Οι τραγικές Τρωαδίτισσες του Ευριπίδη συναντούν τις ηρωίδες Μακρoνησιώτισσες μαχήτριες της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ του Ανδρέα Ζαφείρη στη «Σκηνή Μπρεχτ-2510»

Μια παράσταση, ζωντανό δείγμα στρατευμένης τέχνης, όσον αφορά το θεατρικό κείμενο, τη σκηνοθεσία και την υποκριτική, για θεατές με ταξική συνείδηση και για θεατές που αποκτούν συν τω χρόνω ταξική συνείδηση.

Οι τραγικές Τρωαδίτισσες του Ευριπίδη(1) συναντούν τις ηρωίδες Μακρυνησιώτισσες μαχήτριες της Εθνικής Αντίστασης και του Δ.Σ.Ε. του Ανδρέα Ζαφείρη στην υποβλητική νέα αθηναϊκή «Σκηνή Μπρεχτ-2510». Πρόκειται για παράσταση, ζωντανό δείγμα στρατευμένης τέχνης, όσον αφορά το θεατρικό κείμενο, τη σκηνοθεσία και την υποκριτική, για θεατές με ταξική συνείδηση και για θεατές που αποκτούν συν τω χρόνω ταξική συνείδηση.

Η τραγική, απάνθρωπη κατάσταση που βιώνουν πολλοί άνθρωποι και αρκετοί λαοί, διατρέχει όλες τις εποχές και όλους τους λαούς. Η τραγωδία είτε ως αντικειμενική πράξη είτε ως θεατρικό δρώμενο είναι διαχρονική. Η αρχαία ελληνική τραγωδία μετασχηματίστηκε ή πολεμήθηκε ευθέως (Μπρεχτ) μέσα στον 20ό αιώνα, ακόμη μετασχηματίζεται και σήμερα από σημαντικούς δραματουργούς, αναδεικνύοντας ιστορικά και σύγχρονα τραγικά ανθρώπινα περιστατικά και ιστορικά πρόσωπα, που συγκλονίζουν τους θεατές των παραστάσεων. Γράφει ο Άλκης Θρύλος (Ελένη Ουράνη): «Ο συνδυασμός, η συνένωση, το κράμα των στοιχείων της τραγωδίας με τα απαραίτητα νέα στοιχεία του δράματος, καταλήγουν σε μια σύνθεση νεότροπη, στον καθένα ιδιότροπη, αλλά εξαίρετα ισορροπημένη.»(2) Ας θυμηθούμε ορισμένα από αυτά τα έργα του ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου: «Σίβυλλα», «Δαίδαλος στην Κρήτη» και «Χριστός στη Ρώμη» του Άγγελου Σικελιανού, «Καποδίστριας», «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» και «Βούδας» του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο δρόμος περνά από μέσα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Αντ-Αντιγόνη» του Γιάννη Καλατζόπουλου, «Ιφιγένεια εν Ταύροις» (διασκευή) του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκέτε, «Φαίδρα» και «Ανδρομάχη» του Ζαν Ρακίνα, «Ματωμένος γάμος» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ηλέκτρα» του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ, «Ηλέκτρα» του Ζαν Ζιροντού, «Φόνος στον καθεδρικό ναό» του Τόμας Στερνς Έλιοτ, «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Ευγένιου Ο’Νιλ, «Σάκκο και Βαντσέττι» του Αλέν Γκιγιάρ, «Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλλερ, «Έγκλημα στο Κατσικονήσι» του Ούγκο Μπέτι κ.ά. 

Ο Μπρεχτ, βέβαια, αντιστρέφει την κλασική τραγωδία, δεν επιθυμεί συναισθηματική κάθαρση, αλλά κριτική σκέψη, αντί για μοίρα και υπερφυσικά πλάσματα, δείχνει κοινωνικές και ιστορικές αιτίες, αντί για ταύτιση με ήρωες, ζητά αποστασιοποίηση, θέλει τους ήρωες να μην καταστρέφονται από την μοίρα ή από τη θεϊκή βούληση, που δεν αλλάζει ούτε αυτή ούτε ο κόσμος, αλλά ήρωες που βρίσκονται αντιμέτωποι με κοινωνικά προβλήματα και ταξικές αδικίες, υπομένουν, αντιστέκονται και στέλνουν το μήνυμα ότι η ζωή και η κοινωνία μπορεί να αλλάξει και θα αλλάξει με τη συνειδητή, οργανωμένη πάλη των ανθρώπων. Ο Μπρεχτ υποστηρίζει ότι η κλασική τραγωδία ανήκει σε κοινωνίες όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, ενώ το δικό του επικό θέατρο υπάρχει για να δείξει ότι ο κόσμος αλλάζει. Ο Μπρεχτ αντικαθιστά το τραγικό με το κριτικό, τη συναισθηματική κάθαρση με την κριτική σκέψη. Δεν επιθυμεί ταύτιση με τον ήρωα, ζητά αποστασιοποίηση. Ο Μπρεχτ γράφει αντιτραγωδία, αφού, όπως προείπα, αντί για συγκίνηση και κάθαρση, θέλει κριτική παρατήρηση και κοινωνική συνείδηση.(3)   

Τέτοιας φιλοσοφίας, ιδεολογίας και καλλιτεχνικής έμπνευσης ήταν η παράσταση του έργου που έγραψε και σκηνοθέτησε ο αξιόλογος θεατράνθρωπος Ανδρέας Ζαφείρης.

Η συνειδητή πρόθεσή του, μια και η Σκηνή τους ονομάζεται «Μπρεχτ», είναι ακριβώς να δημιουργήσει και να σκηνοθετήσει ένα έργο με μπρεχτική, μαρξιστική προσέγγιση. 

Προσπάθησε να συνδυάσει το θέμα μιας κλασικής αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, με μια ιστορική  πολιτική, απάνθρωπη, εγκληματική και χυδαία συμπεριφορά και φασιστική πρακτική, αυτή που βίωσαν οι εξόριστοι και οι εξόριστες στη Μακρόνησο.(4) Ο δραματουργός μελέτησε ιστορικά ντοκουμέντα, μαρτυρίες εξόριστων, φυσικά τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη και συνέθεσε ένα δραματικό κείμενο με στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας, όπου τα πρόσωπα/ήρωες (τα οποία αποτελούν και τον Χορό) υποκρίνονται και τις τέσσερις τραγικές γυναίκες της Τροίας (Εκάβη, Ανδρομάχη, Κασσάνδρα, Πολυξένη), με τα ίδια ονόματα ως εξόριστες γυναίκες και με επώνυμο, φυσικά, εξιστορώντας τις τραγικές συνθήκες της εξορίας στη Μακρόνησο, στη νήσο «Ελένη» κατά την Αρχαιότητα και «Κρανάη» κατά Στράβωνα. Ένα νησί που έχει ιστορία, αφού μετά από τη Μικρασιατική Καταστροφή χιλιάδες πρόσφυγες έζησαν σε άθλιες συνθήκες για ένα διάστημα στο λοιμοκαθαρτήριο της Μακρονήσου και σε καραντίνα, για να αποκαθαρθούν (να εξυγιανθούν). Το ίδιο συνέβη και κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου, με διαφορετικό ιδεολογικό περιεχόμενο, βέβαια, ο όρος «κάθαρση/εξυγίανση». Οι εξόριστοι και εξόριστες έζησαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου υπό την οργάνωση και λειτουργία του «Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» (Ο.Α.Μ.). Έπρεπε πάση θυσία να εξυγιανθούν πλήρως από το μικρόβιο του Κομμουνισμού και να αναμορφωθούν από «Βούλγαρους» σε «Έλληνες και Ελληνίδες»… Βασανιστήρια με αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες ήταν η καθημερινή πρακτική του στρατοπέδου «εθνικής αναμορφώσεως» ή της «Κολυμπήθρας του Σιλωάμ», όπως χαρακτηριζόταν. Όχι, πώς σωζόταν όποιος ή όποια υπέγραφε «Δήλωση μετανοίας και αποκηρύξεως του Κομμουνισμού». Τα μαρτύρια συνεχίζονταν (βιασμοί κ.ο.κ.)

Ο Ζαφείρης συνδυάζει με θαυμάσιο τρόπο και δραματουργικά και σκηνοθετικά τις δύο εποχές, την ομηρική και τη εμφυλιοπολεμική της Ελληνικής Ιστορίας. Οι κατατρεγμένες Τρωαδίτισσες, τις οποίες ζωντανεύει ο Ευριπίδης και οι αγωνίστριες εξόριστες της Μακρονήσου, εναλλάσσονται επί σκηνής με τις ίδιες ηθοποιούς, οι οποίες απέδωσαν τον ρόλο τους με μια απλότητα, λιτότητα, δραματικότητα, η οποία δημιουργούσε από τη μια συγκίνηση και από την άλλη κοινωνικο-πολιτικούς προβληματισμούς. Ο Μπρεχτ ήθελε οι θεατές να πηγαίνουν στο σπίτι τους μετά από την παράσταση όχι όπως στην κλασική τραγωδία με συγκινησιακή φόρτιση, αλλά με σκέψεις, ανησυχία και προβληματισμό. 

Σε κάποια συνέντευξη που έδωσε ο δραματουργός/σκηνοθέτης, απάντησε στην εξής ερώτηση:

Ερώτηση: «Οι Τρωάδες αποκτούν νέα πνοή μέσα στην παράσταση. Τι νέο ή αναπάντεχο ανακαλύψατε στο έργο του Ευριπίδη κατά τη σύνδεσή του με την πραγματικότητα;»

Απάντηση: «Αυτό που ανακαλύπτεις είναι ότι η “Εκάβη”, η “Πολυξένη”, η “Ανδρομάχη”, η “Κασσάνδρα” είναι πρόσωπα υπαρκτά. Είτες στις όχθες της Τροίας, πριν 3.300 χρόνια, είτε στα βράχια της Μακρονήσου, πριν 75 χρόνια, είτε σήμερα στη Γάζα. Δεν είναι πρόσωπα του μύθου, είναι γυναίκες ζωντανές. Δίπλα μας…» Ο Ανδρέας Ζαφείρης έχει δώσει αρκετές ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις και με αφορμή παραστάσεις έργων του και όχι μόνο/

Αναδείχθηκαν με κάθε τρόπο –στο μέρος του έργου «Τρωάδες»– η βαναυσότητα, η αλαζονία και η αδικία των νικητών Ελλήνων πάνω στις ηττημένες Τρωαδίτισσες, αλλά και ο δικός τους αγώνας για δικαιοσύνη και ελευθερία, σκορπώντας συγκίνηση στους θεατές της παράστασης. Μα, στο μέρος αναφοράς στα βασανιστήρια, στους εξευτελισμούς, στη βία που υπέστησαν οι εξόριστες γυναίκες της Μακρονήσου, φάνηκε επί σκηνής έντονα ο ηρωισμός τους, η περηφάνια τους, το αλύγιστο του χαρακτήρα τους, το υψηλό φρόνημά τους κι ακόμη κατά την ώρα που υποχωρούσαν προσωρινά και υπέγραφαν από ανάγκη «Δήλωση μετανοίας», διαδίδοντας στους θεατές ένα αίσθημα αγανάκτησης και θυμού, έντονου προβληματισμού για τα ιστορικά τεκταινόμενα, αλλά και προβληματισμού για το δέον γενέσθαι όσον αφορά τις σύγχρονες ανθρώπινες τραγωδίες στη Γάζα και όχι μόνο και προπαντός για το κοινωνικό και ανθρωπιστικό χρέος όλων μας. Εδώ, η αφηγηματική διδασκαλία της Ιστορίας αντικαθίσταται από μία έντονη φόρτιση της επάξιας σκηνικής δράσης στη συγκεκριμένη παράσταση. Η μπρεχτική αντιτραγωδία βρίσκει εφαρμογή με στόχο να επαναφέρει την ιστορία στη μνήμη μας και να εξάψει τη συλλογική μας μνήμη, δημιουργώντας βούληση για επαναστατική συλλογική και οργανωμένη πάλη, μια και τα κοινωνικά προβλήματα ενάντια της εργατικής τάξης βρίσκονται σε έξαρση, ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος είναι προ των πυλών, τα σκάνδαλα και τα εγκλήματα διαδέχονται το ένα το άλλο στη χώρα μας και διεθνώς,  οι φωτιές των πολεμικών συγκρούσεων καίνε ζωές και λαούς σε πολλές περιοχές του πλανήτη μας κ.ο.κ. Τέτοιες παραστάσεις αφυπνίζουν, προβληματίζουν κινητοποιούν. 

Από το έργο και την παράσταση δεν έλειψαν αναφορές στη βασίλισσα Φρειδερίκη και στις φασιστικού περιεχομένου και δράσεων εναντίον των παιδιών παιδουπόλεις της και στη θεατρική παράσταση που δόθηκε στη Μακρόνησο μετά από την άφιξή της σ’ αυτή. Βέβαια, εδώ, ο δραματουργός, βάζει τις εξόριστες ν’ ανεβάσουν παράσταση των «Τρωάδων» του Ευρυπίδη (αντί των «Περσών» του Αισχύλου που ανέβηκε το 1949 στη Μακρόνησο με την επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους), δίνοντας διαχρονικά μηνύματα, σε αυτή την επιλογή του. 

Αναφορές γίνονται και σε επώνυμους αγωνιστές κομμουνιστές, οι οποίοι δεν ενέδωσαν και δεν πρόδωσαν τις ιδέες τους, μετά από τα βασανιστήρια, αλλά αυτό το πλήρωσαν ακριβά με την ίδια τη ζωή τους ή με βαριά τραύματα, ανεπανόρθωτα και μη: Σόνια Κώνστα και Στέλα Παπαλώκα, Άννα Δαγκλή, Αλέξανδρος Παπαλέξης, Ιωάννης Σπήλιας, Γιάννης Πολίτης, Πέτρος Πασπαλάκης, Δημήτρης Τατάκης Τατάκης κ.ά., πραγματικοί ήρωες και ηρώισσες, αγωνιστές και αγωνίστριες για λευτεριά. δικαιοσύνη, ισότητα, μη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, εθνική ανεξαρτησία, συνοδοιπόροι στον δρόμο προς τον Σοσιαλισμό/Κομμουνισμό.

  Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι την παράσταση αγκάλιασε τόσο η Κριτική και οι Κριτικοί, όσο και το φιλοθεάμον κοινό. Νομίζω ότι ο συγκεκριμένος θεατρικός χώρος είναι πολύ μικρός για να χωρέσει τόσες χιλιάδες κόσμου που επιθυμούν να δουν ακόμη την παράσταση. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Είναι βέβαιο, ότι όσοι παρακολούθησαν την παράσταση, ενθουσιάστηκαν. Άρα, τη διέδωσαν σε συγγενείς, φίλους, συναδέλφους τους κ.ο.κ. Προσωπικά τη διέδωσα σε φίλους που ζουν στην επαρχία. Μου είπαν ότι «θα είναι ευχής έργο η παράσταση να έρθει στην πόλη μας». 

Αυτό που πέτυχε ο δραματουργός και σκηνοθέτης Ανδρέας Ζαφείρης είναι θαυμαστό. Πόσο αρμονικά και φυσικά η Εκάβη, σύζυγος του Πρίαμου «μεταμορφώνεται» στην εξόριστη Εκάβη Γιώτη (Βίκυ Εδιάρογλου), η Ανδρομάχη, νύφη της Εκάβης και σύζυγος του Έκτορα στην εξόριστη Ανδρομάχη Δημητροπούλου (Ειρηάννα Μπουμπάρη), η Κασσάνδρα, κόρη της Εκάβης στην εξόριστη Κασσάνδρα Βαγιανίδη (Έρη Μαριόγλου) και η Πολυξένη στην εξόριστη Πολυξένη Σάντρα (Μαρία Βλάχου)! Ο μόνος ανδρικός ρόλος της παράστασης είναι εκείνος του βασανιστή φασίστα Ταγματάρχη Αντώνη Βασιλόπουλου, τον οποίο υποδύθηκε αρκετά ικανοποιητικά ο Γιάννης Αποστολίδης. Οι ηθοποιοί αποδίνουν τους ρόλους τους απλά, λιτά, όπως αρμόζει στην περίπτωση και δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα, δρουν μάλλον συλλογικά – άλλωστε ο χορός λειτουργεί άμεσα και καθοριστικά – με ρυθμό και ανάσες κοφτές, δείχνοντας την οδύνη μεν στις Τρωάδες, το σθένος και τη μαχητικότητα δε στη Μακρόνησο.

Τα σκηνικά είναι σχεδόν αφαιρετικά (ένα τραπέζι της διοίκησης του στρατοπέδου, με ένα τηλέφωνο και τις δηλώσεις μετανοίας προς υπογραφή και μια καρέκλα), ένα γκλοπ, μια ξιφολόγχη και ως φόντο υπάρχει μια τεράστια ελληνική σημαία με την κορώνα, δηλώνοντας το ιδεολογικό υπόβαθρο της εποχής. Οι θαυμάσιες ηχογραφήσεις είναι έργο του Δημήτρη Τριγωνίδη. Όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές (Μάρκος Κιμιωνής, Όλγα Γάκου, Χάρης Κόγιας και Χάρης Γεωργιάδης) συνετέλεσαν θετικά στην επιτυχία της παράστασης.               

Όλα τα γυμνάσια και λύκεια πρέπει να παρακολουθήσουν αυτή την παράσταση, ώστε οι μαθητές/έφηβοι να μάθουν και να προβληματιστούν, να «βιώσουν» μέσα από τον λόγο και την υποκριτική τέχνη των ηρώων/ηθοποιών την τραγικότητα του πολέμου, αλλά και της φασιστικής πολιτικής πρακτικής μιας αλήστου μνήμης εποχής στην Ελλάδα των δεκαετιών του 1940 και του 1950, αλλά και της δικτατορίας του 1967-1974. Οι έφηβοι πρέπει τώρα να μυηθούν στη μελέτη της αντικειμενικής ιστορικής αλήθειας, της έρευνας γι’ αυτή και αυτό αποτελεί ύψιστο παιδαγωγικό και κοινωνικό καθήκον των δασκάλων τους, οι οποίοι οφείλουν να γίνουν επιστημονικοί καθοδηγητές και εμψυχωτές των μαθητών τους, αλλά και μεταδότες γνώσεων, πληροφοριών και καλλιτεχνικών εμπειριών, που αφορούν όλες τις τέχνες και ιδιαίτερα την τέχνη των τεχνών, το Θέατρο.    

Ας μου συγχωρέσουν οι ηθοποιοί και ο σκηνοθέτης της παράστασης, αλλά και οι αναγνώστες μου, για τη μακροχρόνια εμμονή μου ως προς την ορθοφωνία και την καθαρότητα του λόγου των ηθοποιών. Όπως είναι γνωστό, και έχω και άλλοτε επισημάνει ότι ο λόγος έχει κυρίαρχη θέση στο θέατρο. Οι ακροατές «απαιτούν» να καταλαβαίνουν τα λόγια του ηθοποιού, ώστε ταυτόχρονα να κατανοούν τα νοήματα. Η εκφορά του λόγου, για να είναι ακριβής και διαυγής, απαιτεί μεγάλη προσπάθεια από τον κάθε ηθοποιό. Χρειάζεται επιμονή και άσκηση από μέρους του. Στην παράσταση, όσον αφορά το θέμα αυτό, υπήρχαν προβλήματα από 1-2 ηθοποιούς. Όταν απαιτείται ένταση στη δράση των ηρώων, στο συναίσθημα και στη φωνή, αυτό δεν σημαίνει ότι θα χάνεται η ορθοφωνία, ότι θα τρέμει υπερβολικά η φωνή, ότι θα τρέχει υπέρ του δέοντος ο λόγος, ότι η ένταση θα υπερκερνά την καθαρότητα του λόγου. Το μέτρο θα το βρουν οι ηθοποιοί με την καθοδήγηση του  σκηνοθέτη. 

Έχω την άποψη ότι η παράσταση του έργου «Μακρόνησος/Τρωάδες» είναι ιστορική αναγκαιότητα ν’ ανεβεί στον φυσικό χώρο της Μακρονήσου, σε οποιοδήποτε μέρος του νησιού και αν επιλέξει ο σκηνοθέτης και θα ήταν υπέροχη η συγκυρία να παρακολουθήσουν αυτή την παράσταση 2-3 καραβιές θεατών, απόγονοι των ηρωικών Μακρονησιωτών, σύγχρονοι αγωνιστές για λευτεριά, εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή δημοκρατία και κάθε ενδιαφερόμενος θεατρόφιλος. Κατά τη γνώμη μου, διοργανωτής αυτής της παράστασης του έργου του Ανδρέα Ζαφείρη, πρέπει να είναι η Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου (Π.Ε.Κ.Α.Μ.) και θα πρέπει, πάλι κατά τη γνώμη μου, να υποστηριχθεί από όλες τις Οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, των Επιτροπών Ειρήνης, των αγωνιστριών γυναικών της ΟΓΕ κ.λπ.. Ασφαλώς, τέτοιου είδους παραστάσεις πρέπει να υποστηρίζονται και να προβάλλονται. Ευχής έργο θα ήταν η παράσταση να μην ανεβεί αυτή τη φορά από πέντε ηθοποιούς, αλλά και από ένα πλήθος κομπάρσων ερασιτεχνών ηθοποιών, οι οποίοι με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη, θα δώσουν μια διαφορετική επική διάσταση στο έργο.   

(1) Κοίτα Κώστα Γεωργουσόπουλου, «”Οι Τρωαδίτισσες” του Ευριπίδη» (θεατρική κριτική, 21.12.1971), στο βιβλίο του: «Κλειδιά και κώδικες Θεάτρου. Ⅰ. Αρχαίο Θέατρο», Εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» Ι. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 21990, σ. 13-18 (σ.σ. 285).

(2) Άλκης Θρύλος, «Η τραγωδία και το δράμα», στο βιβλίο του: Μορφές και θέματα του θεάτρου, Εκδ. ΔΙΦΡΟΣ, Αθήνα 1962, σ. 81 (σ.σ. 323). 

(3) Κοίτα ενδεικτικά: Μπερτολτ Μπρεχτ. Για τους σεισμούς που μέλλονται να ’ρθουν, Επιστημονικό Συνέδριο της Κ.Ε. του ΚΚΕ, Εκδ. ΣΎΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 2014, σ.σ. 445, περ. «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ», τεύχ. 49-50, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2012, Ιωάννας Μενδρινού, Bertolt Brecht. Η ποιητική της Αποστασιοποίησης, Εκδ. ΟΤΑΝ, Αθήνα 2021, σ.σ. 219, περ. «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ» (Αφιέρωμα στον Μπρεχτ), Αριθ. 83, Νοέμβριος 1961, περ. «ΔΙΑΒΑΖΩ», Αρ. 211, 15.3.1989 κ.ά.

(4) Μακρόνησος. Ιστορικός τόπος (συλλογικό έργο), Τόμοι Α΄, Β΄, Γ΄, Εκδ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 2003, σ.σ. 2070, Νίκου Μάργαρη, Ιστορία της Μακρονήσου (2 τόμοι), Ι.Ε., Αθήνα 1966, σ.σ. 1300, Δημήτρη Υφαντή, Όταν η «τρέλα» απόκτησε τοπικό προσδιορισμό, Εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα 2023, σ.σ. 496, Πάνου Ιωάν. Καλλιδώνη, Η κόλαση της Μακρονήσου. Ένα τρομερό και ντροπερό ημερολόγιο βασανιστηρίων και εγκλημάτων, Αθήνα 1991, σ.σ. 176, Τάκη Κοντού, Μακρόνησος «ο νέος Παρθενών», Αθήνα 1982, σ.σ. 89, Νίκου Παπαδόπουλου, «Όταν η κόλαση έγινε μικρογραφία της μακρονησιώτικης τραγωδίας», εφ. «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 4.3.2001 κ.ά. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: