Δημοσθένης Ξυλαρδιστός – “Δε γίνεται να είσαι ηθοποιός και να μην ενδιαφέρεσαι για την πολιτική”

Δεν είμαι κατά της στρατευμένης τέχνης, γιατί είναι τόσο στρατευμένο αυτό που συμβαίνει γύρω μας, που αν δε στρατευτείς, πώς θα το πολεμήσεις;

Η “τέχνη για την τέχνη” είναι σίγουρα μια αντίληψη που δεν ταιριάζει στο Δημοσθένη Ξυλαρδιστό. Μαχητικός στη σκηνή και στη ζωή, μας μιλάει για τον έβδομο χρόνο συνεργασίας του με την ίδια θεατρική ομάδα, που φέτος παρουσιάζει τη δική της πρόταση πάνω στο κλασικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ “Βόιτσεκ” στο Θέατρο Σημείο, για το ρόλο του θεάτρου και του καλλιτέχνη στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, αλλά και για την εμπειρία του στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, στο οποίο ενεργά δραστηριοποιείται:

Είσαι πολλά χρόνια στην ίδια  θεατρική ομάδα. Ποια ήταν η εμπειρία ως τώρα;

Με την ομάδα φέτος διανύω τον έβδομο χρόνο συνεργασίας μας. Σαν ομάδα  έχουμε κάνει τους “Χαλασοχώρηδες” του Α. Παπαδιαμάντη, τη “Μαζώχτρα” του Α. Εφταλιώτη και το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» του Γ. Βιζυηνού , ενώ με το “Βόυτσεκ” που παίζεται αυτή την περίοδο, φύγαμε πρώτη φορά από τα διηγήματα. Διηγήματα γραμμένα στην καθαρεύουσα και στην  «μαλλιαρή» δημοτική. Σαν ομάδα προτείνουμε μια πρωτότυπη θεατρική φόρμα για τα ανεβάσματα των διηγημάτων.  Κρατώντας το γ’ πρόσωπο, χωρίς διασκευή, δημιουργούμε διαλόγους και μονολόγους, και σπάμε την αφηγηματικότητα των κειμένων. Ο συγγραφέας μπορεί να βάλει και πηγές ασυνείδητου μέσα σε χαρακτήρες, που πρέπει να ειπωθούν στο συνειδητό. Τώρα διαλέξαμε τον Βόυτσεκ του Γ. Μπύχνερ. Ένα κλασικό έργο γραμμένο το 1836 που επηρέασε τα θεατρικά και λογοτεχνικά ρεύματα.

Περάσατε σε ένα έργο που έχει σωθεί ημιτελές και σε θραύσματα, πώς το χειριστήκατε;

Πράγματι, είναι ένα θεατρικό έργο μη ολοκληρωμένο, που σώζεται σε 4 σχεδιάσματα, χωρίς δεδομένη σειρά στις σκηνές. Ο μεταφραστής και δραματουργός της παράστασης  Αλέξης Μάινας, έχει ελληνογερμανική καταγωγή και σπούδασε Φιλοσοφία και Γερμανική Λογοτεχνία στη Βόννη.  Δουλέψαμε όλοι μαζί κατά την διάρκεια των προβών ώστε να κατανοήσουμε βαθιά το κείμενο και να φέρουμε τη δική μας πρόταση για το έργο.

 Για έναν ηθοποιό είναι πρόκληση στην πρόσληψη του ρόλου αυτή η αποσπασματικότητα;

Είναι, ωστόσο ναι μεν λειτουργούμε σαν μονάδες σε επίπεδο τεχνικής, αλλά παράλληλα και σα σύνολο, καθώς δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος πρωταγωνιστής, κάποιος  που να ηγείται των υπολοίπων. Κι αυτό φυσικά ήταν μέρος της δραματουργίας μας.

Αυτό βγαίνει και στην παράσταση, γι’ αυτό εμφανίζεστε μαζί διαρκώς στη σκηνή, ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν μεταξύ όλων διαλογικά μέρη;

Πράγματι, σκηνοθετικά και κινησιολογικά θέλουμε να δείξουμε πως οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι ένας Βόυτσεκ. Τι θα μπορούσε να είναι ένας Βόυτσεκ; Θα μπορούσε το έργο να λέγεται Μαρία και Βόυτσεκ, αφού δεν υπήρξε τίτλος   από τον Μπίχνερ, αλλά αυτός ήρθε μετέπειτα από τους εκδότες.

 Γενικά τι σας οδήγησε στην επιλογή του έργου σαν ομάδα;

Ο Κώστας (Παπακωνσταντίνου) κι ο Ελισσαίος (Βλάχος) το επέλεξαν .  Στην αρχή λέγαμε “τι πάμε να κάνουμε”. Αυτό που κυρίως καταθέτουμε είναι  η μετάφραση και η δραματουργία του Αλέξη (Μάινα). Αλλά το συνολικό αποτέλεσμα είναι από 12 ανθρώπους, όχι μόνο τους ηθοποιούς, αλλά όλη την ομάδα, που πρότειναν και βάλαν ο καθένας το λιθαράκι του στο τι θέλαμε τελικά να πούμε. Επιπλέον, αν εξαιρέσεις τα δικαιώματα της μετάφρασης, δεν έχει άλλα οικονομικά βαρίδια πνευματικών δικαιωμάτων, κάτι που ίσχυε και για  τα προηγούμενα έργα της ομάδας.  Δεν μπορούμε να ανεβάζουμε ό,τι θέλουμε, χωρίς παραγωγή που να μπορεί να διασφαλίσει εύκολα πόρους.

Για το ρόλο του λοχαγού, είναι όντως αυτό το αντιμιλιταριστικό πνεύμα; Ή έχει κι άλλα επίπεδα;

Μέσα από την ανάγνωση δεν είδαμε έναν πολεμοχαρή λοχαγό.  Τον βάλαμε να είναι στην ίδια τάξη με το Βόυτσεκ, αλλά σε διαφορετική ιεραρχική θέση. Δείχνουμε πως ο άνθρωπος είναι διαρκώς υπόδουλος σε κάτι, συνδέουμε συνειρμικά τα μπιζέλια που τρώει ο Βόυτσεκ στα πλαίσια του πειράματος, με τους στρατιώτες.  Υπάρχει ανάγκη να φτιάξουμε στρατιώτες οι οποίοι θα λένε “μάλιστα κύριε λοχαγέ” και θα πρέπει να τρώνε και φτηνές κονσέρβες για τις εκστρατείες τους. Ο Βόυτσεκ, αλλά κι ο «όποιος» Βόυτσεκ, που θα γίνει πειραματόζωο ή θα πάει ως αναλώσιμος στην πρώτη γραμμή, είναι ο πρώτος που θα φωνάξουν και σήμερα για να υπερασπιστεί το κεφάλαιο, ως “κατώτερο είδος”. Υπάρχουν πολλές αναφορές αντιμιλιταριστικού χαρακτήρα στο κείμενο. Για παράδειγμα, ένας εργάτης   πάνω στο μεθύσι της Κυριακής, ανεβαίνει στο τραπέζι και φωνάζει «ο θεός δημιούργησε το στρατιώτη για να καλύψει την ανάγκη του αλληλοσκοτωμού». Έρχεται ο κράχτης και φωνάζει « η μαϊμού έγινε στρατιώτης, δεν είναι δα και τίποτε σπουδαίο, το κατώτερο σκαλί του ανθρωπίνου γένους». Κάνει τέχνη μέσα στην τέχνη. Έτσι νομίζω πως πρέπει και οι καλλιτέχνες να βλέπουν την τέχνη. Να μιλάνε στην κοινωνία και να παρατηρούν βάζοντας ένα λιθαράκι συνείδησης, λέγοντας κάτι παραπάνω.

Είναι χαρακτηριστικό πως στην παράστασή σας δεν κρίνεται κανένας χαρακτήρας, ηθικά ή με άλλο τρόπο. Σε τι αποσκοπεί αυτή η προσέγγιση;

Αυτό έχει σχέση με τα μπρεχτικά στοιχεία της παράστασης, με την αποστασιοποίηση. Ο θεατής πρέπει να κρίνει, να γίνει συζητητής κι όχι να επικαλεστεί ο ηθοποιός το συναίσθημα για μια εύκολη συγκίνηση. Αυτό δε βοηθάει την επικοινωνία του θεατή με το κείμενο, ούτε αυτό που θέλουμε εμείς να πούμε σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Σε πολλές εκδοχές του “Βόυτσεκ” η σύντροφός του Μαρία, που δολοφονείται από τον πρωταγωνιστή, παρουσιάζεται ως μια ανήθικη, χαλαρών ηθών γυναίκα. Η παράσταση επιλέγει να μην το κάνει. Συνδέεται αυτό με κάποιο σχόλιο για τη θέση της γυναίκας τότε και σήμερα;

Το έργο θα μπορούσε να λέγεται   «Μαρία και Βόυτσεκ» όπως είπα και νωρίτερα. Ανήκει στην ίδια τάξη με τον Βόυτσεκ. Η Μαρία αναζήτησε την ελευθερία μέσα από έναν έρωτα.  Δν θα χαρακτηρίζαμε από αυτή την ανάγκη της έναν άνθρωπο ως «χαλαρών ηθών». Εξάλλου, τι ορίζουμε και ποιος το ορίζει στο κάτω κατω τι είναι ανήθικο και «χαλαρών ηθών»; Δεν είναι τυχαίο πως ο Βόυτσεκ σκοτώνει το μόνο άνθρωπο που μπορούσε να τον κατανοήσει. Η σκηνή που ο Βόυτσεκ τραμπουκίζει τη Μαρία, αν και εκ πρώτης όψης δεν έχει συγκριτικά τόση σημασία αφού ήδη ξέρουμε πως θα φτάσει στο φόνο, δείχνει πώς ο Βόυτσεκ που είναι σε όλα “μάλιστα κύριε λοχαγέ” ξεσπά στον πιο αδύναμο μέσα στη σχέση άντρα – γυναίκας.

Διπλή καταπίεση.

Η καταπίεση της γυναίκας δεν είναι μόνο ταξική. Η πατριαρχία που πάει παρέα με το κεφάλαιο δε λύνεται μόνο με το να συνθλίψουμε το κεφάλαιο, νομίζοντας πως έτσι θα φύγει και η πατριαρχία αυτόματα. Ακόμα και κομμουνιστές, παρά τη σωστή τους ταξική συνείδηση, είχαν καταπιεστικές συμπεριφορές προς τις γυναίκες. Ο συνδυασμός χειραφέτησης φύλου και τάξης θέλει αγώνα παράλληλο και ταυτόχρονο. Δεν είναι εύκολο γιατί είναι πολλά τα μέτωπα. Ως αγόρι με δυο αδελφές έχω ζήσει τα προνόμια του φύλου μου. Εγώ ήμουν γυμνάσιο και αλώνιζα, ενώ η αδερφή μου ήταν λύκειο κι έδινε αναφορά στον πατέρα μας. Έχουμε και το “προνόμιο” να ζούμε στο δυτικό πολιτισμό, όπου  μπορούμε να πούμε και πέντε σεξιστικές, στιγματιστικές, ή ομοφοβικές κουβέντες και να μην δίνουμε σημασία στην «κανονικότητα» που έχει δημιουργηθεί. Λεμε πχ. για τις γυναίκες “φέρθηκε παληκαρήσια”, υπονοώντας πως μόνο αν φερθεί σαν άντρας φέρθηκε εντάξει. Η Μαρία κάποια στιγμή λέει στο Βόυτσεκ που θέλει να τη χτυπήσει, πως ούτε τον πατέρα μου δεν άφηνα. Εκφράζει έτσι την ανάγκη να επιβληθεί στο ισχυρό κοινωνικά φύλο έστω και με ένα άγριο βλέμμα, με ένα «μην τολμήσεις». Και τον σταματάει, παρότι η “νίκη” αυτή είναι εντελώς προσωρινή και ατελέσφορη τελικά.

Η γκιλοτίνα που βλέπουμε στη σκηνή κατά διαστήματα να ανυψώνεται, είναι μια κλεψύδρα που μετράει αντίστροφα;

Ακριβώς. Έχουμε ανακοινώσει από την αρχή του έργου τον αποκεφαλισμό του Βόυτσεκ. Και όσο περνάει ο χρόνος της παράστασης βλέπουμε την διαδρομή του Βόυτσεκ προς τη γκιλοτίνα. Πώς μετριέται όμως ο χρόνος με μια γκιλοτίνα; Με το θάνατο. Όσο πιο πολύ ανεβαίνει η γκιλοτίνα, τόσο πιο  βίαια θα πέσει. Έχουμε επιλέξει σε 5 σημεία του έργου να ανεβεί, ανάμεσά τους κι ο τραμπουκισμός της Μαρίας από το Βόυτσεκ.

Σε κάποιες στιγμές της παράστασης, το κοινό ξεσπούσε σε γέλια παρότι το έργο αντικειμενικά δεν είναι κωμικό. Αυτό το γκροτέσκο στοιχείο υπήρχε εκ των πραγμάτων, ή απλά ξεπηδούσε από κάποιες σκηνές;

Υπάρχουν σκηνές με τέτοια στοιχεία, όπως του πανηγυριού, του αλόγου, της μαϊμούς. Υπάρχουν κυρίως στην αρχή. Δεν πιάνεις το θεατή από τα μούτρα, δείχνεις τη ζωή με τα όλα της, που περιλαμβάνει και το γέλιο. Σιγά σιγά το γέλιο γίνεται ενοχικό. Η μαϊμού από εκεί που είναι μες στη φαιδρότητα γίνεται στρατιώτης – φονική μηχανή. Όπως έλεγε ο θιασάρχης στη σκηνή με το διάλογο: «Τι είμαστε;, Άμμος, σκόνη,  κι ακαθαρσίες» και τότε αφόδευε το άλογο. Αυτό προκαλούσε γέλιο, αλλά τελικά το ερώτημα παραμένει: Είμαστε πράγματι άμμος, σκόνη κι ακαθαρσίες;  Είναι κι αυτό μέσα στα στοιχεία αποστασιοποίησης που χρησιμοποιούμε. Καλούμε το θεατή να κρίνει αυτό που βλέπει, ακόμα και γελώντας ενστικτωδώς. Ο Μπρεχτ εξάλλου δε μιλούσε για άψυχα ρομπότ, αλλά για ανθρώπους. Όση αποστασιοποίηση κι αν υπάρχει στη σκηνοθετική φόρμα, δε σταμάτησε σημείο αναφοράς μας να είναι ο παρτενέρ. Είναι ανθρωποκεντρική παράσταση . Δε θέλουμε απλά να δείξουμε ένα Βόυτσεκ που δεν ήταν στα καλά του. Αν το προσεγγίζαμε έτσι, ως μελόδραμα και έγκλημα πάθους, δε θα δείχναμε κανένα κοινωνικό και πολιτικό κανιβαλισμό. Ο κλοιός σφίγγει γύρω από συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων, θα μπορούσε να είναι η «όποια» Μαρία, ο «όποιος» Βόυτσεκ, λοχαγός ή γιατρός.

Πόσο δύσκολο είναι να ανεβάσεις ένα έργο του 19ου που να μιλήσει στο σύγχρονο θεατή και να νιώσει πως δεν είναι απλά ένα κλασικό έργο, αλλά τον αφορά άμεσα, χωρίς να μείνει σε μια επιφανειακή προσέγγιση;

Είναι ένα έργο που βάζεις σε όποια σειρά θες και το φωτίζεις όπως θες. Δεν είμαι κατά της στρατευμένης τέχνης, γιατί είναι τόσο στρατευμένο αυτό που συμβαίνει γύρω μας, που αν δε στρατευτείς, πώς θα το πολεμήσεις; Πηγαίνεις στη ρίζα ενός κλασικού έργου. Αν πας στην πηγή δεν έχει λάθη. Βλέπουμε στα λόγια του Βόυτσεκ το συνδυασμό ρεαλισμού και ποιητικότητας. Από εκεί που λέει “θα σφάξω την τσούλα”, μιλά για το φεγγάρι που είναι σα ματωμένη λεπίδα. Σημασία έχει τι θες να φωτίσεις. Ο Βόυτσεκ δεν φέρει κάποια συνείδηση, δεν αγωνίζεται για κάτι, είναι αντιήρωας> Το έργο  «Βόυτσεκ» είναι ταξικό έργο χωρίς να έχει ταξική συνείδηση ο ήρωα του. Ο ήρωας   αναγκάζεται να τρέχει όλη μέρα για το μεροκάματο. Έλεγε ο Μπιλ Γκέιτς, ο «μεγάλος» αυτός φιλάνθρωπος, πως φτωχός αν γεννηθείς δεν είναι δικό σου λάθος, αλλά αν πεθάνεις φτωχός φταις εσύ. Το καπιταλιστικό σύστημα υποτίθεται σου δίνει εχέγγυα να ανελιχθείς. Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο που αναγκάζεται για το μεροκάματο να πάθει ζημιά διανοητικά και παθολογικά.  Δε τρέχουν κι οι άνθρωποι για το μεροκάματο και σήμερα; Δεν ανέχονται κακοπληρωτές εργοδότες γιατί νιώθουν αναλώσιμοι;  Επίκαιρο είναι αυτό που έχουμε να πούμε εμείς. Υπάρχει κάτι ποιο επίκαιρο από το εδώ και τώρα της θεατρικής σκηνής; Αλλιώς γίνεται τέχνη για την τέχνη, δημιουργείται μια αντίληψη πως εμείς οι καλλιτέχνες είμαστε κάτι ανώτερο. Δεν είναι βέβαια όλα τα έργα για όλες τις περιόδους. Πρέπει ο καλλιτέχνης να κρίνει ποιο του ταιριάζει, ποιο θα χρησιμοποιήσει ως όχημα γι’ αυτό που θέλει να πει. Αν ασχολείσαι με το προσωπικό σου δεν έχεις να πεις τίποτα. Αν ασχολείσαι με αυτά που αφορούν εσένα και τους άλλους τότε είσαι πάντα επίκαιρος. Έχω δει εξαιρετικούς συναδέλφους που δε λένε τίποτα. Και άλλους με αδυναμίες, να εκφράζουν αυτό ακριβώς που θέλουν να κοινωνήσουν.

Πώς βλέπεις γενικά το ρόλο του καλλιτέχνη, ποιο είναι το όριο παρέμβασης του θεάτρου σήμερα;

Από το θέατρο και τις τέχνες γενικά δε γίνεται καμία επανάσταση κι αυτό δεν έχει σχέση μόνο με το βαθμό συνείδησης, που είναι πολύ χαμηλός. Δεν πιστεύω πως επί σκηνής μπορεί να γίνει από μόνο του κάτι. Δεν μπορεί όμως ο καλλιτέχνης να μην έχει συνείδηση σε αυτό που κάνει. Σίγουρα θα κάνει και δουλειές για την επιβίωση. Αλλά διαπιστώνω πως καπηλεύονται πολιτικά δρώμενα και άνθρωποι που δεν ασχολούνται έξω από τα όρια της – απλήρωτης – πρόβας τους και της θεατρικής τους πορείας με οτιδήποτε πολιτικό. Άντε να χαϊδέψουν τίποτε αυτιά. Δεν είναι «απολιτίκ» αυτό, είναι στρατευμένη θέση. Είναι ανοχή. Όταν παράγεις κάτι μέσα από τη σάχλα ή όταν νομίζεις ότι κάνεις κάτι σπουδαίο, ενώ δεν είναι, υπάρχει πρόβλημα και σύγχυση στο πώς μεταδίδουμε στον κόσμο τι σημαίνει πολιτισμός. Έχει γίνει μόδα το θόλωμα, η μεταμοντερνιά κι η δηθενιά. Υπάρχουν όμως και μικρές φωνές με τρομερή δύναμη στον χώρο του θεάτρου, που δεν περιμένουν τα ιδρύματα  του «πολιτισμού» να τους δώσουν βήμα για να εκφράσουν αυτά που πιστεύουν.

 Τι μπορεί να κάνει ο καλλιτέχνης, αν υποθέσουμε ότι δεν είναι συμβιβασμένος και θέλει να κάνει επαναστατική τέχνη;

Δεν ξέρω αν μπορεί να κάνει κανείς επαναστατική τέχνη, όταν   πρέπει να πληρώνει κι ο ίδιος ενοίκιο σε θέατρο, να γίνεται παραγωγός με εμπορεύσιμο υλικό,  να μπαίνει σε δελτία τύπου, σε σάιτ. Σε αστικά πλαίσια κινούμαστε, ας μην κοροϊδευόμαστε.  Αυτό από μόνο του έχει ήδη πάρει τη σκυτάλη από την ανάγκη να επαναστατήσουμε επί σκηνής. Παλεύουμε να επιβιώσουμε ή και να  απορρίψουμε τα αστικά πλαίσια με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας μας.  Σίγουρα έχουμε την δυνατότητα, συνειδητά να λέμε κάτι μέσα και έξω από τη σκηνή . Δεν μπορεί να μιλάμε στην κοινωνία για 1,5 ώρα και να παύουμε  να είμαστε ενεργοί πολίτες και καλλιτέχνες πριν και  μετά   το τέλος της παράστασης.

Είσαι από τους ηθοποιούς που ασχολούνται ενεργά με τα συνδικαλιστικά του κλάδου. Σε παλιότερη συνέντευξη είχες παραφράσει τον Κένεντι, “πρέπει να ρωτάμε τι κάναμε εμείς ποτέ για το Σωματείο όχι τι έκανε αυτό για εμάς”. Ποια είναι η εμπειρία σου στο ΣΕΗ;

Οι ηθοποιοί δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό επιλέγουν να απέχουν και να ασχολούνται με την καριέρα τους. Θεωρούν πως η ανάγκη να εκφραστούν τους κάνει πολύ διαφορετικούς από οποιονδήποτε εργάτη. Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε στην οικογένειά μας και την κοινωνία γενικότερα, είναι τι βαθμό πήραμε κι αν πιάσαμε δουλειά με καλά λεφτά. Κανείς δε μας είπε πώς θα τα διεκδικήσουμε αυτά. Κανείς δεν μας εκπαίδευσαι όχι μόνο τι είναι το επάγγελμα του ηθοποιού, αλλά και τι συμβαίνει όσον αφορά στα εργασιακά του δεδομένα. Γίνεται να είσαι ηθοποιός, να θες να πεις κάτι στην κοινωνία και να μην ασχολείσαι με τα πολιτικά; Να μην ασχολείσαι με τα εργασιακά; Είναι σαν να χαϊδεύουμε τη ματαιοδοξία μας και τίποτε άλλο. Υπάρχει και η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, να ασχολούνται με τα πολιτικά με το να τα καπηλεύονται  και χωρίς ειλικρίνεια. Είσαι νεοφιλελεύθερος; Γιατί δεν παίζεις-ανεβάζεις   ένα τέτοιο έργο; Γιατί δεν πουλάει. Πουλάει να είσαι λίγο πολίτικαλ κορέκτ αριστερίζων, έτσι,  γενικά και θολά. Συνήθως το πρώτο που κάνουν νομίζοντας πως ανεβάζουν πολιτικό έργο είναι ο αντικομμουνισμός, για να δείξουν την ανοχή τους και τη διαθεσιμότητά τους απέναντι στο σύστημα. Όταν είναι να δείξουν συνείδηση όμως, απέχουν. Υπάρχουν βέβαια και συνάδελφοι που χωρίς να είναι οργανωμένοι στο σωματείο, διεκδικούν καλύτερες παραστάσεις και καλύτερες αμοιβές. Πολλοί φοβούνται, δεν το υποτιμώ αυτό. Οι περισσότεροι φοβισμένοι είμαστε, ψάχνοντας δουλειά ανα 4 με 6 μήνες. Χωρίς καμία εξασφάλιση. Αλλά όταν ο φόβος γίνεται πάτημα ώστε να δώσουμε κι αυτά τα λίγα που έχουμε, τότε υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

Γίνονται όμως πράγματα στο ΣΕΗ…

Γίνονται, αλλά το πολεμάνε από παντού. Βγαίνουν μεγάλοι θεατράνθρωποι και λένε για την απεργία στο ΚΘΒΕ  πως με κλειστό θέατρο πάει πίσω το επάγγελμα.

Σαν τις ανοιχτές σχολές  που λέει η ΔΑΠ στα πανεπιστήμια…

Ναι, δεν μπορεί να βγαίνουν  συνάδελφοι και να λένε πως «τον αγώνα πρέπει να τον δώσεις δουλεύοντας μέσα στο θέατρο, κι όχι κλείνοντας το». Φυσικά οι περισσότεροι δεν είναι συνάδελφοι μόνο. Κάνουν σκηνοθεσίες και παραγωγές. Οπότε πως να θέλουν κλειστά θέατρα; Και βρίσκουν ομοϊδεάτες συντηρητικούς που προστατεύουν τους εργοδότες.   Είναι οι ίδιοι που μόνο επι σκηνής για μιάμιση ώρα επικοινωνούν με την κοινωνία. Μετά απενεργοποιούνται και φυλάνε δυνάμεις για την «τέχνη» τους. Πολλοί από αυτούς φυσικά θέλουν να δείξουν το καλό τους προσωπείο. Να έχουν καλές σχέσεις που κάποια στιγμή θα τις χρειαστούν για τον αγώνα της ατομικής τους αναρρίχησης. Άλλοι μεγαλώσανε, εκμεταλλευτήκανε συναδέλφους, μιλάνε νομίζοντας πως κουβαλάνε όλη την σοφία του θεάτρου. Το Εθνικό, το ΚΘΒΕ, τα ΔΗΠΕΘΕ, δεν θα έπρεπε να μετράνε κουκιά εσόδων και εξόδων όπως τα ιδιωτικά θέατρα. Θα έπρεπε να δίνει χρήματα για τις παραγωγές του κάθε θεσμού  το κράτος, δηλαδή από τους φορολογούμενους, και έπειτα να προφέρουν πολιτισμό. Η τακτική όμως είναι να βάζουν σε νευραλγικές θέσεις ιδιώτες  θεατρώνες όπου με την εμπειρία της διαχείρισης,  θα μπορούν να εξασφαλίσουν και κέρδος. Χωρίς φυσικά να μετράνε αν τους εξασφαλίζουν και πολιτισμό. Αυτό δεν μετριέται. Και μετά φυσικά, σαμποτάρουν οτιδήποτε συλλογικό, βρίσκοντας ευφάνταστες δικαιολογίες. Και φτιάχνουν τους «κύκλους» τους και τα «σαλόνια» τους.

Η κατάσταση γενικά πώς είναι στο χώρο;

Δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση έξω, στο ελεύθερο θέατρο. Υπάρχει συλλογική σύμβαση στο ΚΘΒΕ και στο Εθνικό. Υπάρχει και στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, δεν είναι τυχαίο βέβαια αυτό. Παλεύουμε και για τα άλλα θέατρα. Αυτή τη Δευτέρα 8  Απριλίου, στη Νέα Σκηνή του Εθνικού θεάτρου είναι η Γενική Συνέλευση του ΣΕΗ για να μιλήσουμε για τη σύμβαση στο Εθνικό, το ΚΘΒΕ και το ελεύθερο θέατρο. Ας έρθουν οι συνάδελφοι/συναδέλφισσες κι ας διαμορφώσουν τρόπους και θέσεις διεκδίκησης. Αλλά η αποχή των ηθοποιών είναι άποψη. Είχαν έρθει οι ΑνεξαρτητοΣυριζαίοι  στο σωματείο, διέλυσαν τη συλλογική σύμβαση, αφήσανε καμένη γη και φύγανε. Τα ίδια κάνουν και στην ΠΟΘΑ. Οι ηθοποιοί ακούνε για γενικές συνελεύσεις και φοβούνται τις εντάσεις. Ναι, θα υπάρξουν διαφωνίες κι εντάσεις. Τι προτιμάνε δηλαδή την απλήρωτη πρόβα; Και να χαϊδεύουμε το χόμπι του ενός και την ματαιοδοξία του άλλου; Εγώ θυμάμαι όμως περιόδους που υπήρχαν προοδευτικές και συντηρητικές δυνάμεις στο ΣΕΗ που δεν τα έβρισκαν στις ιδέες, αλλά τα έβρισκαν στη συλλογική σύμβαση. Είχαν επίγνωση πως αφού είμαστε σωματείο, πρέπει να διεκδικούμε κάθε φορά κάτι καλύτερο. Τώρα λένε όχι. Μα δε λέτε ότι βγήκαμε από τα μνημόνια; Γιατί τα βρίσκετε  με καλλιτεχνικούς διευθυντάδες για να υπονομεύσετε τη σύμβαση; Εμείς δεν τη διεκδικούμε μόνο για τους ηθοποιούς αλλά για όλους. Πιστεύω στη σύμπραξη σωματείων για κοινούς στόχους. Δε ζητάω να είμαι ο οικονομικά προνομιούχος  μέσα από τη διεκδίκηση της συλλογική σύμβαση. Διεκδικώ συλλογική σύμβαση και για τους θεατές μας. Όποτε μου δίνεται η ευκαιρία. Και μέσα στην σκηνή και έξω από την σκηνή.

Παρόλαυτα αγώνες γίνονται, απεργίες;

Γίνονται, όπως στο ΚΘΒΕ ο αγώνας προχωράει. Είχαμε στάση εργασίας στις 30 Μαρτίου. Σε λίγο έχουμε συζητήσεις με το Εθνικό για την ανανέωση συλλογικής σύμβασης και ελπίζω να μην έχουμε την ίδια αντίσταση που είχαμε πριν 2 χρόνια. Ούτε την ίδια γραμμή που υπηρετούν στο ΚΘΒΕ. Το ζήτημα είναι εκ των έσω να βοηθάνε οι συνάδελφοι. Να καταλάβουν πως δεν γίνεται ο αγώνας για το συμβόλαιο και το καλό πρόσωπο του καθενός/ της καθεμιάς. Όσα «μάλιστα κύριε λοχαγέ» και να πει ο Βόυτσεκ δεν θα αλλάξει κάτι. Ας είμαστε ενωμένοι ως κλάδος και ας διεκδικούμε για το επάγγελμα μας, όχι μόνο για εμάς αλλά και για τους υπολοίπους.

Ποια είναι τα επόμενα σου σχέδια;

Κάποιες προτάσεις θεατρικές που είναι υπό συζήτηση. Διαβάζουμε με την ομάδα. Δεν ξέρουμε αν θα είναι διήγημα ή θεατρικό. Θα δούμε και τι θα κάνουμε με τον «Βόυτσεκ» από χειμώνα. Όταν βρούμε ποιο θα είναι το επόμενο θεατρικό μας , θα σας ενημερώσουμε.

 

“Βόιτσεκ”

Μετάφραση – Δραματουργική επιμέλεια: Αλέξιος Μάινας

Σκηνοθεσία: Κώστας ΠαπακωνσταντίνουΠαίζουν: Ελισσαίος Βλάχος, Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Βασιλική Σουρρή, Φοίβος Συμεωνίδης.

Παραστάσεις:

Παρασκευή – Σάββατο 21.00

Κυριακή 20.00

Ως Κυριακή των Βαΐων 21.4.2019

Θέατρο Σημείο
Χαριλάου Τρικούπη 4, Καλλιθέα  (πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο)

 

Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης

 

 

 

 

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: