Going Vertical: Η θρυλική νίκη της ΕΣΣΔ επί των ΗΠΑ το ’72 έγινε ταινία που τρέλανε τη Ρωσία

Η ταινία Going Vertical με θέμα τον επικό τελικό στο μπάσκετ των Ολυμπιακών του Μονάχου το 1972, με την ΕΣΣΔ να επικρατεί 51-50 έναντι των ΗΠΑ, έγινε η εμπορικότερη ταινία στην ιστορία του ρωσικού κινηματογράφου, προκαλώντας διθυράμβους αλλά και επικρίσεις για ανακρίβειες στην αναπαράσταση γεγονότων και προσώπων.

H ιστορία είναι, λίγο πολύ γνωστή. Και έχει συζητηθεί εκατοντάδες φορές στα 46 χρόνια που πέρασαν από το περίφημο παιχνίδι της «Ολύμπια Χάλε» του Μονάχου. Οι βολές του Νταγκ Κόλινς, το τάιμ-άουτ που (αμφισβητείται ότι) ζήτησε ο Κοντράσιν. Το λάθος της Γραμματείας που δεν πήγε τον χρόνο στα 3’’, η δεύτερη επανάληψη με απόφαση του γενικού γραμματέα της FIBA, Γουίλιαμ Τζόουνς.

 Οι Αμερικανοί που πανηγύριζαν, είδαν τον Αλεξάντερ Μπέλοφ να σκοράρει (από την μακρινή πάσα του Εντέσκο) και να διαμορφώνει το 51-50, βάζοντας τέλος στο τρομερό 63-0 των ΗΠΑ στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Η απόλυτη αντιστροφή. Αυτοί που πανηγύριζαν ήταν οι Σοβιετικοί. Και οι Αμερικανοί που δεν χώνεψαν ποτέ αυτή την ήττα, αρνήθηκαν να πάρουν τα μετάλλιά τους. Σχεδόν μισός αιώνας πέρασε και για το αμερικάνικο μπάσκετ αυτός ο αγώνας έχει γίνει αντικείμενο ακόμη και … έρευνας της CIA. Με την KGB να παίζει ρόλο στη διαμόρφωση του σκορ, καθώς σύμφωνα με ένα ευφάνταστο Αμερικανό δημοσιογράφο, ο Βούλγαρος ρέφερι Αραμπατζιάν, είχε «απειληθεί» από την σοβιετική υπηρεσία ασφαλείας.

Ο γλαφυρός συνάδελφος είχε ξεχάσει (ή έκανε πως ξέχασε) ότι στο μεγαλύτερο μέρος του τελικού, η Σ.Ένωση ήταν μπροστά στο σκορ, οπότε ο Αραμπατζιάν λίγο … μπορούσε να επέμβει. Προφανώς μια τέτοια ήττα και κυρίως με τον τρόπο που επήλθε είναι κάτι περισσότερο από οδυνηρή. Οι Αμερικανοί αποκλείεται να την ξεχάσουν. Ο αρχηγός της ομάδας μάλιστα, Κέβιν Ντέιβις, που πρωταγωνίστησε στην απόφαση να μη γίνουν αποδεκτά τα αργυρά μετάλλια από την ΔΟΕ, έχει κάνει διαθήκη με την οποία υποχρεώνει την οικογένειά του να τηρήσουν την συγκεκριμένη στάση και μετά θάνατον!

Όλα αυτά τα χρόνια, βέβαια, διαβάζαμε τη μία πλευρά. Τώρα ήρθε η σειρά των … νικητών να γράψουν (ξανά) την ιστορία.

Το «3 sekundy» ή «Going Vertical» έγινε ήδη η πιο εμπορική ταινία όλων των εποχών στη Ρωσία. Βγήκε τον περασμένο Δεκέμβριο και έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ. Σχεδόν 20 εκατομμύρια ευρώ ήταν τα έσοδά της στις δυο εβδομάδες της προβολής της.Και το θέμα της δεν είναι άλλο από τον θρίαμβο της ΕΣΣΔ κόντρα στις ΗΠΑ στον τελικό του 1972.

Στην μεγάλη οθόνη ο σκηνοθέτης Άντον Μεγκερντίτσεφ, έχει ζωντανέψει τη μεγάλη ομάδα των δυο Μπέλοφ, του Παουλάουσκας, του Σακαντελίτζε και των υπόλοιπων μύθων του σοβιετικού μπάσκετ. Αν και η μεταφορά δεν είναι τόσο … ακριβής (θα το εξηγήσουμε αυτό πιο κάτω), αν και υπήρξαν αντιδράσεις από τις οικογένειες των παικτών (οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές της σοβιετικής ομάδας έχουν πεθάνει) αν και οι δημιουργοί αναγκάστηκαν να αλλάξουν το επίθετο του κεντρικού ήρωα (του κόουτς Κοντράσιν, που έγινε Καράτζιν, αφού η χήρα του είχε εναντιωθεί σφόδρα στο έργο) η επιτυχία ήταν ανεπανάληπτη.

Οι αίθουσες στη Μόσχα, στην Αγία Πετρούπολη και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας, γέμισαν από κόσμο. Οι παλιότεροι δεν έκρυβαν την συγκίνησή τους, δάκρυα κύλησαν στα μάτια τους, ενώ κατάμεστα ήταν τα σινεμά, όπως παραδέχεται ο Μοντέστας Παουλάουσκας.

Η ταινία είναι επικεντρωμένη στον προπονητή Βλαντιμίρ Γκαράτσιν. Τον κόοουτς Κοντράσιν, δηλαδή, μια σπουδαία μορφή του σοβιετικού μπάσκετ. Ένας κόουτς μπροστά από την εποχή του και καλός φίλος του Μπόμπι Νάιτ και του Ντιν Σμιθ, θρύλων του αμερικάνικου κολεγιακού μπάσκετ.Άσπονδος φίλος του Αλεξάντερ Γκομέλσκι με τον οποίο «μονομαχούσαν» στα τέλη της δεκαετίας του 70, έμεινε σχεδόν 30 χρόνια στον πάγκο μιας ομάδας! Της Σπάρτακ Λένινγκραντ (Αγίας Πετρούπολης, όταν κατέρρευσε η ΕΣΣΕ) στην οποία εργάστηκε από το 1967 ως το 1995, κερδίζοντας το πρωτάθλημα του 1975 (και της Κοινοπολιτείας το 1992) αλλά και δυο κύπελλα Κυπελλούχων (το 1973 και το 1975).

Ο Κοντράσιν θεωρούσε ότι η Εθνική Ομάδα δεν θα έπρεπε να αποτελείται μόνο από παίκτες της ΤΣΣΚΑ Μόσχας, είχε ορισμένες πρωτοποριακές ιδέες για το μπάσκετ. Κράτησε σε όλη του τη ζωή χαμηλούς τόνους. Λίγο πριν πεθάνει ζήτησε από τη γυναίκα του Εβγένινα, να αποθαρρύνει όσους θα ήθελαν να κάνουν τη ζωή του βιβλίο, ή κινηματογραφική ταινία. Ίσως έτσι εξηγείται γιατί τελικά ο Κοντράσιν, έγινε … Καράτζιν στο Going Vertical.

Γιατί όμως η ταινία σημείωσε τέτοια επιτυχία; Δείτε το τρέιλερ, όπου παρεμπιπτόντως διαθέτει και αγγλικούς υπότιτλους (ενώ ολόκληρο το φιλμ δεν υπάρχει υποτιτλισμένο, ή εν πάση περιπτώσει δεν το βρήκαμε εμείς κάπου εύκαιρο):

Η αμερικάνικη σκηνοθεσία ενός … Ρώσου έχει ομολογουμένως ενδιαφέρον. Μια φορά όμως … κερδίζουν και οι Ρώσοι. Όχι οι Αμερικανοί, που έχουμε συνηθίσει.

Ο Κοντράσιν παίρνει το ρόλο του ήρωα-προφήτη, μέσα στην ομάδα υπάρχει ίντριγκα, οι προϊστάμενοι του τον αμφισβητούν, ό,τι χρειάζεται ένας θεατής για να παρακολουθήσει στο τέλος έναν αθλητικό θρίαμβο. Σίγουρα, πάντως, το 1972 δεν «κάρφωναν» όπως βλέπουμε στην ταινία. Το παιχνίδι πάνω από τη στεφάνη απαγορευόταν και ο τελικός ήταν τελείως διαφορετικός. Όχι ότι δεν είχε ενδιαφέρον. Κάθε άλλο, θα δείτε στο σχετικό βίντεο ωραίες προσπάθειες, πάσες πίσω από την πλάτη τους Σοβιετικούς να παίζουν άμυνα με αλλαγές και βέβαια να μην υπάρχει ο κανονισμός του μπρος-πίσω

Ιδού:

ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ … ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τι άλλο … παραποίησε η ταινία, η οποία πάντως ομολογεί ότι δεν είναι αναπαράσταση, αλλά «βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία».

  • Πρώτα απ’ όλα ο Αλεξάντερ Μπέλοφ δεν ήταν … άρρωστος στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Μια χαρά ήταν ο άνθρωπος. Η ασθένειά του ήταν μεν σπάνια, αλλά φανερώθηκε αργότερα (το 1978 όταν και πέθανε). Ο άσος της Σπάρτακ Λένινγκραντ, με τον οποίο συνεργάστηκε άψογα ο Κοντράσιν σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο, ήταν από τους καλύτερους σέντερ όλων των εποχών για το σοβιετικό μπάσκετ έπαιξε και το 1976 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ. Η ταινία δείχνει και τη σχέση του Αλ. Μπέλοφ, με τη μετέπειτα σύζυγό του Αλεξάντρα, σε μια … πολύ μεγάλη υπέρβαση του σκηνοθέτη, αν σκεφτεί κανείς ότι το γυναικείο τουρνουά μπάσκετ δεν υπήρχε καν το 1972! Εδώ θα μου πείτε δείχνει τον παίκτη να σωριάζεται στο παρκέ, κάτι που επίσης δεν έγινε ποτέ.
  • Ο Μοντέστας Παουλάουσκας ήταν επίσης ένας εξαιρετικός παίκτης για την εποχή. Δεύτερος σκόρερ της ομάδας, πίσω από τον «τσάρο» Σεργκέι Μπέλοφ. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλησε να … αυτομολήσει στη Δύση, επειδή ήταν Λιθουανός.
  • Ο Σεργκέι Μπέλοφ δεν είχε μουστάκι το 1972. Το σήμα κατατεθέν του, εμφανίστηκε κάνα δυο χρόνια πιο μετά. Ο ηθοποιός πάντως που υποδύεται τον μεγάλο μπασκετμπολίστα έχει αντιγράψει πλήρως το στυλ του Σεργκέι όταν σηκωνόταν για σουτ.
  • Ποτέ δεν έγινε, βέβαια, μονό τριών στελεχών της ΕΣΣΔ με τρεις τυχαίους Αμερικανούς σε δρόμο της Νέας Υόρκης! Με στοίχημα, μάλιστα, κονσέρβες χαβιάρι και δολάρια. Είπαμε … φαντασία, αλλά όχι και τόσο καλπάζουσα κύριε σκηνοθέτα.
  • Ο Κοντράσιν δεν δήλωσε ποτέ ότι η ομάδα του θα κερδίσει οπωσδήποτε τους Αμερικανούς. Καλός προπονητής ήταν, τρελός όχι.
  • Και φυσικά η προπόνηση της Σ.Ένωσης δεν συμπεριλάμβανε … τραμπολίνα. Καλή σαν ιδέα, πάντως.
  • Ο τελικός ήταν πράγματι σκληρός, αλλά δεν είχε αντιαθλητικά χτυπήματα. Δεν … τσάκισαν τον Σεργγκέι Μπέλοφ οι Αμερικανοί, ούτε ο Χένρι Άιμπα κοιτούσε στον πάγκο των Σοβιετικών, λέγοντας ότι το μπάσκετ είναι άθλημα επαφής.

Το δεύτερο μισό της ταινίας είναι αφιερωμένο στον τελικό. Έχει γυριστεί χωρίς μπακγκράουντ (το φόντο με τους φιλάθλους προστέθηκε μετά). Εκεί υπάρχει πολύ ωραία κινηματογράφηση για ένα αγώνα μπάσκετ του … 2018, όχι όμως και του 1972.

Αλλά για να μη γκρινιάζουμε περισσότερο, η αναπαράσταση των τελευταίων τριών δευτερολέπτων είναι συγκλονιστική. Λες και βλέπεις ξανά τον τελικό. Φυσικά οι Σοβιετικοί δεν αμφισβητούν ότι είχαν ζητήσει τάιμ-άουτ, το οποίο κακώς δεν δόθηκε. Και στη συνέχεια εξηγούν όσα έγιναν. Η πρώτη επαναφορά δεν ολοκληρώθηκε, γιατί έπρεπε να δοθεί το τάιμ-άουτ. Οι διαιτητές δεν το επέτρεψαν τελικά, αλλά και ο χρόνος δεν πήγε στα 3’’ όπως έπρεπε (όταν σούταρε τις βολές ο Νταγκ Κόλινς τόσος ήταν ο χρόνος που απέμενε, το δείχνει και το αυθεντικό βίντεο του τελικού). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η δεύτερη επαναφορά να γίνει … σε μισό δευτερόλεπτο. Σωστά λοιπόν διατάχθηκε να παιχθεί η μπάλα απέξω για μια … τρίτη φορά! Εμφανίζεται και ένας κύριος με παπιγιόν που συμφωνεί ότι μένουν ακόμη τρία δευτερόλεπτα και δεν είναι άλλος από τον Γουίλιαμ Τζόουνς.

Το ριμέικ της πάσας του Εντέσκο, την «σαβούρδα» των δυο Αμερικανών και το καλάθι του Αλεξάντερ Μπέλοφ εντυπωσιακό. Σου κόβεται, πράγματι, η ανάσα.

Οι Αμερικανοί που πανηγύριζαν, παρακολουθούν εμβρόντητοι την εξέλιξη, ενώ οι Σοβιετικοί πέφτουν ένα κουβάρι και πανηγυρίζουν το χρυσό μετάλλιο. Λεπτομέρεια: Ο Εντέσκο δεν είχε δικαίωμα να μπει σαν αλλαγή, αφού τελικά δεν δόθηκε τάιμ-άουτ, αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα ο Κοντράσιν τον έριξε στο παρκέ.

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΝΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΧΙ

Η ταινία, όπως είπαμε, θριάμβευσε στις αίθουσες. Υπήρχαν όμως και εκείνοι (ή εκείνες) που δεν συμβάδισαν με την αποθέωση. Να μερικές απόψεις μάλλον αντικρουόμενες μεταξύ τους

Αλεξάντρα Οβτσινίκοβα (Πρώην διεθνής μπασκετμπολίστρια και χήρα του Αλεξάντερ Μπέλοφ): «Δεν υπάρχει ίχνος αλήθειας στην ταινία, εκτός από τις σκηνές των τελευταίων τριών δευτερολέπτων, όταν η ομάδας μας πήρε τη νίκη. Όλα τα υπόλοιπα είναι φαντασία. Δεν μου άρεσε ο τρόπος που ο Σάσα Μπέλοφ περιγράφεται. Ένας άρρωστος άνθρωπος, που θυσιάζει τα πάντα για το παιχνίδι, ενώ στην πραγματικότητα αγαπούσε πολύ τη ζωή και ήθελε να την περάσει μέσα στον αθλητισμό.

Κάποια στιγμή τον δείχνουν να καταρρέει μέσα στο γήπεδο. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο οι αθλητές δεν μπορούσαν να συνεχίσουν, γιατί θα υποβάλλονταν σε ενδελεχείς ιατρικές εξετάσεις. Σας το λέω από την προσωπική μου εμπειρία γιατί έχω αγωνιστεί στην Εθνική Ομάδα.

Δεν ήθελα να χρησιμοποιηθεί το όνομα του Σάσα στην ταινία και τη δική μας ιδιωτική ζωή, γενικότερα. Τίποτε δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Το 1972 δεν είχα γνωρίσει ακόμη τον Σάσα. Δεν υπήρχε καν γυναικείο τουρνουά μπάσκετ στους Ολυμπιακούς Αγώνες! Μας έδειξαν το σενάριο και μας είπαν ότι η ταινία ήδη είχε γυριστεί και δεν μπορούσαν να γίνουν αλλαγές. Τους πείσαμε μόνο να αλλάξουν μια σκηνή, που έδειχναν τον Κοντράσιν να πληρώνει σε ξένο νόμισμα για τη θεραπεία του γιου του. Σε μια σκηνή δείχνουν τον Σάσα να παίζει … μονό με δυο-τρεις τυχαίους Αμερικανούς. Πως μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, από ένα αθλητή σαν τον Μπέλοφ, παραμονές μάλιστα ενός τόσο σημαντικού τουρνουά. Δείχνουν επίσης ένα ματς γεμάτο … θεαματικές φάσεις, αν και τότε απαγορευόταν να κρεμιέται κανείς από το στεφάνι. Δεν υπάρχει κανονικό μπάσκετ στην ταινία. Ασυνάρτητες σκηνές και αστραπιαίες ματιές σε πόδια, χέρια και … μπάλα. Ο σκηνοθέτης προσπάθησε να μας πείσει ότι είναι μια ωραία ταινία. Έπεισαν τον Ιβάν Εντέσκο να συμμετέχει σαν σύμβουλος, αλλά οτιδήποτε αφορούσε τη δική του ζωή και τους συγγενείς την άφησαν απέξω. Ξέρω ότι ο κόσμος αγάπησε το φιλμ, ότι οι ηθοποιοί έπαιξαν υπέροχα, αλλά για παράδειγμα ο Σάσα ήταν γαλανομάτης και ξανθός. Θα μπορούσαν τουλάχιστον να βάψουν τα μαλλιά του πρωταγωνιστή. Θα του άρεσε του Μιχάλκοφ (ο Νικίτα Μιχάλκοφ είναι ο παραγωγός της ταινίας) να του φτιάξουν μια ταινία για τους συγγενείς του, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια; Ξέρω ότι τώρα γίνεται μια ταινία με θέμα τον Λεβ Γιασίν. Το σενάριο έχει γραφτεί πολλές φορές, ενώ ο ηθοποιός επιλέχθηκε ανάμεσα σε 30 υποψηφίους. Έτσι λειτουργούν τα στούντιο με τους συγγενείς και τις οικογένειες»

Ιβάν Εντέσκο: «Ξεκίνησα να βλέπω το Going Vertical αποσπασματικός, πριν βγει στις αίθουσες. Οι παραγωγοί με προσκάλεσαν να δω το σενάριο, να δουλέψω μαζί τους και να μοιραστώ την εμπειρία του μπάσκετ στη δεκαετία του 70. Για να είμαι ειλικρινής στην αρχή δεν κατάλαβα τι ακριβώς ήταν η ταινία, αλλά στη συνέχεια συνειδητοποίησα ότι αφορούσε περισσότερο την ψυχοσύνθεση των παικτών και των προπονητών στα 70’s. Μόλις ολοκληρώθηκε ήμουν βέβαιος ότι θα γίνει μια μεγάλη επιτυχία. Δεν φανταζόμουν ότι κάποιος θα μπορούσε έχει ενστάσεις.

Η πρώτη μου σκέψη όταν την είδα στην αίθουσα ήταν για τους ανθρώπους που δεν ζουν πλέον και ήταν πρωταγωνιστές σε αυτά τα γεγονότα. Μέσω της ταινίας οι οικογένειές τους, θα πρέπει να κατάλαβαν πόσο περήφανοι ένιωσαν οι δικοί τους άνθρωποι για αυτή την απίστευτη νίκη, τις οικογένειές τους, την πατρίδα.

Κι εμείς τότε δεν συνειδητοποιήσαμε αμέσως τι είχαμε πετύχει. Μόνο όταν γυρίσαμε στην Σ.Ένωση, το κατάλαβαμε.

Η ταινία έχει, βέβαια, κάποιες ανακρίβειες αλλά δεν «χαλάει» τη γενική εικόνα. Λένε ότι ο χαρακτήρας του Παουλάουσκας είναι «φτωχός», αν και πιστεύω ότι τελικά η ταινία δείχνει έναν άνθρωπο, που στο τέλος καταλαβαίνει ότι η πατρίδα του είναι η μητέρα, ο πατέρας, οι φίλοι, η οικογένεια του, το μπάσκετ, το ψάρεμα. Η Λιθουανία. Σίγουρα, ο Σάσα Μπέλοφ δεν ήταν άρρωστος στη διάρκεια των αγώνων. Η προσωπικότητά του, όμως, οι θαυμαστές ενέργειες και η ποιότητά του σαν μπασκετμπολίστας περιγράφονται με ακρίβεια. Για κάποιο λόγο, υπήρξε κάποια παρανόηση από την Αλεξάντρα Οβτσινίκοβα, ίσως επειδή δεν της άρεσε όπως περιγράφεται στην ταινία, αν και ο Σάσα δείχνει πιο όμορφος στην οθόνη, απ’ ό,τι ήταν στην κανονική ζωή.

Ο προπονητής Βλάντιμιρ Κοντράσιν, είναι ο ήρωας του φιλμ. Είναι έξυπνος, διαβάζει τους ανθρώπους και δίνει τα πάντα για αυτούς που αγαπά. Ο Βλάντιμιρ Μασκόφ παίζει υπέροχα το ρόλο, έστω κι αν το όνομά του κόουτς έχει μετατραπεί σε Γκαράντζιν. Είμαι ευτυχής που συμμετείχα στην προσπάθεια και μου προκαλεί έκπληξη πως ορισμένοι θέλουν να διαφημίσουν τον εαυτό τους, ενώ το κοινό κλαίει όταν βλέπει την ταινία σε όλη τη χώρα»

Εβγένινα Κοντράσινα (χήρα του προπονητή Βλαντιμίρ Κοντράσιν) «Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι με τη ταινία και τους δημιουργούς της γιατί ουδέποτε ρώτησαν τη γνώμη μας. Απλά μας έδειξαν ένα σενάριο, το οποίο εξ’ αρχής είχα απορρίψει. Ένιωσα πολύ άσχημα διαβάζοντάς το για ορισμένα πράγματα, αν και τελικά απέσυραν κάποια απ’ αυτά. Κράτησαν, ωστόσο, την αναλήθεια της ασθένειας του Σάσα Μπέλοφ. Είναι η απόλυτη βλασφημία να περιγράφεις έναν αθλητή στα καλύτερα του χρόνια σαν άρρωστο, ξέροντας ότι λίγα χρόνια αργότερα θα πέθαινε.

Ο Μασκόφ κάνει καλή δουλειά σαν Βλαντιμίρ Κοντράσιν. Αγαπώ αυτό τον ηθοποιό, μπορώ να πω ότι μου άρεσε η ερμηνεία του, αλλά δεν πλησίασε καν τον χαρακτήρα, κάτι βέβαια που μόνο όσοι γνώρισαν από κοντά τον Κοντράσιν, θα μπορούσαν να το κάνουν.

Υπέγραψα ένα έγγραφο, δηλώνοντας ότι δεν ήθελα να μπει το επίθετό μας στην ταινία. Πιστεύω ότι ο αείμνηστος σύζυγός μου θα έκανε το ίδιο. Πριν πεθάνει μου είπε: «Μην τους αφήσεις να γράψουν βιβλία για μένα. Ούτε ταινίες να κάνουν». Είχε, ενδεχομένως, το προαίσθημα ότι θα γραφόταν κάτι … άσχετο, ενώ αν απλά έλεγαν την αλήθεια το βιβλίο ή η ταινία δεν θα είχε τόσο ενδιαφέρον. Ο Κοντράσιν ήταν πολύ σεμνός. Δεν ήθελε καν να μιλάει για το 1972. Θα έλεγε πάντως ότι η ομάδα νικούσε σε ολόκληρο το παιχνίδι, αλλά όλοι θυμούνται αυτά τα τελευταία τρία δευτερόλεπτα. Προτιμούσε να είχε νικήσει χωρίς να γίνουν όλα αυτά, από την άλλη όμως δεν θα είχε τόσο ενδιαφέρον. Ξέρω ότι στον κόσμο αρέσει η ταινία. Είμαι χαρούμενη. Να τη δουν κι άλλοι. Απλά δεν θέλω οι δημιουργοί να διαστρεβλώνουν ιστορικά γεγονότα. Γράψτε ένα σενάριο, όχι ένα μάτσο ανοησίες».

Αλτζάν Ζαρμουχαμέντοφ «Ο ενθουσιασμός για την ταινία είναι απίστευτος. Ούτε πριν από 45 χρόνια, όταν κάναμε αυτή τη νίκη δεν ήταν τόσο μεγάλος. Είναι ένα επιτυχημένο φιλμ, παρά τις όποιες αναλήθειες. Μη ξεχνάμε όμως ότι μιλάμε για κινηματογράφο, για τέχνη δηλαδή, όπου ο σκηνοθέτης έχει το δικαίωμα ακόμη και να εφεύρει ιστορίες και πράγματα, για να πετύχει τον στόχο του.

Λόγου χάρη η ταινία δείχνει να παίζω με γυαλιά, αλλά αυτό συνέβη μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτό που κυρίως πέτυχαν ήταν να αποτυπώσουν άριστα το δράμα των τελευταίων τριών δευτερολέπτων.

Η γυναίκα μου κι εγώ, παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα. Κάποια στιγμή στη διάρκεια της προβολής, γύρισα προς το μέρος της και είδα δάκρυα στο πρόσωπό της. Τη ρώτησα «γιατί» και μου απάντησε ότι ήταν σα να είχε μεταφερθεί 45 χρόνια πίσω, σε εκείνη τη νύχτα, όπου η ίδια και η οι άλλες γυναίκες-κοπέλες των παικτών, έπαιρναν η μία την άλλη, καλούσαν σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς μέχρι να μάθουν τι συνέβη στο τέλος του αγώνα. Έμοιαζε να ξαναζεί αυτή την εμπειρία ξανά. Όταν τελείωσε η ταινία είδα πολύ κόσμο να αποχωρεί με ενθουσιασμό και με μεγάλη ικανοποίηση. Η ταινία είχε αγγίξει τις καρδιές τους και δεν ήταν μόνο η γυναίκα μου δακρυσμένη.

Ναι, δεν παίξαμε ποτέ μπάσκετ με … τρεις μαύρους Αμερικανούς χάνοντας στο στοίχημα μερικές κονσέρβες από χαβιάρι! Είναι, όμως, ακριβές ότι παίρναμε μαζί μας χαβιάρι, για να βγάλουμε λίγα χρήματα. Παίρναμε μόλις … 2.5 δολάρια την ημέρα και ήθελα να αγοράζω κάτι για την οικογένεια.

Στο έργο ο Κοντράσιν απεικονίζεται σαν ένας σκληρός, ασυμβίβαστος κόουτς. Η αλήθεια είναι ότι επρόκειτο για ένα τζέντλεμαν, αλλά μέσα στο γήπεδο ήταν …όπως τον υποδύεται ο Μασκόφ. Αυτό που δεν μου άρεσε ήταν ότι ενώ όλοι είχαμε τα ίδια ονόματα, αυτό του Κοντράσιν ήταν διαφορετικό. Ο κόσμος πρέπει να ξέρει για τον Βλάντιμρ Κοντράσιν…»

Μοντέστας Παλουάουσκας: «Ειλικρινά ενθουσιάστηκα με την ταινία. Είναι ένα υπέροχο φιλμ. Το είδα σε μια κατάμεστη αίθουσα στο Βίλνιους, με τους περισσότερους θεατές δακρυσμένους. Αν οι δημιουργοί έπρεπε να απεικονίσουν πλήρως την πραγματικότητα, θα είχαμε απλά ένα ξερό ντοκιμαντέρ.

Ο σκηνοθέτης και οι παραγωγοί προτίμησαν να φτιάξουν μια μεγάλη ταινία. Πρόσθεσαν την ιστορία αγάπης του Σάσα Μπέλοφ με την Οβτσινίκοβα, την οικογένεια Κοντράσιν. Μου άρεσε πολύ το κομμάτι που γυρίστηκε στην Γεωργία για τον συμπαίκτη μας Μικχαήλ Κορκία.

Ο δικός μου χαρακτήρας είναι κάπως παραποιημένος, αλλά αυτό οφείλεται στο ενδιαφέρον που πρέπει να έχει μια ταινία η οποία διαρκεί δυο ώρες και δεκατρία λεπτά.

Πέρασα μια ολόκληρη μέρα με τον ηθοποιό που με υποδύεται. Ήθελα να καταλάβει τον χαρακτήρα μου, το γενικό πνεύμα της ομάδας και την φιλία μου με τον Σεργκέι Μπέλοφ. Έκανε πολύ καλή δουλειά. Διαστρέβλωσαν την ιστορία του Σάσα Μπέλοφ, αλλά δεν άλλαξαν κάτι άλλο. Στην εποχή της Σ.Ένωσης, πολλοί μετανάστες από τις βαλτικές χώρες ζούσαν στην Αμερική. Όταν πήγαινα εκεί, πολλοί έρχονταν και μου μιλούσαν για τη Λιθουανία και τους κοινούς φίλους. Η σκηνή όπου υποτίθεται … θέλω να μείνω στη Δύση είναι εφεύρεση, αλλά και πάλι δεν έχω πρόβλημα. Ήταν για το καλό της ταινίας»

  • Πέρσι τον Γενάρη, ο Άντον Μεγκερντίτσεφ, σκηνοθέτης της ταινίας δήλωσε ότι δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν. Υποστήριξε μάλιστα ότι μίλησε με τις χήρες των αθλητών πολλές φορές και είχε ένα είδος συμφωνίας

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΙΝΑ ΕΡΕΜΙΝΑ

Στην ταινία υπάρχει και η φιγούρα της Σοβιετικής σπίκερ, που μεταδίδει τον αγώνα για την τηλεόραση. Φαντασία; Όχι. Πράγματι τους αγώνες μπάσκετ στην τότε ΕΣΣΔ μετέδιδε η Νίνα Ερέμινα, πρωταθλήτρια Ευρώπης το 1960.

Τα 3’’ σημάδεψαν τη ζωή της, καθώς με δικό της καλάθι η Σ.Ένωση είχε νικήσει την Βουλγαρία 52-50, τρία δευτερόλεπτα πριν ολοκληρωθεί ο τελικός του Ευρωμπάσκετ! Δώδεκα χρόνια αργότερα, μετρούσε και ξαναμετρούσε τα τρία δευτερόλεπτα των Σοβιετικών για να αναδειχθούν χρυσοί Ολυμπιονίκες.

ΕΠΕΣΕ ΘΑΝΑΤΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΝΙΚΗΤΕΣ

Από την ομάδα της Σ.Ένωσης που κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο το 1972, στη ζωή βρίσκονται μόλις τέσσερις παίκτες. Ο Ουκρανός Ανατόλι Πολιβόντα (71 ετών), ο Λιθουανός Μοντέστας Παουλάουσκας (73), ο Ουζμπέκος Αλτζάν Ζαμουρχαμέντοφ (74) και ο Λευκορώσος Ιβάν Εντέσκο (74). Οι υπόλοιποι έχουν φύγει από κοντά μας, οι περισσότεροι σχετικά νέοι. Ο Τζουράπ Σακαντελίτσε (Γεωργία) ήταν 59 ετών όταν πέθανε, ο Αλεξάντερ Μπολόσεφ (Ρωσία) 63, ο Σεργκέι Μπέλοφ (Ρωσία) 69, ο Μιχαήλ Κορκία (Γεωργία) 57, ο Ιβαν Ντβόρνι (Ρωσία) 63, ο Γκενάντι Βολνόφ (Ρωσία) 69, ο Αλεξάντερ Μπέλοφ (Ρωσία) 37 και ο Σεργκέι Κοβαλένκο (Ουκρανία) 57.

Έχει αποβιώσει και ο κόουτς Κοντράσιν το 1999 σε ηλικία 70 ετών. Μέχρι τα 65 του ήταν ενεργός κόουτς. Κατάφερε να κερδίσει και το πρωτάθλημα της Κοινοπολιτείας. Κάποτε τον ρώτησαν γιατί το ρωσικό μπάσκετ σταμάτησε να φέρνει διακρίσεις. Η απάντησή του ήταν εξόχως ρεαλιστική: «Στερέψαμε από παίκτες».

Σε αντίθεση οι Αμερικανοί είναι όλοι εν ζωή. Οι περισσότεροι έκαναν καριέρα στο ΝΒΑ και το 1972 ήταν όλοι 21-22 ετών. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Κένι Ντέιβις (γεννημένος το 1948) ο μόνος που δεν έπαιξε επαγγελματικό μπάσκετ και προτίμησε να ασχοληθεί με τις πωλήσεις αθλητικών παπουτσιών.Έχει αποβιώσει ο Ντούαιτ Τζόουνς (αποβλήθηκε στον τελικό, με τους Αμερικανούς να υποστηρίζουν ότι τον εξώθησαν οι αντίπαλοι, αλλά μάλλον υπερβάλλουν). Στην Ευρώπη ήρθαν ο Μάικ Μπαντομ, αλλά και ο Τζιμ Μπριούερ ο οποίος το 1983 κέρδισε το Κύπελλο Πρωταθλητριών με την ιταλική Καντού. Ένας από τους 12, ο Τομ Μακμίλεν έγινε ο ψηλότερος γερουσιαστής των ΗΠΑ (2.12).

Ο Χένρι Άιμπα, που δέχθηκε να παίξει η ομάδα του και … τρίτη επαναφορά («δεν ήθελα να χάσω ένα ματς στα χαρτιά, το ίδιο βράδυ» δικαιολογήθηκε αργότερα) πέθανε πλήρης ημερών (89 ετών) το 1993…

Από: sport24.gr

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: