Ερωτήματα για το 1821 – Τι ήταν οι “καρμανιόλοι” και οι “καλικάντζαροι” της Σάμου;

Στη Σάμο, παρά την εγγύτητά της στα μικρασιατικά παραλία, όχι μόνο οι επαναστατικές ζυμώσεις είχαν ξεκινήσει νωρίτερα από οπουδήποτε αλλού στον ελλαδικό χώρο, αλλά και ο ίδιος ο ξεσηκωμός διήρκεσε περισσότερο, από το 1821 ως το 1834, συνοδευόμενος από βαθιές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές στο νησί.

Αν ρωτήσει κανείς ένα τυχαίο δείγμα ανθρώπων για νησιά με πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, πιθανότατα θα λάβει απαντήσεις για τις Σπέτσες, την Ύδρα, τα Ψαρά, ίσως και για τη Χίο, λόγω της μεγάλης σφαγής του 1822. Αντίθετα, η συμβολή της Σάμου στα γεγονότα παραμένει, για τους περισσότερους τουλάχιστον, μια ιστορική terra incognita. Kι όμως στη Σάμο, παρά την εγγύτητά της στα μικρασιατικά παραλία, όχι μόνο οι επαναστατικές ζυμώσεις είχαν ξεκινήσει νωρίτερα από οπουδήποτε αλλού στον ελλαδικό χώρο, αλλά και ο ίδιος ο ξεσηκωμός διήρκεσε περισσότερο, από το 1821 ως το 1834, συνοδευόμενος από βαθιές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές στο νησί.

Ωφελημένη από την αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη του 18ου αιώνα, η Σάμος είδε την ανάπτυξη μιας σημαντικής για τα μεγέθη του νησιού αστικής τάξης, εμπόρων, εμποροπλοιάρχων και καραβοκύρηδων, οι οποίοι αποτέλεσαν, από τις αρχές του 19ου αι., μαζί με άλλα στρώματα που επηρεάζονταν από αυτούς, τη ραχοκοκαλιά των λεγόμενων “καρμανιόλων”. Το όνομά τους φανερώνει την επίδραση που δέχτηκαν από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούσαν αλλεργία στους “καλικάντζαρους”, όπως τους φώναζε ο λαός, δηλαδή τους προεστούς και γενικότερα τους γαιοκτήμονες και τους ακολούθους τους, που ήταν ενταγμένοι στον οθωμανικό μηχανισμό διοίκησης.

Ο ανταγωνισμός για την ηγεσία στις τοπικές κοινότητες του νησιού οξύνθηκε στο διάστημα 1805-1812, όταν οι καρμανιόλοι κατάφεραν πολλές φορές να καταλάβουν την τοπική εξουσία, επιβάλλοντας μια σειρά μεταρρυθμίσεις, όπως τη μη φορολόγηση από τον καπουδάν πασά (ναύαρχο του οθωμανικού στόλου που διοικούσε τα νησιά του Αιγαίου), τη διοίκηση της Σάμου από χριστιανό και τη μη μόνιμη στάθμευση οθωμανικού στρατού στο νησί. Πρωταγωνιστής των εξελίξεων ήταν ο Γιώργος Λογοθέτης από το Καρλόβασι, που είχε επιστρέψει στον τόπο του μετά από μια ευδόκιμη θητεία στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη, στο πλευρό εξεχόντων Φαναριωτών, όπως ο Αλέξανδρος Σούτσος και ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, πατέρας των μετέπειτα ηγετών της Επανάστασης Αλέξανδρου και Δημήτριου. Εντέλει, χάρη και στη σύμπραξη “καλικάντζαρων” και Οθωμανών, οι πρώτοι σταθεροποιήθηκαν στην εξουσία μετά το 1813 και ο Λογοθέτης κατέφυγε στη Σμύρνη, όπου εργάστηκε ως πρακτικός φαρμακοποιός. Εκεί το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παππά, λαμβάνοντας το ψευδώνυμο Λυκούργος, προφανώς εμπνευσμένο από το θρυλικό νομοθέτη της αρχαίας Σπάρτης. Ο Παππάς, μύησε κι άλλους σημαίνοντες Σαμιώτες στη Φιλική Εταιρία, ανάμεσά τους και τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο και τον Γεράσιμο Σβορώνο, υποπρόξενο της Ρωσίας στο νησί. Αυτό σήμαινε πως, όταν ξέσπασε η επανάσταση στην ηπειρωτική Ελλάδα, στη Σάμο υπήρχε ήδη ένας δραστήριος πυρήνας έτοιμος να αναλάβει δράση.

Η στιγμή αυτή ήρθε στα μέσα Απρίλη του 1821, όταν δυο Σπετσιώτικα καράβια έφεραν το μήνυμα του ξεσηκωμού. Στις 18 Απρίλη 1821, ο καπετάν – Κωνσταντής Λαχανάς, σε συνεννόηση με το Σβορώνο, κήρυξε την επανάσταση στο Βαθύ της Σάμου, αντικαθιστώντας το συμβούλιο των δημογερόντων με επαναστατική επιτροπή. Οι αντιδράσεις των καλικάντζαρων, που ζήτησαν τη συνδρομή του οθωμανικού στρατού από τα απέναντι παράλια και δημιούργησαν μισθοφορικό σώμα 100 αντρών για τη φύλαξη του Οθωμανού αρμοστή Αχμέτ Σελαχόρ, έπεσαν στο κενό. Λίγες μέρες μετά, στις 24 Απρίλη, έφτασε στο νησί ο Λογοθέτης, μαζί με το έγγραφο που τον όριζε ως πληρεξούσιο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ηγέτη της Φιλικής Εταιρείας, στο νησί. Ο Λογοθέτης κυριολεκτικά όργωσε το νησί τις επόμενες μέρες, οργανώνοντας τους κατοίκους των χωριών και πείθοντάς τους για την αναγκαιότητα της επανάστασης. Έχοντας εξασφαλίσει το απαραίτητο λαϊκό έρεισμα, ο Λογοθέτης κήρυξε επίσημα την είσοδο του νησιού στην επανάσταση, αρχικά στο Μεσαίο Καρλόβασι στις 8 Μάη και τέσσερις μέρες μετά σε πανηγυρικό κλίμα υπό τις ευλογίες του Κυρίλλου στη Χώρα της Σάμου. Παράλληλα, ο Λογοθέτης ίδρυσε το Στρατιωτικοπολιτικό Διοργανισμό της Σάμου, ένα τοπικό σύστημα διακυβέρνησης, όπου ανέλαβε διοικητής, ξεχωριστό χαρακτηριστικό του οποίου ήταν ο βαθμός που στηριζόταν σε αποφάσεις λαϊκών συνελεύσεων, με μαζική συμμετοχή ακόμα και χιλιάδων ατόμων.

Η αντίδραση της Υψηλής Πύλης στην “ανταρσία” ήταν λυσσώδης, με τον σουλτάνο να αποστέλλει πενήντα πλοία για την συντριβή των επαναστατών. Η απόπειρα πολιορκίας στις αρχές Ιούλη του 1821 έπεσε στο κενό, καθώς οι Σαμιώτες, με ελάχιστα κανόνια και “αυτοσχέδιο” μπαρούτι που έφτιαξε από περιττώματα πουλιών ο Φιλικός δάσκαλος Ιγνάτιος, συνέτριψαν τους Οθωμανούς στο Κάβο Τζώρτζη, που έκτοτε πέρασε στην ιστορία ως “Κάβο Φονιάς”.

Ενθαρρυμένος ο Λογοθέτης και οι συναγωνιστές του από τις απροσδόκητες επιτυχίες, άρχισαν να γίνονται πιο τολμηροί. Το πιο μεγαλεπήβολο σχέδιό τους, ήταν η “εξαγωγή της επανάστασης” στη Χίο, μετά από επαφές του Λογοθέτη με το Χιώτη πρώην λοχαγό του Ναπολέοντα Αντώνη Μπουρνιά. Η Χίος όμως ήταν ένα μέρος παντελώς ακατάλληλο για ξεσηκωμό. Το πολύ πλούσιο – κυρίως χάρη στη μαστίχα – νησί, υπό το ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας της αδελφής του σουλτάνου Εσμέ, έβλεπε με καχυποψία, ή μάλλον εχθρότητα, οποιαδήποτε κίνηση κατά της οθωμανικής εξουσίας. Ο Λογοθέτης, σε αντίθεση με ό,τι είχε κάνει νωρίτερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αγνόησε τη σφυγμομέτρηση των λαϊκών διαθέσεων, αποβιβαζόμενος με ένα σώμα 2500 χιλιάδων Σαμιωτών στη Χίο. Η αντίδραση των Οθωμανών οδήγησε στην πιο μεγάλη ανθρωπιστική τραγωδία της Επανάστασης, με τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό ενός μεγάλου μέρος των κατοίκων και την πλήρη καταστροφή του νησιού. Όπως είναι λογικό, ο Λυκούργος Λογοθέτης βρέθηκε στο στόχαστρο εχθρών και φίλων ως υπεύθυνος της σφαγής. Αναντίρρητα, ο ίδιος διέπραξε το μοιραίο για κάθε επαναστάτη σφάλμα της εκκίνησης μιας επανάστασης ερήμην του λαού, ενώ δε φρόντισε καν να έρθει σε κάποια συνεννόηση με το στόλο των υπόλοιπων επαναστατημένων Ελλήνων για συντονισμό των κινήσεών τους. Από την άλλη, το παράδειγμά του χρησιμοποιείται εκ του πονηρού έκτοτε από όσους γενικά “καταδικάζουν τη βία από όπου κι αν προέρχεται”, υποβαθμίζοντας τόσο την οθωμανική αγριότητα, όσο και το γεγονός πως εντέλει, η παθητικότητα της χιώτικης ελίτ και του πληθυσμού που επηρέαζε, άφησε τους κατοίκους έρμαια της εκδικητικής μανίας των κυριάρχων.

Σε κάθε περίπτωση, ο Λογοθέτης, μετά την απολογία του έναντι της κεντρικής διοίκησης, απαλλάχθηκε των κατηγοριών, αν και έχασε προσωρινά την ηγεσία του νησιού, μετά το διορισμού του Κυριάκου Μόραλη ως επάρχου της Σάμου το Μάη του 1822. Ο Μόραλης συμμάχησε με τους καλικάντζαρους, παραμέλησε την άμυνα του νησιού και άσκησε διώξεις κατά των καρμανιόλων. Λίγους μήνες αργότερα, ο Μόραλης εκδιώχθηκε από τη θέση του και ο Λογοθέτης επανεξελέγη στη θέση του γενικού διοικητή, ανανεώνοντας τακτικά την “εντολή” μέσω άμεσων ψηφοφοριών της Γενικής Συνέλευσης, που έγινε το βασικό όργανο διακυβέρνησης του νησιού τα επόμενα χρόνια, βάζοντας τη Σάμο στην πολιτική πρωτοπορία των επαναστατημένων εδαφών. Οι Σάμιοι δε δέχτηκαν το διορισμό νέου επάρχου από την κεντρική διοίκηση των επαναστατών, προβάλλοντας με ζήλο την ανάγκη διατήρησης του δικού τους δημοκρατικού τρόπου οργάνωσης.

Το σημαντικό αμυντικό έργο που ανέλαβε ο Λογοθέτης μετά την επανεκλογή του, είχε την αντανάκλασή του στην απόκρουση της νέας προσπάθειας του οθωμανικού στόλου να καταλάβει το νησί το καλοκαίρι του 1824, την ίδια περίοδο μάλιστα που ο τελευταίος ισοπέδωσε τα Ψαρά και την Κάσο. Στη ναυμαχία της Σάμου, κεντρικό ρόλο διαδραμάτισε ο Κωνσταντίνος Κανάρης, πυρπολώντας τρία μεγάλα οθωμανικά πλοία και εξαναγκάζοντας τον εχθρικό στόλο σε αποχώρηση. Σε παρόμοια αποτυχία κατέληξε η νέα επιχείρηση των Οθωμανών το 1826, με τον Ανδρέα Μιαούλη αυτή τη φορά να χαλάει τα σχέδια οθωμανικού ναυτικού στο Καρλόβασι.

Εκτός από τα στρατιωτικά επιτεύγματα, αξιόλογες ήταν και οι προσπάθειες της σαμιακής αυτόνομης διοίκησης να αναδιοργανώσει τα οικονομικά του νησιού, αλλά και να δημιουργήσει μια μορφή “δημόσιας και δωρεάν” παιδείας, όπου οι γονείς, εύποροι και μη, παροτρύνονταν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, χωρίς να ανησυχούν για τη διδασκαλική αμοιβή και άλλα έξοδα.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα, η κεντρική διοίκηση βρήκε την ευκαιρία να πετύχει στο μακροχρόνια σχέδιο “τιθάσευσης” του απείθαρχου Λογοθέτη, απομακρύνοντάς τον από τη Σάμο “δια της προαγωγής” σε μέλος του Πανελληνίου (συμβουλευτικού οργάνου που είχε συστήσει ο Καποδίστριας μετά τη διάλυση που επέβαλε στο Βουλευτικό  και το Σύνταγμα της Τροιζήνας), επιφορτίζοντάς τον με τα καθήκοντα επιτρόπου Μεσσηνίας και Λακωνίας, περιοχή όπου υπάγονταν οι έντονα αντικαποδιστριακοί και με φυγόκεντρες τάσεις Μανιάτες. Στο νησί διορίστηκε ως κυβερνήτης ο Ιωάννης Κωλέττης, που επέλεξε ωστόσο την αποφυγή της σύγκρουσης με τους καραμανιόλους, ώστε να μην έχει την ίδια τύχη με το Μόραλη λίγα χρόνια νωρίτερα.

Η μη συμπερίληψη της Σάμου στα ελληνικά εδάφη που αναγνωρίζονταν ως ανεξάρτητα στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, σήμανε την επιστροφή του Λογοθέτη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, με στόχο τη συνέχιση του αγώνα να ενταχθεί το νησί στο νεότευκτο ελληνικό κράτος. Ο Λογοθέτης είχε λάβει άδεια από τον κυβερνήτη για την επάνοδό του στην ηγεσία της Σάμου, ο τελευταίος όμως λίγο ενδιαφέρθηκε για την τύχη του απομακρυσμένου νησιού, δίνοντας προτεραιότητα στη διεύρυνση των συνόρων στα γειτνιάζοντα με το Μοριά ηπειρωτικά εδάφη και φυσικά στη δημιουργία κρατικών θεσμών εκ του μηδενός. Ενδεικτικό είναι ότι η “Ελληνική Πολιτεία της Σάμου”, που από το 1830 ως το 1834 συνέχισε τον επαναστατικό αγώνα, αναβιώνοντας παράλληλα το τοπικό σύστημα διακυβέρνησης με επικεφαλής ένα Διευθυντήριο υπό το Λογοθέτη, δεν αναγνωρίστηκε από το ελληνικό κρατίδιο, όπως φυσικά ούτε από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη. Η μόνη παραχώρηση που ήταν διατεθειμένες να κάνουν οι Μ. Δυνάμεις ήταν το 1832 η αναγνώριση ενός αυτόνομου πριγκηπάτου στο νησί υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, πρόταση που οι Σάμιοι απέρριψαν ομόφωνα.

Εντέλει, το “δημοκρατικό πείραμα” της Σάμου έληξε άδοξα, καθώς οι Μ. Δυνάμεις επέτρεψαν στην οθωμανική αυτοκρατορία να επιβάλει δια της στρατιωτικής βίας το τέρμα της τοπικής διακυβέρνησης, με τους καρμανιόλους να εγκαταλείπουν το νησί και να εγκαθίστανται σε περιοχές του ελληνικού κράτους, ιδίως την Εύβοια. Η Σάμος μετατράπηκε σε “Ηγεμονία”, φόρου υποτελής στο σουλτάνο, με διορισμένο χριστιανό διοικητή. Ο Λογοθέτης κρίθηκε ως “απόβλητος και απαράδεκτος εις την Πατρίδα”, από τη νέα καθεστηκυία τάξη, καταφεύγοντας αρχικά στην Τήνο κι έπειτα στην Αθήνα. Εκεί ανέλαβε μια σειρά τιμητικά αξιώματα, όπως συνταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας, σύμβουλος της Επικρατείας, ενώ μετά την επανάσταση της Γ’ Σεπτεμβρίου 1843 ορκίστηκε πληρεξούσιος Σάμου στην Εθνοσυνέλευση του 1843-1844, μαζί με τον Σταμάτη Γεωργιάδη. Τον Ιούνη του 1844 διορίστηκε γερουσιαστής και τρία χρόνια αργότερα προβιβάστηκε σε υποστράτηγο της Βασιλικής Φάλαγγας. Έφυγε από τη ζωή λόγω καρδιακής πάθησης στις 22 Μάη 1850.

Δείτε εδώ όλα τα Ερωτήματα για το 1821

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: