Καλώς γύρισες Διονύση, αλλά…

Αν δεν κάνει την αυτοκριτική του, επειδή αυτός έχει ανάγκη να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα και όχι γιατί του το ζητάνε άλλοι, θα φαίνεται σα να ψάχνει στη μεγάλη αγκαλιά του ΚΚΕ μια κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για να ξεπλύνει τη λεκιασμένη φήμη του. Αλλά τότε, χτυπάει λάθος πόρτα και το γνωρίζει και ο ίδιος.

Το όνομά του έκανε το μεγαλύτερο ντόρο ανάμεσα στις άλλες παρουσίες στο φετινό Φεστιβάλ, με τα ονόματα των καλλιτεχνών που θα πάρουν μέρος.

Η επιστροφή του ασώτου Τσακνή…

Και δεν ήταν λίγοι αυτοί που τους κακοφάνηκε και αναρωτήθηκαν γιατί να σφαχτεί “ο μόσχος ο σιτευτός” για χάρη του.

Εμάς δε μας αφορά το ζήτημα ως άμεσα ενδιαφερόμενους, για να πάρουμε θέση. Το ΚΚΕ λέει πως έχει μια ζεστή, ανοιχτή αγκαλιά για όλους και αυτό ξέρει καλύτερα από τον καθένα ποιος χωράει και ποιος όχι σε αυτήν. Εξάλλου στο Φεστιβάλ, η αγκαλιά γίνεται πάντα λίγο μεγαλύτερη, πιάνοντας πολλούς καλλιτέχνες που ούτε στρατευμένοι είναι, ούτε καν φίλοι του κόμματος.

Αλλά ο Τσακνής δεν είναι αυτή η περίπτωση, κάποιος περαστικός που είδε φως και μπήκε. Δεν ερχόταν ποτέ τυχαία στο Φεστιβάλ, όπως δεν ήταν καθόλου τυχαίο που δεν ερχόταν τα τελευταία χρόνια. Η απόφαση ήταν κάθε φορά πολιτική, και με αυτό το κριτήριο αντιμετωπίζει και ο κόσμος τον Τσακνή. Δεν κάνει τον τιμητή του, βάζει όμως αντικειμενικά κάποια ερωτήματα που χρήζουν απάντησης. Τι έχει αλλάξει άραγε στο ενδιάμεσο;

Τι έχει αλλάξει από τότε που έγραφε -στον Εργατικό Αγώνα μάλιστα- ένα επιθετικό κείμενο με τον ειρωνικό τίτλο “εγώ ο μικροαστός”, όπου έλεγε πως έβρισκε κλειστή την πόρτα του κόμματος, γιατί τον θεωρούσαν εχθρό, πράκτορα και κρυφο-ΣΥΡΙΖΑΙΟ;

Τι έχει αλλάξει από την ανοιχτή επιστολή του στον Τσίπρα, όπου δήλωνε συγκινημένος από το σόου στην Καισαριανή, πρόθυμος να του δώσει κριτική πίστωση χρόνου -και μάλιστα αμέσως μετά την ενδιάμεση συμφωνία του Φλεβάρη, που ήταν από μόνη της μια τετράμηνη, μνημονιακή παράταση; Εννοούμε το ίδιο κείμενο όπου απευθυνόταν στους συντρόφους της κομμουνιστικής Αριστεράς, για να τους πει ότι αυτός σαν κομμουνιστής έψαχνε πάντα τη χαραμάδα για να την κάνει ρήγμα. Και πως ζητούμενο ήταν να αποτρέψουμε τη διαφαινόμενη υποχώρηση και όχι να νιώσουμε δικαιωμένοι για αυτήν.

Και τι έγινε άραγε με τη χαραμάδα που βρήκε στον κρατικό μηχανισμό, για να μπει στη θέση του προέδρου της ΕΡΤ; Πώς αποτιμά ο ίδιος τη θητεία του και τον τρόπο που λειτούργησε η δημόσια τηλεόραση με αυτόν επικεφαλής; Σταμάτησε να προβάλλει προκλητικά ντοκιμαντέρ με αντικομμουνιστικό δηλητήριο; Κόπηκε άραγε μαχαίρι η εμφάνιση της χρυσής αυγής στην ΕΡΤ; Ή μήπως ο πρόεδρός της πήγε με το γράμμα του νόμου, για να μη διακινδυνεύσει πρόστιμα και μηνύσεις (κι αυτά λέγονται σε μια περίοδο, που ο Πελετίδης πχ σερνόταν στα δικαστήρια γιατί δεν είχε δώσει χώρο στους νεοναζί για συγκέντρωση στην Πάτρα);

Αυτό που μας κρίνει πρωτίστως είναι οι δικές μας πράξεις και τα γραπτά μας που μένουν. Ο καθένας φτιάχνει τη δική του διαδρομή. Μπορεί να μετανιώσει στην πορεία, να ακολουθήσει κάποιες αρχές ή να ξεστρατίσει από αυτές, μονοπάτια με αντιφάσεις και πισωγυρίσματα -γιατί στη ζωή σπανίζουν οι ευθείες γραμμές. Αλλά το δρόμο τον χαράζει τελικά μόνος του.

Ο (κάθε) Τσακνής δεν έχει λόγο να απολογηθεί σε εμάς ή κάποιον άλλο προσωπικά, ούτε σε κάποιο λαϊκό δικαστήριο. Οφείλει όμως, κυρίως στον εαυτό του και στο κοινό του, να δώσει εξηγήσεις για όλα αυτά, να πει τι έχει αλλάξει, τι είδε σωστά και τι λάθος. Γιατί έγινε συνένοχος στο φόνο, στο “μέλλον” που φτιάχνουν όπως θέλουνε; Γιατί φοβήθηκε να έχει τις συνέπειες του νόμου, ως πρόεδρος της ΕΡΤ;

Αν δεν κάνει την αυτοκριτική του -επειδή αυτός έχει ανάγκη να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα και όχι γιατί του το ζητάνε άλλοι- θα φαίνεται απλώς πως ψάχνει στη μεγάλη αγκαλιά του ΚΚΕ μια κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για να ξεπλύνει τη λεκιασμένη φήμη του. Αλλά τότε, χτυπάει λάθος πόρτα και οφείλει να το γνωρίζει και ο ίδιος.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

6 Σχόλια

  • Ο/Η Άγης λέει:

    Κατά τη γνώμη μου το κείμενο εκφράζει την επιθυμία του καθενός για “καθαρά πράγματα”, μόνο που σε τέτοιες περιπτώσεις τα πράγματα κατά κανόνα τα ξεδιαλύνει ο χρόνος κι όχι οι “εξηγήσεις” στον καθρέφτη και δημόσια, όπως φαίνεται ότι είναι η απαίτηση του κειμένου.
    Φέρνω στο νου μου τον Θάνο Μικρούτσικο, που στην πολιτική του διαδρομή, έχοντας ήδη καταθέσει ένα έργο βαθιά και έντονα πολιτικό με συγκεκριμένο περιεχόμενο, “πέρασε” κι από Υπουργός Πολιτισμού επί κυβέρνησης Σημίτη, χωρίς κανείς – ανεξάρτητα από την εκάστοτε τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση – ποτέ να του ζητήσει “εξηγήσεις στον εαυτό του και στο κοινό του” για να προσκληθεί για συναυλίες σε κομματικές εκδηλώσεις και χωρίς την ανάγκη μιας τέτοιας απαίτησης προκειμένου κατοπινά η προσωπική πολιτική του διαδρομή να καταγράψει την τροχιά της ως τις μέρες μας όπου τέτοιες εξηγήσεις ωρίμασαν και δόθηκαν δημόσια γύρω από το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής μέσω της συμμετοχής στους θεσμούς της πολιτικής εξουσίας.
    Άραγε η διατύπωση μιας τέτοιας απαίτησης θα διευκόλυνε ή θα λειτουργούσε αντιδραστικά στο ωρίμασμα της πολιτικής διαδρομής του Μικρούτσικου είτε και του οποιουδήποτε, ακόμα και του ψηφοφόρου της διπλανής πόρτας;
    Το ερώτημα αφορά επίσης και την υποκατάσταση της πολιτικής αντιπαράθεσης από μια αντιπαράθεση εκδηλώσεων του θυμικού, είτε πριν γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ είτε κατοπινά, μια που σχετικά με τον Τσακνή αυτού του είδους η υποκατάσταση δεν έπαιξε νομίζω μικρό ρόλο, χάρη και στις πιο αρνητικές πλευρές των ΜΚΔ και της αμεσότητας – διαδραστικότητας του διαδικτύου.

    • Ο/Η Βασίλης Κρίτσας λέει:

      Δεν έζησα ακριβώς ως ενήλικας εκείνη την εποχή για να φτάσω ως το τέλος τον παραλληλισμό, αλλά από όσο ξέρω, ο Μικρούτσικος ήταν υπουργός με κυβέρνηση Παπανδρέου -και όχι Σημίτη. Ασφαλώς και δέχεται ακόμα και σήμερα έντονη κριτική από πολλούς συντρόφους, που δεν έχουν κοντή μνήμη για όσα είχαν γίνει τότε. Αλλά πιστεύω πως δεν είναι ίδια περίπτωση, όχι μόνο λόγω καλλιτεχνικού μεγέθους, αλλά γιατί δεν έγραψε ποτέ τέτοια κείμενα, σαν αυτά στα οποία αναφέρεται πολύ συγκεκριμένα το κείμενο. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, αναφέρει πολύ καθαρά ότι δεν έχει κάποια προσωπική απαίτηση, αλλά θεωρεί πως ο ίδιος ο Τσακνής πρέπει να νιώθει την ανάγκη να διευκρινίσει τη θέση του. Αφενός λοιπόν είναι κάπως στρεβλωτικό να γίνεται λόγος για απαίτηση, αφετέρου ο λόγος που μπαίνει αυτή η ανάγκη είναι στην καταληκτική παράγραφο, και εκεί βρίσκεται η ουσία, με την οποία θα μπορούσε να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει κανείς. Και η ουσία δεν έχει να κάνει ούτε με όρους θυμικού ούτε με επιθυμίες καθαρών πραγμάτων, σε ένα αντιφατικό πεδίο. Αυτά εν ολίγοις, γιατί δεν κρίνω πολύ σοφό να επαναλάβω αυτούσια κομμάτια από το κείμενο, αλλά δεν έχω να προσθέσω και κάτι παραπάνω σε αυτό

      • Ο/Η Άγης λέει:

        Πράγματι με κυβέρνηση Παπανδρέου, μια διόρθωση για την ιστορική ακρίβεια των γραφομένων.
        Κατά τα άλλα η κριτική έχει αξία όταν και όπως την έχει, ακόμα και το δίκιο δεν την δικαιώνει από μόνο του, αυτό νομίζω.

  • Ο/Η vassilis λέει:

    Άγη, ο Βασίλης έχει δίκιο. Ο Μικρούτσικος ποτέ, απ ότι θυμάμαι, δεν στράφηκε ενάντια στο κόμμα.
    Αντίθετα, ο Τσακνής και ο Νταλάρας, στράφηκαν και μάλιστα, άσκημα και άδικα!
    Κι όσο γι αυτό που λέει το κείμενο ότι “Εμάς δε μας αφορά το ζήτημα ως άμεσα ενδιαφερόμενους, για να πάρουμε θέση.”, εγώ, έχω κάθετα αντίθετη άποψη. Φυσικά και μας αφορά, διότι εμάς έβρισαν και οι δυό. Εμάς ο Νταλάρας μας αποκάλεσε “φονιάδες και ληστές” που μας έκλεισε σε “ξεχασμένους τόπους”.
    Και τώρα, αυτοί οι κύριοι, επανακάμπτουν, λες και δεν έγινε τίποτα, χωρίς την παραμικρή αυτοκριτική – όχι αυτοταπείνωση, κανείς δεν ζητάει κάτι τέτοιο.
    Το Κόμμα, δεν είναι πλυντήριο υπολήψεων της κάθε Μαγδαληνής στα στερνά της.

    • Ο/Η Άγης λέει:

      Βασίλη, στο τραγούδι που λες, ο Νταλάρας τραγουδά στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Πρέπει εκτός του Νταλάρα να διαγραφεί γι’ αυτούς τους στίχους και ολόκληρο το έργο του Μάνου Ελευθερίου; Και δεν είναι τραγούδι χθεσινό, είναι τραγούδι που βγήκε σε δίσκο το 1978. Όσο για τους στίχους προφανώς και εξέφραζαν το “αναχωρητισμό” του Μάνου Ελευθερίου εκείνης της εποχής, αναχωρητισμό συνδεμένο από τότε με τη γραμμή “μακριά απ’ τα κόμματα” (γραμμή που στο στόχαστρό της, συνειδητά ή όχι, έχει αποκλειστικά το ΚΚΕ, εννοείται), την οποία γραμμή δεν είναι βέβαια και ο μόνος που την εξέφρασε. Το 1985 είχα κάνει το λάθος να πάω στο ΟΑΚΑ στα μουσικά “γενέθλια” του Σαββόπουλου, για να δω το Χατζιδάκι – που τόσο αντιπαθούσε τη “μαζικότητα” – να εμφανίζεται για τα “χρόνια πολλά” σαν “μεγάλος αδελφός” στη γιγαντοοθόνη του σταδίου και να κουνά το δάχτυλο σε μια μάζα δεκάδων χιλιάδων θεατών με τη συμβουλή “να μείνουν οι νέοι μακριά από τα κόμματα”. Από τέτοια υπάρχουν αναρίθμητα, αλλά πόσο αξίζει να σταθεί κανείς σ’ αυτά εκτιμώντας την καλλιτεχνική αξία των δημιουργών; Το ΚΚΕ τίμησε το Χατζηδάκι μετά θάνατο με τη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά και δεν έβαλε στο υποδεκάμετρο την χ και την ψ πλευρά της πολιτικής του στάσης προκειμένου να οργανώσει αυτή την εκδήλωση.

      Το θέμα με το Νταλάρα – αν εμμείνει κανείς στην πολιτική του τοποθέτηση – δεν είναι ότι το 1978 έβαλε στο ρεπερτόριό του το τραγούδι του Μ. Ελευθερίου, είναι ότι στα χρόνια της κρίσης ταυτίστηκε με την κυβερνητική πολιτική και τα ιδεολογήματα που τη στήριξαν (η “αναγκαιότητά” της, “όλοι μαζί θα κάνουμε θυσίες” κλπ), και το ερώτημα πού μπαίνει είναι αν αυτή του η τοποθέτηση αποτελεί κριτήριο για την καλλιτεχνική πρόσκλησή του ή όχι στο φεστιβάλ. Γιατί ως γνωστό οι καλλιτέχνες προσκαλούνται, δεν πανε από μόνοι τους και, αφού προσκαλούνται δεν χωρά απέναντί τους “απαίτηση” αυτοκριτικής συνδεμένη με την πρόσκληση που τους έγινε.

      Και ενώ ο μεν Νταλάρας ναι μεν δεν καταφέρθηκε κατά του ΚΚΕ (βλ. τις παραπάνω εξηγήσεις για το τραγούδι) αλλά στήριξε τα μνημόνια, ο δε Τσακνής καταφέρθηκε κατά του ΚΚΕ από την άστοχη αφετηρία και τη συνακόλουθη λάθος στόχευση ότι σε γενικές γραμμές η πολιτική του δεν ήταν η κατάλληλη για την ανατροπή τους, ακόμη κι ότι την εμποδίζει.
      Άραγε, επομένως, το πολιτικό θέμα είναι ποιος καταφέρθηκε ή ποιος δεν καταφέρθηκε κατά του ΚΚΕ ή το συνολικό μήνυμα της τοποθέτησης του καθενός; Και παραπέρα, είναι αυτό το πολιτικό θέμα το κριτήριο της πρόσκλησης των καλλιτεχνών στις εκδηλώσεις του φεστιβάλ;
      Όποια κι αν είναι η απαντηση στο τελευταίο, είτε πρέπει να αποτελεί είτε δεν πρέπει να αποτελεί κριτήριο η πολιτική στάση τους, οι επισημάνσεις για οφειλόμενη αυτοκριτική εκ μέρους τους δεν νομίζω ότι μπορεί να συνδέονται ούτε με τη μη-πρόσκλησή τους ούτε, ακόμη περισσότερο, με την πρόσκλησή τους.
      Θα τις θεωρούσα, αυτές τις επισημάνσεις, κάτι το ξεχωριστό από το ότι κάποιος έρχεται να πει ένα ή πενήντα τραγούδια.

      • Ο/Η Άγης λέει:

        Σχετικά άσχετο, αλλά με την ευκαιρία, θα ήθελα να πω και για το “γυρίζω την πλάτη μου στο μέλλον”.
        Ωραίο τραγούδι, αρέσει στον κόσμο, κι εμένα με συνεπαίρνει, σημάδεψε την εποχή του όταν βγήκε, αλλά μέσα απ’ την ομορφιά του και την κύρια πλευρά του νοήματός του, γεννιέται η ανάγκη εκείνου του τραγουδιού που θα συνεπάρει, με τους στίχους του να στέκονται όχι με την πλάτη αλλά αντιμέτωποι στο μέλλον και να το υποδέχονται όπως του χρειάζεται. Αλλιώς, “μονάχοι στο παρόν μας”, που κάθε μέρα θα’ναι όλο και πιο πολύ αυτό το μέλλον που του γυρίζουμε τραγουδώντας την πλάτη.
        Θα μου πεις, δε γίνονται αυτά με παραγγελία, κι αν θες ένα τέτοιο τραγούδι, γράφτο εσύ, που λέει ο λογος, κι ούτε και χρειάζεται τραγούδι για να σταθείς απέναντι στο μέλλον όπως του αξίζει, σε τελική ανάλυση. Ή μήπως χρειάζεται;

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: