Το Γ’ ψήφισμα του 1946- Η “Λευκή Τρομοκρατία” κατά των κομμουνιστών αποκτά θεσμική υπόσταση

Το Γ’ ψήφισμα αποτέλεσε τη βάση όλης της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής αντικομμουνιστικής νομοθεσίας, θέτοντας ουσιαστικά εκτός νόμου τους οπαδούς του ΚΚΕ, αλλά και κάθε πολίτη που θεωρούνταν πως διασυνδέονταν με αυτό.

Σαν σήμερα το 1946 η ελληνική βουλή ενέκρινε το διαβόητο Γ’ ψήφισμα, ή για την ακρίβεια τη νομοθεσία περί  «Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την δημοσίαν τάξιν και την ακεραιότητα του κράτους». Το Γ’ ψήφισμα αποτέλεσε τη βάση όλης της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής αντικομμουνιστικής νομοθεσίας, θέτοντας ουσιαστικά εκτός νόμου τους οπαδούς του ΚΚΕ, αλλά και κάθε πολίτη που θεωρούνταν πως διασυνδέονταν με αυτό. Το ίδιο το κόμμα και οι προσκείμενες σε αυτό οργανώσεις, όπως και το ΕΑΜ παρέμενε τυπικά μόνο νόμιμο, ως τα τέλη του 1947, με την ψήφιση του νόμου 509.

Οι διώξεις βέβαια δεν ξεκίνησαν με το Γ’ψήφισμα, αλλά ήρθαν να επικυρώσουν θεσμικά αυτό που ντε φάκτο ήδη συνέβαινε επί μήνες στην ελληνική επικράτεια, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας το 1945, εξαπολύθηκε κατά κομμουνιστών και προοδευτικών ένα κύμα βίας που έμεινε γνωστό ως λευκή τρομοκρατία, με δολοφονίες, ξυλοδαρμούς, βιασμούς, καταστροφές τυπογραφείων και άλλων μορφών εκφοβισμού. Δράστες ήταν κατά βάση ακροδεξιές παραστρατιωτικές συμμορίες, με το επίσημο κράτος επισήμως να τηρεί αποστάσεις, αλλά στην πραγματικότητα να ανέχεται ή και να ενθαρρύνει τη δράση τους, ιδιαίτερα μέσω των σωμάτων ασφαλείας.

Μετά τις εκλογές της 31ης Μάρτη 1946, από τις οποίες απείχαν τα κόμματα του εαμικού συνασπισμού καθώς κι αρκετοί κεντρώοι σχηματισμοί και πολιτευτές, λόγω του οργίου βίας που απέτρεπε τη δυνατότητα διεξαγωγής αδιάβλητων εκλογών. Η ανάδειξη ενός μοναρχικού ακροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού με επικεφαλής το Λαϊκό Κόμμα σήμανε τη στιγμή της νομιμοποίησης κι εμβάθυνσης της καταστολής κατά όσων θεωρούνταν κίνδυνος για το αστικό καθεστώς.

Παρά την τεράστια κινητοποίηση του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και άλλων δημοκρατικών πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων κατά της ψήφισης των μέτρων, εκείνο τελικά εγκρίθηκε στις 18 Ιούνη. Ήδη από το πρώτο άρθρο η στόχευσή του γινόταν σαφής, καθώς με ποινή θανάτου απειλούνταν όποιος επιδίωκε «να αποσπάση εν μέρος εκ του όλου της Επικρατείας ή να ευκολύνη τα προς τούτο το τέλος τείνοντα σχέδια, συνώμοσεν ή διήγειρε εις στάσιν ή συνεννοήθη με ξένους ή κατήρτισεν ενόπλους ομάδας ή έλαβε μετοχήν εις τοιαύτας προδοτικάς ενώσεις». Η ασάφεια της διάταξης ήταν φυσικά σκόπιμη, ώστε να μπορεί να ερμηνεύεται κατά το δοκούν από τις δικαστικές αρχές προκειμένου να φυλακίζονται και να εκτελούνται αγωνιστές. Για να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο ο κύκλος όσων μπορούσαν να συλληφθούν με το ψήφισμα, εισήχθη και η έννοια της “προπαρασκευσαστικής ενέργειας” προς απόσπαση ή αυτονόμηση τμήματος της επικράτειας: . Η αοριστία της διάταξης είναι χαρακτηριστική, αλλά και αναγκαία για το καθεστώς, ώστε να μπορεί να διώκει κατά το δοκούν τους αντιπάλους του. Ομως, τα πράγματα δεν έμεναν σ’ αυτό το σημείο, αφού ο νομοθέτης φρόντιζε να θέτει υπό διωγμό και εκείνους, των οποίων οι ιδέες θεωρούνταν ότι τείνουν στην απόσπαση ή αυτονόμηση μέρους της επικράτειας: «Πάσα εκ προθέσεως προπαρασκευαστική ενέργεια της ηγουμένης πράξεως τιμωρείται με ειρκτήν, υπαρχουσών δε επιβαρυντικών περιπτώσεων με δεσμά πρόσκαιρα ή διά βίου. Ως προπαρασκευαστική ενέργεια θεωρείται και η καθ’ οιονδήποτε τρόπον, αμέσως ή εμμέσως, γενομένη προσπάθεια προς διάδοσιν, ανάπτυξιν και εφαρμογήν ιδεών τεινουσών εις απόσπασιν ή αυτονόμησιν μέρους της Επικρατείας ή η ενέργεια προσηλυτισμού εις τας ιδέας ταύτας».

Το ψήφισμα προέβλεπε μια ακόμη σειρά μέτρων καταστολής κατά του λαϊκού κι εργατικού κινήματος, καθώς μπορούσαν να διώκονται διαδηλώσεις, απεργίες κι οποιαδήποτε κινητοποίηση θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως προετοιμασία προς “στάση”, και παράλληλα η βία των αστυνομικών οργάνων που ούτως ή άλλως αποτελούσε τον κανόνα, αποκτούσε και θεσμική κατοχύρωση. Χαρακτηριστικά είναι όσα σημειώνε η εφημερίδα “Μάχη” της σοσιαλδημοκρατικής ΣΚ-ΕΛΔ, που διερωτώνταν μετά την ψήφιση των μέτρων “αν πέθανε πραγματικά ο Χίτλερ”.

Ο δρόμος προς την άνευ προηγουμένου επέκταση των διωγμών είχε ανοίξει χωρίς επιστροφή. Δίχως να χάσουν χρόνο, τρεις μόνο μέρες μετά την υπερψήφιση του Γ’ ψηφίσματος, συγκροτήθηκαν τα πρώτα έκτακτα στρατοδικεία σε διάφορα σημεία της χώρας, ιδιαίτερα στη βόρεια Ελλάδα. Λίγες εβδομάδες αργότερα ξεκίνησαν και οι πρώτες εκτελέσεις 12 αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, ανάμεσα τους κι εκείνη της ηρωϊκής Σλαβομακεδόνισσας κομμουνίστριας δασκάλας Μίρκας Γκίνοβα (Ειρήνη Γκίνη), της πρώτης γυναίκας που εκτελέστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Σύντομα το δίκτυο των στρατοδικείων αλλά και των λεγόμενων μεραρχιακών δικαστηρίων επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο με βασιλικό διάταγμα του Σεπτέμβρη του 1946, το οποίο στηριζόταν στο Γ’ψήφισμα. Μόνο μέσα στο 1946 τα έκτακτα στρατοδικεία επέβαλαν την ποινή του θανάτου σε 116 αγωνιστές, ενώ ο αριθμός τους πολλαπλασιάστηκε τα επόμενα χρόνια κι ως το 1951 υπολογίζεται ότι άγγιξε συνολικά τις 4.851. Το Γ’ ψήφισμα όπως και το σύνολο πρακτικά της αντικομμουνιστικής νομοθεσίας παρέμενε σε ισχύ ως και τη μεταπολίτευση.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: