Μερικές πρόχειρες σκέψεις για το δίλημμα περί μετανάστευσης

Οι αριθμοί δείχνουν ότι η κρίση και η ανέχεια έφερε ραγδαία αύξηση της μετανάστευσης. Πράγμα που σημαίνει ότι σε καλύτερες εποχές δεν θα υπήρχε τόσο μεγάλη διάθεση να εγκαταλειφθεί η «μαμά πατρίδα» και ότι όσοι φεύγουν, το κάνουν πρωτίστως από ανάγκη και δευτερευόντως από επιλογή.

Ας πούμε ότι εμφανιζόταν μπροστά σας ένα τζίνι και σας έλεγε. «Σου δίνω την ευκαιρία να μεταφερθείς σε ένα σοσιαλιστικό παράδεισο με ώριμο κομμουνισμό, τι λες, θα τα παρατήσεις όλα να πας εκεί;». Αλήθεια, ποια θα ήταν η δική σας απάντηση σε αυτό το δίλημμα; Η απάντηση βέβαια σε κάτι τέτοιο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την ιδιοσυγκρασία του καθενός, το τι αφήνει πίσω, την οικονομική του κατάσταση και άλλα. Πέρα όμως από όλα αυτά, υπάρχει και το ζήτημα του τι σοσιαλισμός θα ήταν αυτός για τον οποίο δεν έχεις παλέψει για τη δημιουργία του. Και εδώ έρχεται το ενοχικό, ότι τάχα, τα αφήνεις όλα πίσω και ρίχνεις μαύρη πέτρα για να βγάλεις την ουρά σου απέξω και να γλιτώσεις; Αν, πχ, το έκανε κάποιος στρατιώτης του ΔΣΕ αυτό στον εμφύλιο, δεν θα αποτελούσε προδοσία για τους συντρόφους του;

Μερικές πρώτες σκέψεις για το δίλημμα περί μετανάστευσης

Μεγάλο δρόμο θα διαβείς

Φυσικά αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, ούτε εμφύλιο έχουμε ούτε όξυνση της ταξικής πάλης, ούτε και υπάρχει κανένας ακμάζων σοσιαλιστικός παράδεισος για διαφυγή. Αντίθετα, βρισκόμαστε σε μια λούμπα, που ο κάθε νέος και η κάθε νέα δεν το βρίσκουν εύκολο να περιμένουν τα πράγματα να στρώσουν, ούτε και συνηθίζουν να συμμετέχουν σε συλλογικούς αγώνες για την ανατροπή αυτής της κατάστασης. Ο δρόμος της ξενιτιάς, όντας ατομική επιλογή, μοιάζει να αποδίδει πιο εύκολα καρπούς, από ό,τι η συστράτευση σε κοινωνικούς αγώνες που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλουν και αν θα σε βγάλουν, και ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η φυγή στο εξωτερικό για εργασία, φαντάζει σαν ο πιο εύκολος δύσκολος δρόμος (σε σχέση με το δρόμο των κοινωνικών αγώνων). Είναι άλλωστε η πεπατημένη, αφού έχει ακολουθηθεί στο παρελθόν από γενιές και γενιές Ελλήνων που διασκορπίστηκαν στα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

Από την άλλη, διδασκόμενοι από την ιστορική εμπειρία, βλέπουμε ότι αυτή η όξυνση του φαινομένου της μετανάστευσης, που επαναλαμβάνεται κάθε κάποιες δεκαετίες –με διακριτά χαρακτηριστικά κάθε μια από τις φορές- μπορεί να παραλληλιστεί με το μαρτύριο του Σίσυφου που έσπρωχνε την πέτρα στην κορυφή του βουνού, μόνο και μόνο για να ξανακατρακυλήσει αυτή κάθε φορά στους πρόποδες. Δεν ξέρω καλά τη μυθολογία και δεν γνωρίζω αν βρήκε ο Σίσυφος κάποια λύση για να σπάσει την κατάρα των θεών, αλλά στον πραγματικό κόσμο ίσως και να υπάρχει διέξοδος από το σισύφειο μαρτύριο της μετανάστευσης. Το θέμα είναι ότι για να φτάσουμε μέχρι εκεί απαιτείται ίσως από εμάς να διαλέξουμε τον πιο δύσκολο – δύσκολο δρόμο. Και, για να θυμηθούμε και το μύθο του Ηρακλή να κάνουμε ό,τι έκανε αυτός όταν βρέθηκε μπροστά στο μυθολογικό δίχαλο της «Αρετής» και της «Κακίας», να διαλέξουμε την κακοτράχαλη οδό, αυτή δηλαδή της αρετής. Να παλέψουμε για μια πιο μόνιμη λύση, έτσι ώστε να μην επιστρέφουμε κάθε τόσο στο σημείο το οποίο ξεκινήσαμε. Διότι ο δρόμος της μετανάστευσης συμβάλλει στη διαιώνιση του προβλήματος και στην αναπαραγωγή των αέναων κύκλων. Αντίθετα, η επιλογή του άλλου δρόμου, αυτού της συλλογικής ταξικής πάλης, μπορεί στις μέρες μας να μοιάζει με μισοχορταριασμένο ανηφορικό μονοπάτι, αλλά αποτελεί πραγματική διέξοδο και πέφτει στις πλάτες μας η ευθύνη να το μετατρέψουμε σε λεωφόρο, γιατί αν όχι εμείς τότε ποιοι;

Στο σημείο αυτό να εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ: Προσωπικά δεν θα κατηγορήσω κανέναν που διαλέγει το δρόμο της ξενιτιάς στις δύσκολες τούτες εποχές –έχω άλλωστε και πολλούς γνωστούς που έφυγαν για εκεί και για παρέκει- αλλά, δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ως πιο σωστή επιλογή αυτή της συλλογικής πάλης σε ταξική βάση. Επίσης, δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι ως φαινόμενο, αυτό της μαζικής μετανάστευσης έχει αρνητικές συνέπειες για τον τόπο και τους ανθρώπους αφού η οποιαδήποτε κοινωνία «αδυνατίζει» όταν χάνει το πιο ικανό της κομμάτι, τους νέους, και μάλιστα εκείνους με υψηλή μόρφωση και εξειδίκευση. Βέβαια, άμα ο άλλος ζει στην ακραία ανέχεια δεν έχει ούτε την πολυτέλεια του χρόνου ούτε και τη δύναμη να αγωνιστεί. Σάμπως και όλοι όσοι είμαστε ακόμη εν Ελλάδι έχουμε αναλάβει τις ανάλογες αγωνιστικές ευθύνες απέναντι στην τάξη μας για να ζητάμε από τους άλλους να μείνουν; Όμως και η ζωή στο εξωτερικό δεν είναι πανάκεια, αφού καπιταλιστικοί παράδεισοι για τους εργαζόμενους υπάρχουν μόνο στα παραμύθια.

Ο μόνος που ωφελείται από αυτήν την κατάσταση είναι το διεθνές κεφάλαιο, το οποίο έχει στη διάθεση του μια παγκόσμια αγορά εργασίας, με φτηνούς εργαζόμενους, διατεθειμένους να μεταφερθούν και να εργαστούν οπουδήποτε στον κόσμο, με δικά τους έξοδα και με ατομικό τους ρίσκο. Εργαζόμενους, που αν τα πράγματα ήταν καλύτερα στη χώρα τους, στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν θα διάλεγαν το δρόμο της ξενιτιάς. Ο κόσμος του κεφαλαίου πάντως, μέσα από τα κανάλια προπαγάνδας του, παρουσιάζει όλο αυτό το αρνητικό φαινόμενο ως κάτι θετικό, ως ευκαιρία του εργαζόμενου να απευθυνθεί σε μια παγκόσμια αγορά εργασίας, και έτσι να αυξηθούν οι επιλογές του και να αξιοποιηθούν οι ικανότητες του, να διακριθεί, ενώ παράλληλα θα ικανοποιήσει και την επιθυμία του για περιπέτεια. Όλα αυτά θα ήταν καλά, αν επρόκειτο πραγματικά για επιλογή και όχι για εξαναγκασμό. Φυσικά η προπαγάνδα αυτή βρίσκει αποδέκτες, και έτσι οι μετανάστες και οι οικογένειες τους υιοθετούν καμιά φορά αυτήν την οπτική, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ή τα παιδιά τους ως την «ελίτ» που κάνει καριέρα στο εξωτερικό, αντί να μένει με τους «μέτριους» στην «Ψωροκώσταινα».

Πάντως, όπως και αν ντύσει κάποιος ιδεολογικά την αντικειμενική πραγματικότητα, οι αριθμοί δείχνουν ότι η κρίση και η ανέχεια έφερε ραγδαία αύξηση της μετανάστευσης. Πράγμα που σημαίνει ότι σε καλύτερες εποχές δεν θα υπήρχε και τόσο μεγάλη διάθεση να εγκαταλειφθεί η «μαμά πατρίδα», και ότι αυτοί που το κάνουν το κάνουν πρωτίστως από ανάγκη και δευτερευόντως από επιλογή.

Μερικές πρώτες σκέψεις για το δίλημμα περί μετανάστευσης

Ο εργαζόμενος βαλίτσα

Τέλος, θέλω να αναφερθώ μια ολιά και στο «φαινόμενο» των δηλώσεων του Καζάκου, που ξεσήκωσαν μια πρωτοφανή «εκστρατεία» εναντίωσης προς το άτομο του, με προσβολές, ύβρεις και ξεκατίνιασμα στα ΜΚΔ (μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Μια εκστρατεία που όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, πυροδοτήθηκε και συντηρήθηκε από συγκεκριμένους κύκλους, και που με αφορμή τον Καζάκο, σαν ενδιάμεσο της στόχο είχε τον Πελετίδη και σαν τελικό της στόχο το ΚΚΕ. Επίσης, με το να κάνουν την τρίχα παλαμάρι, κατάφεραν για ακόμη μια φορά να αποπροσανατολίσουν και να στρέψουν την προσοχή του κόσμου στο να μελετάει το φύλο των αγγέλων αντί να ασχολείται με την ουσία του ζητήματος και τα όσα παράλληλα τρέχουν.1 Εκτός όμως από τους πολιτικούς και ιδεολογικούς κύκλους που συντήρησαν και έφεραν στην επιφάνεια την επίμαχη αυτή δήλωση, ήταν πολλοί εκείνοι οι απλοί άνθρωποι, που βάζοντας μπροστά την ιδιότητα του γονέα, βγήκαν στα κάγκελα κατά του Καζάκου. Παρατήρησα επίσης, ότι τα άτομα αυτά ήταν στην πλειοψηφία τους πρώην και νυν συριζαίοι. Και ερωτώ: Μήπως θα ήταν καλύτερα κυρίες και κύριοι γονείς, αντί να είστε τόσο εύθικτοι απέναντι στον Καζάκο που χρησιμοποίησε μια ατυχή έκφραση, εξομολογούμενος τη στεναχώρια του για την κατάσταση που καλούνται να αντιμετωπίσουν σήμερα οι νέοι, να μετατρέπατε τη συσσωρευμένη οργή σας σε αγωνιστική δύναμη και να εναντιωνόσασταν σε όλους εκείνους που γίνονται αιτία να στέλνονται τα παιδιά σας στα 5 σημεία του ορίζοντα; Διαφορετικά, με το να αποδέχεστε παθητικά αυτήν την κατάσταση, και με το να έχετε συνδράμει για να εκλεγούν και να ισχυροποιηθούν αυτές οι αντιλαϊκές δυνάμεις, γίνεστε ως ένα βαθμό και εσείς συνυπεύθυνοι. Στρέψτε λοιπόν την οργή σας εκεί που πρέπει και μην πιάνεστε από μια λέξη, για να «την πείτε» στον Καζάκο και κατ’ επέκταση στο ΚΚΕ. Εκτός και αν νομίζετε ότι έτσι κρύβετε τις όποιες δικές σας ευθύνες και δικαιολογείτε –με το να τους βάζετε όλους στο ίδιο τσουβάλι- τις όποιες λανθασμένες σας επιλογές.

Επιφυλάσσομαι στο μέλλον να γράψω ειδικότερο άρθρο για το φαινόμενο της μετανάστευσης, προβάλλοντας και τις απόψεις των κλασικών θεωρητικών του μαρξισμού πάνω στο ζήτημα, στο παρόν άρθρο όμως δεν θα επεκταθώ γιατί δεν έχω εξετάσει ακόμα την απαραίτητη βιβλιογραφία.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος (Poexania)

1 Και εδώ τίθεται το ζήτημα του κατά πόσο είναι ή δεν είναι κατευθυνόμενα τα ΜΚΔ, τα οποία ως εναλλακτικά της τηλεόρασης μέσα, ντύνονται τον μανδύα της αντικειμενικότητας μέσω της πολυφωνίας και του αυθόρμητου.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Σχόλια

Κάντε ένα σχόλιο: