Το διακύβευμα

Το διακύβευμα είναι αν θα υποκύψουμε ή όχι στην ανάγκη της αστικής τάξης της χώρας μας να εμπλακεί όσο γίνεται πιο ενεργά στην ιμπεριαλιστική σκακιέρα της περιοχής, με την υιοθέτηση μιας κάποιας νέας Μεγάλης Ιδέας, μιας νέας Ισχυρής Ελλάδας ή ό,τι άλλο βρουν.

Το νέο προσφυγικό κύμα έχει κουνήσει για τα καλά τη βάρκα της κανονικότητας. Όχι ότι έστεκε στα καλά της και χωρίς αυτό το χτύπημα, καθώς το νούμερο ένα πρόβλημα της χώρας, η ανεργία, δεν έχει αντιμετωπιστεί σε κάποιο βαθμό που να την κάνει διαχειρίσιμη από την αστική τάξη και τους υπαλλήλους της. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού που δημοσιεύτηκαν στις 5 Μαρτίου το ποσοστό ανεργίας παραμένει υψηλό, στο 16,3%. Πέρα όμως από το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας (στο 16,7% το μη προσαρμοσμένο), υπάρχουν μερικά ακόμα στοιχεία μεγάλης σημασίας γι’ αυτό το θέμα: το απόλυτο μέγεθός της (774.800 άτομα), τα συστατικά της μέρη και κυρίως το μέρος εκείνο που σχετίζεται με την μακροπρόθεσμη ανεργία (70%), η έκταση της ημι-απασχόλησης και άλλων μορφών μισο-ανεργίας, η ανεργία των νέων (35% στην ηλικιακή ομάδα 15-24 και 22% στην ηλικιακή ομάδα 25-34) και φυσικά ο αριθμός των απασχολούμενων και των οικονομικά μη ενεργών. Αν συνδυαστούν αυτοί οι δείκτες, η κατάσταση της ανεργίας είναι πολύ κακή, απέχει παρασάγγας από τα προ κρίσης επίπεδα και προσιδιάζει με την κατάσταση στην φάση της απογείωσης της κρίσης, στις αρχές του 2011.

Το προσφυγικό κύμα συνδέεται φυσικά άμεσα με το ζήτημα της ανεργίας. Εξάλλου, φανταστείτε μια χώρα με πολύ μεγάλη καπιταλιστική ανάπτυξη (συσσώρευση κεφαλαίου), τόση που να αντιμετωπίζει έλλειψη εργατικών χεριών συνολικά. Σημειώνεται ότι σε ορισμένες κατηγορίες, ειδικά ειδικευμένης εργασίας, έλλειψη ή ενδεχόμενη έλλειψη υπάρχει και σήμερα, λόγω κυρίως της μετανάστευσης Ελλήνων στο εξωτερικό. Όμως εδώ αναφερόμαστε σε συνολική έλλειψη. Σε μια τέτοια κατάσταση, η οποία έχει συμβεί επανειλημμένα στην ιστορία του καπιταλισμού, οι προσφυγικές ροές είναι πολύ χρήσιμες. Ακόμα και οι νεότεροι ίσως θυμούνται ότι τους «κωλοαλβανούς» δεν τους έδιωξε κανείς τη δεκαετία του 1990, αντιθέτως άνοιξαν τα σύνορα διάπλατα για να στελεχωθούν όλοι οι τομείς με φθηνά εργατικά χέρια. Το μπινελίκι-μπινελίκι, και το κέρδος-κέρδος.

Δεν ήταν όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά. Το ίδιο συνέβη με τα πρώτα κύματα ροών προσφύγων, κυρίως ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, τα οποία έγιναν δεκτά από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες της ΕΕ, ενίοτε και με ενθουσιασμό. Η Γερμανία μόνο δέχθηκε περισσότερους από 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες μετά το 2015. Ο Στέφανος Γεωργακόπουλος γράφει στην Rheinische Post, στις 31 Μαΐου 2018 ότι:

Σύμφωνα με έκθεση του γερμανικού Ινστιτούτου για την Εργασία και το Επάγγελμα (IAB), την οποία επικαλείται σε άρθρο της η εφημερίδα Rheinische Post, ένας στους τέσσερις πρόσφυγες (25%) έχει βρει ήδη θέση απασχόλησης και ένας στους πέντε (20%) εργασία με κοινωνική ασφάλιση.

«Αν συνεχιστεί η τάση αυτή τότε μέσα στην επόμενη πενταετία το 50% των προσφύγων και μεταναστών θα έχει βρει δουλειά», δηλώνει ο επικεφαλής του Ινστιτούτου για την Εργασία και το Επάγγελμα Χέρμπερτ Μπρίκερ και εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους 8.500 μέχρι 10.000 πρόσφυγες και μετανάστες θα έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας.

Σε καθαρά οικονομικό επίπεδο λοιπόν, οι πρόσφυγες δεν είναι αναγκαίοι, επιθυμητοί ή έστω ανεκτοί σήμερα, επειδή έχει στομώσει η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση. Αν οι Μανωλάδες είχαν ανάγκη από χέρια, θα είχε στηθεί ένα ανοιχτότατο στρατόπεδο εργασίας δίπλα τους και θα τροφοδοτούνταν με εργατικά χέρια μέχρι να καλυφθεί αυτή η ανάγκη, ενώ οι φασιστομπράβοι, οι ναζίδες και εν γένει τα κατακάθια της κοινωνίας μας, δεν θα έκαναν περιπολία στα σύνορα αλλά θα έπαιζαν τους επιστάτες στις Μανωλάδες, μην τυχόν και σηκώσει κανένας ιθαγενής κεφάλι και ζητήσει να δοκιμάσει καμιά από τις σάπιες φράουλες που πετάει, σαν επιδόρπιο για το παξιμάδι που τον ταΐζουν. Αν τα φουγάρα έπαιρναν φωτιά αντί να χάσκουν παγωμένα, θα στήνονταν τσαντίρια στο Θριάσιο, ενώ οι εκπαιδευμένοι αρχιμηχανικοί κάθε χρώματος, φυλής και θρησκείας θα είχαν την πολυτέλεια διαμονής σε γκαρσονιέρα, μέχρι και ασφάλιση, βίζα παραμονής και δεν συμμαζεύεται.

Αυτή η οικονομική παγωμάρα στέκεται πάνω στην (ή πίσω από την) κυνικότητα του καπιταλισμού που θέλει τον πόλεμο σαν δεδομένο. Το ντόπιο κεφάλαιο δεν χρειάζεται έξτρα χέρια, γι’ αυτό στέλνει τους Λαγούς του να τα πετσοκόψουν. Αλλά για τον ίδιο λόγο και οι πρόσφυγες δεν θέλουν να μείνουν. Η Τουρκία έχει όσα χέρια θέλει, και όσο φθηνά θέλει, και ειδικά τελευταία μετά την πτώση του πραγματικού μισθού, έχουν φθηνύνει πολύ και τα ήδη φθηνά τούρκικα χέρια. Η Ιταλία και η Ισπανία έχουν δικές τους κάνουλες, αν χρειαστούν, ενώ η Γερμανία και η Γαλλία είναι χορτάτες προς το παρόν. Από μια άλλη σκοπιά, η οικονομική παγωμάρα κάνει ακόμα πιο σημαντικές τις συμφωνίες για το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς, και άρα τα εδάφη που σχετίζονται με αυτά, και άρα τον πόλεμο. Ο ανταγωνισμός κεφαλαίων για τα μερίδια αγοράς εντείνεται επειδή η συσσώρευση είναι πιο δύσκολη και λιγότερο κερδοφόρα, κι άρα και σε μικρότερη ανάγκη για εργατικά χέρια.

Ποιο είναι λοιπόν το απαράδεκτο και γελοίο της πρότασης του ΜΕΡΑ25 για το μεταναστευτικό; Ότι το κόψιμο ξύλων δεν είναι επικερδές, ότι τα χωριά ερήμωσαν λόγω της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα κι όχι λόγω έλλειψης χεριών να τα συντηρήσουν κι ότι τελικά, η καλύτερη πρόταση για την οικονομική αξιοποίηση των μεταναστών που μπορεί να σκεφτεί ένα αστικό κόμμα με επικεφαλής επιφανή οικονομολόγο και πρώην υπουργό οικονομικών είναι το …κόψιμο ξύλων για ηλικιωμένους σε έρημα χωριά!

Οι μέρες είναι δύσκολες και η μεγάλη πλειοψηφία του λαού παρακολουθεί τις εξελίξεις από μια απόσταση σχετικής ασφαλείας. Η ελληνική κοινωνία διχάζεται, δικαίως, απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Γιατί το διακύβευμα δεν είναι τελικά οι πρόσφυγες, αλλά η οικονομική παγωμάρα και η ανεργία, ο ανταγωνισμός του κεφαλαίου και ο πόλεμος. Το διακύβευμα είναι αν θα υποκύψουμε ή όχι στην ανάγκη της αστικής τάξης της χώρας μας να εμπλακεί όσο γίνεται πιο ενεργά στην ιμπεριαλιστική σκακιέρα της περιοχής, με την υιοθέτηση μιας κάποιας νέας Μεγάλης Ιδέας, μιας νέας Ισχυρής Ελλάδας ή ό,τι άλλο βρουν. Το διακύβευμα είναι αν τελικά θα προσθέσουμε στις 500 χιλιάδες Ελλήνων μεταναστών που εγκατέλειψαν την χώρα τα τελευταία χρόνια της κρίσης, και στα 10 εκατομμύρια που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα σε διάφορες φάσεις της ιστορίας της, αρκετές ακόμα χιλιάδες Ελλήνων προσφύγων. Το διακύβευμα είναι αν θα βαφτούμε με τα χρώματα του πολέμου για τα συμφέροντα της αστικής τάξης και θα πολεμήσουμε όποιον αυτή μας διατάξει, σήμερα άοπλες μάνες με παιδιά, αύριο τους εργάτες που θα έχει οπλίσει η αστική τάξη της Τουρκίας, της Ρωσίας ή όποιας άλλης χώρας.

Τελικά, το διακύβευμα είναι το εξής: αφού βαφόμαστε που βαφόμαστε με τα χρώματα του πολέμου, γιατί δεν αλλάζουμε τους κανόνες, γιατί δεν κάνουμε τον πόλεμο για πάρτη μας, για τα δικά μας συμφέροντα, για τα πραγματικά εθνικά συμφέροντα των εργαζομένων, δηλαδή για τα συμφέροντα του έθνους των εργαζομένων;

Θα δείξουμε εθνική ομοψυχία με τους φτωχοδιάβολους όλου του κόσμου, αφού φτωχοδιάβολοι είμαστε κι εμείς, όπως έχουμε κάνει πάντα την κρίσιμη στιγμή; Θα πετάξουμε στη θάλασσα τους αλλόθρησκους αστούς, ντόπιους και ξένους, αφού θρησκεία τους έχουν το κέρδος, ενώ εμείς την ανθρώπινη ζωή; Θα παλέψουμε για την πατρίδα της ειρήνης, της ανθρωπιάς και της λαϊκής ευημερίας;

*Ρουά ματ (ε7) – Υπεραστικοί

Απ’ το τζάκι του μπροστά ο αφέντης, χρόνια,

χορτασμένος μ’ ακουμπά, δίπλα στ’ άλλα πιόνια.

Μες στη μαύρη μου στολή, χιλιοφορεμένη,

μια “βεγγαλική” ζωή τρέμει κι υπομένει

Πίσω μου ο βασιλιάς τρίβει την κοιλιά του.

Κρέμεται ο μπουνταλάς στη βασίλισσά του.

Δύο αξιωματικοί δίπλα στ’ άλογά τους,

σε δυο πύργους κρύβουνε τη λιγοψυχιά τους.

Μπρος μου έχω το θάνατο, τον αφέντη πίσω,

τον λευκό μου αδερφό πρέπει να νικήσω.

Μες στην άσπρη του στολή, χιλιοφορεμένη,

πιόνι στην παρτίδα αυτή, τρέμει κι υπομένει.

Πίσω του άλλος βασιλιάς τρίβει την κοιλιά του.

Κρέμεται ο μπουνταλάς στη βασίλισσά του.

Δυο λευκοί αξιωματικοί στ’ άσπρα τ’ άλογά τους,

σε δυο πύργους κρύβουνε τη λιγοψυχιά τους.

Βήμα βήμα αντικριστά, πιόνια γεννημένοι,

για ένα μάτσο μπάσταρδους πάμε για χαμένοι.

Ξένα τα τετράγωνα, μαύρα κι άσπρα ξένα,

για το βιος του βασιλιά πέφτουμε ένα ένα.

Σκέψου να αλλάζαμε τούτους τους κανόνες.

Το χορτάτο βασιλιά βάλτε στους στρατώνες.

Πύργοι κι αξιωματικοί κι η βασίλισσά μας

να ‘ναι πρώτοι στη γραμμή για την αφεντιά μας.

Κι όταν οι αφέντες μας πρώτοι φαγωθούνε,

τη στολή θα βγάλουμε και θα ενωθούμε.

Τα μεγάλα τζάκια τους σβήνουν στην ορμή μας,

οι καρποί του μόχθου μας να ‘ναι όλοι δικοί μας.

Σ’ όλα τα τετράγωνα, σ’ όλα, μαύρα κι άσπρα,

των τυράννων θρύψαλα κάνουμε τα κάστρα.

Των αστών θα κάνουμε θρύψαλα τα κάστρα

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: