Ο αναθεωρητισμός σβήνει την ιστορία – Πώς καθαγιάστηκαν οι “Πηγάδες” της Ιταλίας ως εθνική “μέρα μνήμης”

Η 10η Φλεβάρη είναι εδώ και κάποια χρόνια επίσημη μέρα μνήμης για τα “θύματα της Foibe”, όπως ονομάστηκαν τα αντίποινα των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων κατά ιταλικών πληθυσμών στις ιστροδαλματικές ακτές. Εκείνο που αποκρύπτεται είναι ότι δεν τιμωρήθηκαν ως “Ιταλοί”, αλλά ως φίλα προσκείμενοι ή συνεργάτες της φασιστικής κατοχής.

“Foibe” σημαίνει χαράδρα στην ιταλική διάλεκτο της Βενέτσια Τζούλια, κι αναφέρεται σε πολύ τυπικά για την περιοχή καρστικά ρήγματα. Ο βασικός συνειρμός όμως που προκαλεί η λέξη σήμερα στο μέσο Ιταλό, είναι εκείνη της “σφαγής” και του “διωγμού” χιλιάδων συμπατριωτών του, με πρωταγωνιστές τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, από τις περιοχές της Βενέτσια Τζούλια και της Δαλματίας που πέρασαν στον έλεγχο της Γιουγκοσλαβίας μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύμφωνα με το κυρίαρχο σήμερα αφήγημα στην Ιταλία, 250.000 ως 350.000 κάτοικοι ιταλικής καταγωγής εξαναγκάστηκαν από τους κομμουνιστές αντάρτες του Τίτο να εγκαταλείψουν βίαια τις εστίες τους, ενώ μεταξύ 11 και 20 χιλιάδων έχασαν τη ζωή τους, άλλοι καταλήγοντας σε μαζικούς τάφους στα χαντάκια που περιγράψαμε, άλλοι από διάφορα αίτια στην προσπάθεια διαφυγής τους, κι άλλοι σε στρατόπεδα των παρτιζάνων. Ο εθνικισμός και ο αντικομμουνισμός του συγκεκριμένου αφηγήματος είναι προφανής, πολύ περισσότερο αφού στην επίσημη εκδοχή της ιστορίας, ως αίτια για τα γιουγκοσλαβικά αντίποινα προβάλλεται ο “μακροχρόνιος ανταγωνισμός Σλάβων και Ιταλών” στις δαλματικές ακτές, με τις πιο ακραίες φωνές να μιλούν ακόμα και για “εθνοκάθαρση”. Εκείνο που υποβιβάζεται ή και αποσιωπάται συστηματικά είναι το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιήθηκε η μετακίνηση των ιταλικών πληθυσμών και οι ενίοτε πράγματι αιματηρές αντεκδικήσεις. Ένα ιστορικό πλαίσιο που δε διαφέρει δραματικά από εκείνο της εκδίωξης των εθνοτικά Γερμανών της Ανατολικής Ευρώπης και της ΕΣΣΔ μετά την απελευθέρωση των χωρών αυτών από το ναζιστικό ζυγό. Δεν ήταν η γλώσσα και η εθνική συνείδηση το αίτιο που ξεριζώθηκαν αυτοί οι πληθυσμοί από τα πατρογονικά τους εδάφη, αλλά η συνεργασία ή στην καλύτερη περίπτωση η μαζική ανοχή τους στους ναζί ή τους φασίστες του Μουσολίνι αντίστοιχα.

Ανάσυρση ενός πτώματος από χαράδρα, οι άνδρες φορούν αντιασφυξιογόνες μάσκες λόγω των αναθυμιάσεων από την αποσύνθεση

Για τη δαλματική περίπτωση συγκεκριμένα, πρέπει να επισημανθεί ότι το φασιστικό κίνημα είχε ριζώσει από νωρίς μεταξύ των ιταλικών πληθυσμών της περιοχής, που αποδόθηκε στο βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας μετά το σχηματισμό του το 1918, τροφοδοτώντας παραπέρα τον αλυτρωτισμό που αναγόταν ήδη από την εποχή της διαδικασίας ενοποίησης του ιταλικού κράτους, η οποία ολοκληρώθηκε το 1870. Αντίστοιχα πολλές χιλιάδες Σλάβοι, κυρίως Σλοβένοι, είχαν βρεθεί με τη συνθήκη του Ραπάλο (1922) υπό ιταλική κυριαρχία, την περίοδο της ανόδου του Μουσολίνι στην εξουσία, που υπέβαλε τις μειονότητες, ιδιαίτερα τη σλαβική σε μια συστηματική πολιτική βίαιου εξιταλισμού.

Αυτή η πολιτική επεκτάθηκε στα γιουγκοσλαβικά εδάφη μετά την εισβολή των ναζί στη Γιουγκοσλαβία το 1941. Στις περιοχές με ισχυρό ιταλικό στοιχείο σχηματίστηκαν τρεις διοικητικές οντότητες που προσαρτήθηκαν στη φασιστική Ιταλία ( η επαρχία της Λουμπιάνα, η επαρχία του Φιούμε και το κυβερνείο της Δαλματίας), όπου επιβλήθηκε, με μερική εξαίρεση την πρώτη περίπτωση μια πολιτική εκρίζωσης της σλαβικής ταυτότητας προς όφελος της ιταλικής. Τα εγκλήματα πολέμου των Ιταλών φασιστών ήταν συνεχή, και οι ίδιοι οι διοικητές των περιοχών αυτών ομολογούσαν σε εσωτερικές αναφορές τους πως ο σλαβικός πληθυσμός ψιθύριζε πως “οι Ιταλοί είναι χειρότεροι από τους Γερμανούς”. Η φασιστική καταπίεση τροφοδότησε την αντίσταση, με πολλούς Σλοβένους και Κροάτες, που αποτελούσαν την πλειοψηφία των ιταλικών δαλματικών περιοχών να εντάσσονται στο παρτιζάνικο κίνημα υπό τον Τίτο.

H συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτέμβρη του 1943 σήμανε την αρχή του τέλους για την ιταλική κατοχή των γιουγκοσλαβικών ακτών, παρότι ακολούθησε σύντομα η γερμανική κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας, που τερματίστηκε οριστικά σε όλη την επικράτεια της χώρας ως το Μάη του 1945. Στο διάστημα αυτό των σχεδόν δύο χρόνων, ο αριθμός των Ιταλών που καταδικάστηκαν από ανταρτοδικεία ή εκτελέστηκαν χωρίς τυπικές διαδικασίες, όσο κι αυτός των συμπατριωτών τους που κατέφυγαν στην Ιταλία παραμένει αντικείμενο ιστορικής αντιπαράθεσης. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αναγωγή της “foibe” (δηλαδή των χαντακιών στα οποίο πετάγονταν μαζικά υποτίθεται οι Ιταλοί από τους γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, σε συνεργασία ενίοτε με Ιταλούς αντάρτες) σε κατεξοχήν σύμβολο “μαρτυρίου” των Ιταλών της Γιουγκοσλαβίας δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα του τρόπου θανάτου των περισσότερων θυμάτων, με την αστική ιστοριογραφία να ενοχοποιεί κυρίως τις κακές συνθήκες στα γιουγκοσλαβικά “στρατόπεδα συγκέντρωσης”.

Το ζήτημα της “εξόδου” των Ιταλών της Γιουγκοσλαβίας, χωρίς ποτέ να μονοπωλήσει τη συζήτηση, δηλητηρίαζε για δεκαετίες τη δημόσια ζωή της γειτονικής χώρας, και δεκάδες μελέτες και μαρτυρίες για το ζήτημα δημοσιεύτηκαν, περιλαμβανομένης και της γιουγκοσλαβικής πλευράς, που, όπως είναι φυσικό, τόνιζε το στοιχείο της φασιστικής ευθύνης για τα όποιο περιστατικά ακροτήτων, στάση που σε γενικές γραμμές, υιοθετούσε και η ιταλική αριστερά, με προεξάρχον το ΚΚΙ, ιδίως τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Καθόλου τυχαίο δεν είναι βέβαια, πως αμέσως μετά τις ανατροπές του ’89-’91 και την αυτοδιάλυση του ΚΚΙ, πρωταγωνιστές της απόπειρας αναθεώρησης των γεγονότων της “Foibe”, στα οποία δόθηκε μια μιντιακή προβολή άγνωστη ως τότε, αναδείχτηκαν πρώην κομμουνιστές, στα πλαίσια τάχα της “αυτοκριτικής”.  Η εκδοχή του “εγκλήματος κατά των Ιταλών” είναι αυτή που κυριάρχησε και κέρδισε μάλιστα θεσμική αναγνώριση το 2004, όταν η 10η Φλεβάρη θεσπίστηκε ως “μέρα μνήμης” των θυμάτων της “Foibe”. Φέτος που κλείνουν 15 χρόνια από τη θέσπισή της, ο τύπος και η ιταλική τηλεόραση με προεξάρχουσα τη RAI έχουν κατακλυστεί από αφιερώματα, εκπομπές, ντοκιμαντέρ και ταινίες για το γεγονός. Αποκορύφωμα η προβολή της ταινίας – σε πρώτη τηλεοπτική μετάδοση – Red Land – Rosso Istria στη RAI την Παρασκευή το βράδυ, στη ζώνη της υψηλότερης θεαματικότητας. Θέμα της ταινίας η σύλληψη και ο βίαιος θάνατος, μετά από επανειλημμένους βιασμούς, της φοιτήτριας Νόρμα Κοσέτο από Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους. Πέρα από μια σειρά ιστορικές παραποιήσεις και ανακρίβειες, αυτό που υποβαθμίζεται είναι πως η Κοσέτο δεν ήταν απλά κόρη ενός σημαίνοντος στελέχους του φασιστικού κόμματος, αλλά ήταν και η ίδια μέλος της Φασιστικής Οργάνωσης Φοιτητών στο πανεπιστήμιο της Πάδοβα όπου φοιτούσε, ενώ μετά τη σύλληψή της αρνήθηκε να προσχωρήσει στους αντάρτες ή να αποκηρύξει τη φασιστική ιδεολογία της. Προφανώς ο θάνατος της ήταν φριχτός και ηθικά αδικαιολόγητος, δεν ήταν όμως αποτέλεσμα της εθνικότητάς της, όπως προσπαθεί να πείσει η ταινία, που παρουσιάζει τους παρτιζάνους ως στερεότυπα βάρβαρους “Σλάβους”. Αξίζει να σημειωθεί εξάλλου πως η αδερφή της Κοσέτο, βασική μάρτυρας της υπόθεσης, επίσης συνελήφθη λίγο αργότερα και παρότι επίσης αρνήθηκε να ενωθεί με τους αντάρτες, αφέθηκε ελεύθερη σχεδόν αμέσως, ως γνώριμη ενός από τους αντάρτες

 

Νόρμα Κοσέτο

.

Υπάρχουν φυσικά και όσοι αντιστέκονται σε αυτό το κύμα αναθεωρητισμού, ιστορικοί, δημοσιογράφοι, απλοί πολίτες στα ΜΚΔ, και πολιτικές δυνάμεις, παρά τη στοχοποίησή τους ως “αρνητών”. Σε αυτούς συγκαταλέγεται και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας, που δημιούργησε το παρακάτω meme τις παραμονές της μέρας μνήμης, με τη μισοσβησμένη εικόνα ενός γηραιού αντάρτη και την επιγραφή: “Ο αναθεωρητισμός σβήνει την ιστορία. Ας μην το επιτρέψουμε”.

 

 

Δήλωση για το θέμα έκανε και ο Μάρκο Ρίτσο, γγ του κόμματος, στο οποίο μεταξύ άλλων επισημαίνει και τις ευθύνες της ANPI, της Εθνικής Ένωσης Ανταρτών Ιταλίας, που δείχνει ανοχή σε αυτή την επιχείρηση παραχάραξης, αντί να ενώσει τη φωνή της με εκείνη όσων ορθώνουν με επιστημονικά επιχειρήματα το ανάστημά τους απέναντι στην εκλεπτυσμένη απολογητική του φασισμού.

Για τα συμβάντα της “Foibe” είναι πλέον αδύνατον στην Ιταλία να εκφράσει κανείς κρίση δεμένη με την ιστορική αλήθεια και την ένταξη των γεγονότων στα ιστορικά τους συμφραζόμενα. Όποιος υποστηρίζει την αλήθεια, δηλαδή πως αυτό που έγινε δεν μπορεί να οριστεί ως γενοκτονία, ούτε ως εθνοκάθαρση, και κυρίως πως τα θύματα δεν ήταν της τάξης των εκατοντάδων χιλιάδων ούτε εκατομμυρίων όπως έχουν φτάσει να ισχυρίζονται τμήματα της δεξιάς, κατηγορείται ως “αρνητής”. Κάνει λάθος η Εθνική Ένωση Ανταρτών Ιταλίας που αποστασιοποιείται από σοβαρές πρωτοβουλίες ιστορικών που στόχο έχουν να αντιπαλέψουν αυτή τη θάλασσα προπαγάνδες με την αυστηρότητα της έρευνας. Πάνω στα περιστατικά των ανατολικών συνόρων κατασκευάστηκε ένα αφήγημα που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, που δεν λογαριάζει τις ευθύνες της φασιστικής Ιταλίας, που τροφοδοτεί το μύθο του “καλού Ιταλού”, χρήσιμου και σήμερα στην εθνικιστική προπαγάνδα. Είναι ένα ζήτημα τα επεισόδια συνοπτικής απόδοσης δικαιοσύνης και αντιποίνων, οσοδήποτε βίαιων, αλλά αρκετά κοινά στη διάρκεια του πολέμου, και στις περισσότερες περιπτώσεις ως απάντηση σε εγκλήματα που διέπραξε ο φασιστικός εποικισμός. Κι άλλο πράγμα αυτό υποστηρίζει σήμερα η αναθεωρητική προπαγάνδα μέσα από ένα ενιαιοποιημένο δίκτυο. Η κατασκευή της συλλογικής μνήμης μεταφέρεται σε τηλεοπτικές μυθοπλασίες χωρίς ιστορικό υπόβαθρο, όπως αυτή που θα προβληθεί στη RAI απόψε. Μιλούν για έρευνα της “κοινής μνήμης”, αλλά στην πραγματικότητα αποθεώνουν την παραχάραξη. Η αριστερά που υποστήριξε αυτή την τάση, είναι συνυπεύθυνη όσο και η δεξιά, ίσως μάλιστα περισσότερο. Αντίθετα, η υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας σημαίνει να αποφύγουμε τοξικά αφηγήματα να επηρεάζουν τον κοινό νου, στρώνοντας το έδαφος για νέες πολεμικές εκστρατείες που διαγράφονται στον ορίζοντα και δεν έχουν καμία σχέση με τα συμφέροντα των λαών, ιδιαίτερα του ιταλικού.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: