«Αυτή, λοιπόν, τη μοίρα επιφύλαξε ο αγγλοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός κι ο δοσιλογισμός στις Μάνες της Εθνικής μας Αντίστασης…»

Γεωργούλας Μπέικος – Ο φυλακισμένος γιος στα κάτεργα της εθνικοφροσύνης και το σπαρακτικό Χριστουγεννιάτικο γράμμα της μάνας…

Ο αείμνηστος Γεωργούλας Μπέικος (Κλειτσός Ευρυτανίας 1919 – Μόσχα 1975), ένας σπουδαίος λαϊκός αγωνιστής και πρωτοεμπνευστής/συντάκτης του περίφημου “Κώδικα Ποσειδώνα” αυτής της εμβληματικής χάρτας της Λαϊκής Εξουσίας (βλ. εδώ και εδώ), σε μια προσωπική εξομολόγηση τότε στα “πέτρινα χρόνια” μέσα από το θάλαμο μελλοθανάτων του μοναρχοφασιστικού καθεστώτος.

Εκεί όπου, το 1949, βιώνει αρχικά την ξαφνική είδηση του θανάτου του πατέρα του, που έφυγε με τον παράπονο της ήττας, και μεταγενέστερα (1953) το επισκεπτήριο-εξομολόγηση της μάνας του για τα απίστευτα δεινά και τους ηθικούς εξευτελισμούς που υπέστη η οικογένεια, σε συνάρτηση και με ένα σπαρακτικό γράμμα που του στέλνει λίγο αργότερα, τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς, με το βαθύ πόνο μα και την αδιόρατη ελπίδα της μάνας που προσμένει…

Αυτοί οι λαϊκοί αγωνιστές που ήταν… τίποτα γι’ αυτούς και όλα για τους άλλους, πλήρωσαν με βαρύ τίμημα την επιλογή να παλεύουν για τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου!

Γεωργούλας Μπέικος

Το εξαιρετικό κείμενο εμπεριέχεται στο δίτομο έργο του ίδιου του Γεωργούλα Μπέικου, που κοσμεί και την προσωπική μας βιβλιοθήκη και φέρει τον τίτλο : “Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα” (εκδ. Θεμέλιο 1979)

Ιδού το σχετικό απόσπασμα:

Ο γέρος μας πέθανε, ξεσπιτωμένος και φαρμακωμένος για την ήττα μας, το 1949 στη Λάρισα. Ήμουνα στο θάλαμο μελλοθανάτων τότε στη Λαμία. Τρεις μήνες πεθαμένος ο πατέρας, δε μου το γράψανε, δεν το ΄ξερα, έγραφα εγώ στον πεθαμένο!

Και μια μέρα ήρθε στην απομόνωση ο Γιωργαλής ο Κουτσοπάνος.

Και πάνω στην κουβέντα απ’ τον παραθυράκι του υπόγειου μού λέει:

“Μωρέ σκατοτύχη, τώρα να πάει κι ο γέρος που ΄χε τόσες γνωριμιές!” – εννοούσε πολιτικά μέσα για να μην μ΄ εκτελέσουνε.

Σύξυλος εγώ.

-“Τ’ είπες, βρε Γιωργαλή; Πέθανε ο πατέρας μου;”

Σύξυλος κι ο συγχωριανός μου, που δε φανταζότανε να μην το ξέρω, τρεις μήνες τώρα! Ας είναι!…

Ούτε να τον κλάψω δε γινότανε εκεί στο θάλαμο μελλοθανάτων…

Τόνε θάψανε στο νεκροταφείο της Λάρισας κι η μάνα μου πλήρωσε να φυλάνε τον τάφο. Τον Ιούνη του 1953 περνώντας μεταγωγή για τις φυλακές στα Τρίκαλα βρέθηκα στο Τμήμα Μεταγωγών στη Λάρισα, όταν, κατά σύμπτωση είχε έρθει κι η μάνα μου σ’ αυτή την πόλη με σκοπό να ξεθάψει το γέρο και να πάρει τα κόκαλά του στο χωριό να τ’ αποθέσει στο Κοιμητήρι. Έμαθε το πέρασμά μου, ήρθε στο τμήμα.

Οχτώ χρόνια είχα να την ιδώ.

-Δεν τον βρήκα τον πατέρα σου, μου είπε κλάίγοντας. Τον ξέχωσαν, τον πέταξαν! Άλλον, φρεσκοθαμμένο, βρήκαμε στον τόπο του. Ούτε τα κόκαλά του, παιδάκι μου, ν’ αξιωθούν να γυρίσουν στο χωριό! Τέτοια μαγκούφα τύχη, δεν του άξιζε του μακαρίτη. Τον πέταξαν! Μούιτε παπάς του νεκροταφείου, μούιτε νεκροθάφτες ξέρουν να σου δώκουν απόκριση. Τι να κάμω κι εγώ δεν ξέρω. Έφυγε ζωντανός απ΄το χωριό, να γυρνούσε, ας ήταν και μια κάσα κόκαλα! Ούτ’ αυτό!…

Σκούπισε τα μάτια της. Εμένα μ΄έπνιγε κόμπος, δεν μπορούσα να βγάλω λέξη. Τελικά την παρηγόρησα:

-“Υπομονή, μάνα! Εσύ να ΄σαι γερή. Αυτός πάει πια, ο Θεός ας τον σχωρέσει. Κακό, που δεν τον βρήκες, μα τίποτα δε διορθώνεται, μη χολοσκάς!”

-Θυμάσαι τι σου ‘λεγα; Ένα κέδρινο παλούκι! Κι όχι μαρμαρένια πλάκα, που μου ‘ταζες. Ένα κέδρινο παλούκι, να τον έβρισκα…. Ένα κέδρινο παλούκι. Κι είχε τέσσερα παιδιά, ο μακαρίτης! Και βιό που βόγγαε και την υπόληψή του. Και πάει πλανταγμένος. Ναι, ναι, πλανταγμένος, δε σου το ‘πα. Δεν πέθανε έσκασε! Έσκασε απ’ το κακό του.

-“Μυαλό, μωρέ, ήταν αυτό που το φόραγαν αυτά τα παιδιά;”- το ‘λεγε και το ξανάλεγε μέρα νύχτα, Και τραντάζονταν από τα νεύρα του, δυό δε δύνονταν να τον κρατήσουν στο κρεβάτι, ήθελε να σκοτωθεί.

-“Να ξαρματωθούν, έλεγε, στα καλά καθούμενα, να τους πάρουν και το σουγιά οι κατσ’ κοκλέφτες μια ζωή! Και να κάτσουν, μωρέ, να τους πιάσουν στο γιατάκι και να τους βάνουν στο σημαδόβολο (σκοποβολή, εδώ εννοούσε τις εκτελέσεις) οι Σαμαροκώτσηδες κι οι πάσα κερατάδες, ε, δεν το ‘λεγα, δεν το ‘βαζε ο νους!”

Κι έσκασε! Ήταν νοικοκύρης, να πάει σαν τουρκόγυφτος; Τι να πω τώρα στο χωριό; Δε θέλω να βάλουν οι π’τάνες άσπρη βαμπακέλα (μαντήλα σ΄ένδειξη χαράς). Θα πω ότι τον βρήκα κι έβαλα τα κόκαλα στο Κοιμητήρι στη Λάρισα, έτσι θα πω. Καλύτερα έτσι να πω. Τον πόνο σου, παιδάκι μου, μην τον βγάζεις στο παζάρι, στον περιγελάν.

Τα ‘λεγε αυτά η γριά και ποτάμι το κλάμα. Κι εγώ δεν είχα λόγια να της απαντήσω. Αισθανόμουνα ένοχος, βαριά ένοχος που δε δώσαμε σ’ αυτούς τους γέρους τη χαρά της νίκης, που την περιμένανε, τήνε πιστέψανε, τη λαχταρούσανε, προσφέρανε ότι δυνότανε γι’ αυτή…

Κι η μάνα μου συνέχισε:

-Κι εγώ τώρα στο χωριό σα δαυλί καμένο μοναχή… Θα πεθάνω και θα με φαν οι γάτες… Όσου να βρωμίσω να πάρουν είδηση οι γειτόνοι… Και μοιρολογάω κλαψοπούλι της νύχτας. Κάθουμαι κουκουβάγια κι αφουγκραίνουμαι τους αέρηδες να σκούζουν στα παραθυρόφυλλα… Που… τους διάλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας σου.

………………………………………………………….

Αντώνης Καραγιάννηςμ Η μάνα του κρατούμενου, χαρακτικό

Τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς πήρα ένα γράμμα της, τ’ αντιγράφω:

Μ΄ έφαγε η μοναξιά. Δεν την νταγιαντάω άλλο. Έλεγα θα ‘ρχόσουν αυτά τα Χριστούγεννα. Δε βαστιέται η ερημιά. Δεν είμαι αυτή που ήξερες. Τι να σου γράψω που ρωτάς; Ότι δε θα προκάνεις; Ολούθε πονίδια έχω, Κι αδυνάτισα, πολύ αχάμνηνα! Δε βλέπω. Με πατερίτσες πάω, όπου πάω. Και ποιος να μου βάλει έναν κέδρο στον κεφάλι να βρεις το κιβούρι μου, σα γυρίσεις; Να μην πάω σαν τον πατέρα σου… Αγριεύει το μυαλό μου τη νύχτα. Κι ο ύπνος δε με πιάνει. Ανάβω ένα κερί στη μέση στην κάμαρη, το κολλάω στο πάτωμα. Για τους πεθαμένους μας. Και τους μοιρολογάω.

Τη μέρα πάω κούτσα-κούτσα στα χωράφια, για να ξεσκάω. Κι εκεί ξεραίνω τα έλατα και τα κλαριά με τα τραγούδια μου. Λέω τραγούδια για τους σκοτωμένους και μοιρολόγια για τους φυλακωμένους.

-“Μάνα, με τους πολλούς σου υγιούς, μην πολυκαμαρώνεις! Ο ένας θα πάει αρματωλός, ο άλλος θα γίνει κλέφτης. Τον τρίτο τον καλύτερο θα τόνε παρ’ ο Χάρος…”

Θα κλείσω τα μάτια και θα πάω με την καρδιά καμένη… Δε μου το χρωστάει ο Θεός ούτε να σε ιδώ, ούτε να με ιδείς. Τι του ΄καμα

Κι έλεγα πως θα ‘ρχόσουν φέτο τα Χριστούγεννα… Δόλια μάνα βλέπεις…”

Η μάνα μου δεν ξέρει γράμματα. Υπαγορεύει. Κι ύστερα απαιτεί να της διαβάσεις τι έγραψες. Δε δέχεται να της αλλάξεις μήτε λέξη, δεν αντέχει τις ελληνικούρες.

Αυτή, λοιπόν, τη μοίρα επιφύλαξε ο αγγλοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός κι ο δοσιλογισμός στις Μάνες της Εθνικής μας Αντίστασης. Τα εγγόνια τους χρωστούνε τον ό ρ κ ο της Εκδίκησης. Το ηφαίστειο του μίσους ας μη σιγήσει στις καρδιές τους. Η Νέμεση είναι θεά ελληνική. Κι αδερφή της Θέμιδας…

 

Κεντρική εικόνα: “Pieta 1945” του Γ. Κεφαλληνού

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: