ξύπνιοι και ζωντανοί, σκουντώντας ο ένας τον άλλο. Γιατί ο ύπνος, σε κείνες τις στιγμές, θα ήταν πραγματικά θάνατος.

Καταλαβαίναμε, βέβαια, πως το αντίσκηνο αυτό ήταν των αλλονών. Είχαν βγάλει απ’ την προηγούμενη μέρα φυλάκιο εδώ πάνω και έπιασαν τη θέση. Αλλά με το ξέσπασμα της χιονοθύελλας το εγκατέλειψαν και φύγαν κακήν – κακώς για τ’ Άγραφα. Αργότερα μάθαμε πως είχαν κι αυτοί αρκετούς νεκρούς, απ’ το χιόνι, κι από μια συμπλοκή που έγινε με τους δικούς μας. Ένας ταγματάρχης τους, με μια μικρή δύναμη, προσπάθησε ν’ ανέβει στο φυλάκιό τους. Πρέπει να είχαν χάσει κι αυτοί το δρόμο.

Στο μονοπάτι, ο ταγματάρχης ήρθε φάτσα με φάτσα, με το δικό μας λοχαγό του 3ου λόχου, τον Ερμή, που περνούσε τελευταίος, με τα υπολείμματα της οπισθοφυλακής μας.

Να πώς περιγράφει τη σκηνή αυτή ο Θωμάς Τσεκούρας, αντάρτης, που ανήκε στον 3ο λόχο:

«Και βγήκαμε στο ύψωμα της Νιάλας, που ήταν ο στρατός εκεί. Πριν φτάσουμε στην κορφή της Νιάλας, ρωτώ το σύνδεσμο, τι δουλειά έχουμε από δω; Εκείνος είπε, ο δρόμος είναι από δω. Τότε σταματάτε, του είπα και περιμένετε. Και γυρίζω πίσω, να βρω το λοχαγό μου Ερμή. Τότες με φώναξε πρώτος ο Βαγγέλης Ζορμπάς, Θωμά, πεθαίνω. Και πέθανε αμέσως. Θα μου πεις, εσύ πώς γλίτωσες; Να σου πω. Με έσωσε μια πετσέτα που είχα και είχα το κεφάλι και το στόμα τυλιγμένο.

Ας αφήσουμε το Ζορμπά. Γύρισα πιο πίσω, βρίσκω το Βασίλη Μπισλή τα μπρούμυτα, να φωνάζει βοήθεια. Μόλις βρήκα το λοχαγό, του είπα τι συμβαίνει, και ήρθε στη διμοιρία ανιχνευτών, μπροστά. Και είπε στο σύνδεσμο, μας πρόδωσες προδότη. Και μου άρπαξε το αυτόματο, να τον πυροβολήσει. Αλλά ήταν άχρηστο το αυτόματο, δεν έπαιρνε φωτιά, από τον πάγο. Και μας είπε: Πίσω παιδιά! Εκεί που είπε πίσω, ακούστηκε μια φωνή: – Παιδιά από εδώ! Τότες ο λοχαγός φώναξε: Ποιος είσαι; Είμαι ο ταγματάρχης Αλευράς, φώναξε αυτός, του αστικού στρατού. Τότες τράβηξε το πιστόλι ο Ερμής και τον σκότωσε. Και τότες τα χάσαμε όλοι. Δρόμος δεν υπήρχε. Σκορπίσαμε σαν τα πρόβατα και πού να πάμε; Έβλεπες κάτω από το χιόνι να φωνάζουν βοήθεια, ποιός όμως να σε γλιτώσει από το κρύο. Μόλις ανεβήκαμε στην κορφή δεν αντέξαμε, είδαμε μια πέτρα και εκεί πέσαμε στα μπρούμυτα, να γλιτώσουμε απ’ το κρύο. Όμως δεν ήταν πέτρα, ήταν σκηνές του στρατού. Και μπήκαμε μέσα».

Περάσαμε μέσα στο αντίσκηνο όλη τη νύχτα. Ξημέρωσε Κυριακή, 13 του Απρίλη. Πάσχα του 1947…

Έκανα μια προσπάθεια και βγήκα, να ρίξω μια ματιά γύρω. Είχα τυλίξει το κεφάλι μου μ ’ ένα λουρίδι ύφασμα, σαν πετσέτα, που μου έδωσε ένας αντάρτης.

Λίγα μέτρα πιο πέρα απ’ το αντίσκηνο, ένας όλμος, με την κάνη υψωμένη, είχε πιάσει γύρω – γύρω μια παλάμη κρούσταλλο και φάνταζε σαν ψεύτικος, σαν μπιμπελό μέσα σε γυάλινη βιτρίνα…

Προχωρούσα, προσπαθώντας να στηρίζομαι καλά πάνω στον πάγο, για να μη με σηκώσει ο αέρας. Πιο πέρα, βρήκα ένα άλλο αντίσκηνο, μισοθαμμένο κι αυτό μέσα στο χιόνι, να το ταρακουνάει πέρα – δώθε το δρολάπι. Έχωσα το κεφάλι μου απ’ το άνοιγμα.

-Δε χωράμε, συναγωνιστή, πού να μπεις!… είπε κάποιος από μέσα. Ήταν πατικωμένοι κι αυτοί, καμιά δεκαριά, μέχρι το άνοιγμα της σκηνής.

-Δε θέλω να μπω. Είμαι στην άλλη σκηνή, εδώ δίπλα Πώς πάτε εσείς;

-Εδώ είναι και φαντάροι!… μου ψιθύρισε στ’ αυτί. Τους βρήκαμε εδώ. Ο ένας νομίζω έχει πεθάνει. Είναι άλλοι, εκτός από σας;

-Δεν ξέρω…

Δίπλα στο αντίσκηνο είδα μέσα στον πάγο ένα κουτί σφραγισμένο. Είχε μέσα γάλα σκόνη. Το ξεκόλλησα απ’ τον πάγο και το πήρα.

Ξαναγύρισα στους δικούς μου. Τους είπα τα νέα. Πως και οι διπλανοί ήταν όλοι ξένοι. Μακεδόνες αντάρτες. Σύνδεσμος ντόπιος δεν υπήρχε. Δεν ήξεραν κι αυτοί πού βρισκόμαστε. Τους είπα και για τους φαντάρους που έμειναν εδώ και τώρα ήταν ανακατεμένοι μαζί με τους δικούς μας, στην άλλη σκηνή. Αποφασίσαμε να περιμένουμε. Άλλο τίποτα δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Α ν φεύγαμε έτσι μέσα σε κείνη τη συντέλεια, προς άγνωστη κατεύθυνση, θα κινδυνεύαμε πιο πολύ να πεθάνουμε. Αν ερχόταν ο στρατός, θα ήμασταν εμείς οι αιχμάλωτοι. Αν έρχονταν οι δικοί μας, τότε θα παίρναμε και τους στρατιώτες μαζί μας.

Τους είχα δώσει το κουτί και ένας αντάρτης έπιασε και το άνοιξε. Αλλά, πώς να το φάμε, γάλα σκόνη… Έπαιρναν χιόνι, το ανακάτευαν με τη σκόνη να μουλιάσει, γινόταν μια λάσπη παγωμένη και έβαζε ο καθένας από μια δαχτυλιά στο στόμα του… Έτσι, περιμέναμε άπραγοι ώρες ατέλειωτες, μέσα σε κείνο το αντίσκηνο -σωτηρία και παγίδα μαζί- μισοπεθαμένοι – μισο-ζωντανοί, ποιος ξέρει σε πόσους βαθμούς κάτω από το μηδέν, με μόνη «θέρμανση» τα κορμιά μας και τα χνώτα μας… Ξαφνικά, μέσα στο βουητό της χιονοθύελλας και στα σφυρίγματα του αέρα, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Μια ριπή αυτόματου κακάρισε δίπλα μας. Φωνές κι αναταραχή στο διπλανό αντίσκηνο.

-Έξω όλοι! Και ψηλά τα χέρια! Πετάξτε τα όπλα, Βούλγαροι!…

Μια παγερή σιωπή απλώθηκε μέσα στο αντίσκηνό μας… Ήρθαν οι «άλλοι». « Όλα τέλειωσαν»…

-Οποιαδήποτε αντίσταση είναι μάταιη, είπε κάποιος δικός μας. Ο Τσιρώνης ίσως, ή ο Μπάρμπα – Μήτσιος.

Και πραγματικά, ήταν αδύνατη οποιαδήποτε αντίσταση, στην κατάσταση που βρισκόμασταν και εμείς και τα όπλα μας. Έφτασαν και σε μας. Μια κάνη αυτόματου γυάλισε στη σχισματιά του αντίσκηνου.

-Όλοι έξω!… ούρλιαξε άγρια ο «κυβερνητικός».

Βγήκαμε ένας – ένας, προσπαθώντας να στηριχτούμε στα ξυλιασμένα πόδια μας.

Ήρθαν κι άλλοι, μας κύκλωσαν, με τα όπλα γυρισμένα απάνω μας. Ήταν ντυμένοι γερά με χλαίνες και με κουκούλες στα κεφάλια. Μονάχα τα μάτια τους φαινόντουσαν.

Μας συγκέντρωσαν όσο γινόταν πιο γρήγορα, δικούς τους και δικούς μας και μας έσπρωξαν σ ’ ένα μονοπάτι που κατηφόριζε απότομα.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: