"Μετά την Βάρκιζα": Μια έξοχη παράσταση σ’ ένα θέατρο που δεν σέβεται τον θεατή

Αν ο στόχος των υπευθύνων του θεάτρου Αλκμήνη ήταν… να μας τιμωρήσουν (!) για την επιλογή μας να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Μετά την Βάρκιζα», να είναι βέβαιοι ότι δεν τον πέτυχαν. Ας γίνει όμως ξεκάθαρο από την αρχή, πως αυτά ούτε στο ελάχιστο δεν αγγίζουν το περιεχόμενο και τη μορφή της παράστασης…

Αν ο στόχος των υπευθύνων του θεάτρου Αλκμήνη ήταν… να μας τιμωρήσουν (!) για την επιλογή μας να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Μετά την Βάρκιζα», να είναι βέβαιοι ότι δεν τον πέτυχαν. Δεν θα τους κάνουμε την τιμή να ξεκινήσει αυτό το κείμενο με τα δικά τους «κακώς κείμενα» (τα οποία θα «θίξουμε» παρακάτω)· ας γίνει όμως ξεκάθαρο από την αρχή, πως αυτά ούτε στο ελάχιστο δεν αγγίζουν το περιεχόμενο και τη μορφή της παράστασης.

***

Η υπόθεση του έργου του Μυρώδη Αδαμίδη «Μετά την Βάρκιζα» αφορά σε αληθινή ιστορία και εκτυλίσσεται κατά την περίοδο μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας (υπογράφτηκε στις 12 του Φλεβάρη 1945). Τότε, όταν οι ΕΛΑΣίτες ελευθερωτές της πατρίδας μας παραδίνουν τα τιμημένα όπλα τους στην αγγλόδουλη αντίδραση (και μαζί το κεφάλι τους στον ντορβά…), το επίσημο κράτος κορυφώνει το άγριο κυνηγητό και τη ματωμένη βία και τρομοκρατία κατά των αγωνιστών της εαμικής αντίστασης και των κομμουνιστών, που θα οδηγήσει στη συνέχεια και επίσημα στον εμφύλιο πόλεμο.

Μια ραπτομηχανή, ένα ξύλινο τραπέζι κι ένα αδειανό από ζωή κρεμασμένο πανωφόρι κυριαρχούν στο κατάμαυρο σκηνικό που αναπαριστά το εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, κάπου στην Ελλάδα· κατάμαυρο σαν την εποχή και τα γεγονότα που πραγματεύεται το έργο. Κάποιος από τη συντροφιά, μετά το τέλος της παράστασης, παραλλήλισε την ατμόσφαιρα του έργου με την εποχή «μετά την Βάρκιζα», χαρακτηρίζοντάς την «καταθλιπτική». Διαφωνούμε. Καταθλιπτικοί μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι, που μέσα στη μαυρίλα και της πιο σκληρής εποχής δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δουν τη διέξοδο προς το φως· οι εποχές, ανέγγιχτες από «χρώματα» και ατομικούς συναισθηματισμούς, περιμένουν τους ανθρώπους να τις (καθ)ορίσουν.

Το κρεμασμένο στον τοίχο πανωφόρι είναι του αδικοσκοτωμένου κομμουνιστή πατέρα. Στη ραπτομηχανή γαζώνει η κόρη Δέσποινα. Γύρω από το τραπέζι δίνονται μικρές και μεγάλες «μάχες» ανάμεσα στους δυο γιους, τον αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας Στέλιο και τον φαντάρο του «εθνικού στρατού» Στάθη, τη φλογερή αγωνίστρια Ζωή (φίλη της Δέσποινας και αρραβωνιαστικιά του Στέλιου), τον αποκρουστικό αιμοβόρο «Χίτη» Αποστόλη και την αποφασισμένη Δέσποινα «που σε σηκώνει τ’ άδικο».

Μετά την Βάρκιζα, του Μυρώδη Αδαμίδη

Η κυρά Χρυσούλα, το κεντρικό πρόσωπο του έργου, είναι το επίκεντρο όλων των σεισμών που θα ταρακουνήσουν δυνατά τον θεατή μέχρι και την τελευταία σκηνή. Είναι η μάνα που δεν ξεχωρίζει τα παιδιά της και προσπαθεί να τα κάνει να φιλιώσουν επειδή τα θέλει και τα δυο στη ζωή. Παρακαλάει τον Στάθη να δεχτεί τις διαφορετικές ιδέες του αδελφού του, παροτρύνει τον Στέλιο να υπογράψει δήλωση για «να γλιτώσει» το κυνηγητό και πιέζει ασφυκτικά την Δέσποινα να «μην ανακατεύεται μ’ αυτά». Όχι από την ουδέτερη σκοπιά αυτού που απλά νοιάζεται για την ησυχία του (η ίδια φαίνεται να ξεχωρίζει και ν’ αναγνωρίζει το δίκιο των ιδανικών και του αγώνα των κομμουνιστών ― εκτός των άλλων είναι καταλυτική η «παρουσία» του άντρα της στα όνειρά της), μα από τη σκοπιά της μάνας που νιώθει ότι η αγάπη της μπορεί να γίνει η γέφυρα που θα ενώσει όλες τις αντιθέσεις και έχει (όπως νομίζει) τη δύναμη να σβήσει κάτω από τη σκέπη της συγκρούσεις και μίση. Δεν παύει να το πιστεύει αυτό ούτε όταν, μετά τον άγριο ξυλοδαρμό και βιασμό τής φίλης της κόρης της, της Ζωής, και της μάνας της από Χίτες, θα φανεί και στον πιο δύσπιστο ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τους κομμουνιστές, από την ένοπλη αντίσταση. Και είναι η αγάπη της μάνας πολύ πιο δυνατή κι απ’ την επιμονή της κυρα Χρυσούλας για ουδετερότητα, που θα την οδηγήσει στην τραγική θέση της Μήδειας, όταν παραδίνει τον αντάρτη γιο της στους Χίτες, νομίζοντας ότι έτσι θα τον γλιτώσει (με φυλάκιση) από το βόλι στη μάχη.

Το έργο του Μυρώδη Αδαμίδη περιέχει εκείνα τα ιστορικά στοιχεία που αναδεικνύουν τις αιτίες και κατονομάζει τους υπαίτιους για τον εμφύλιο πόλεμο. Οι Άγγλοι και στη συνέχεια οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές και η ντόπια αστική τάξη και το πολιτικό τους προσωπικό δεν δίστασαν να ματοκυλίσουν το λαό μας προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και να επιβάλουν την κυριαρχία τους. Όμως, ο συγγραφέας δεν μένει στην παράθεση ιστορικών στοιχείων. Μέσα από τα γεγονότα και χαρτογραφώντας τους χαρακτήρες του και τις αντιθέσεις τους, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της κυρα-Χρυσούλας καταφέρνει να «χωρέσει»:

το ανυπέρβλητο μεγαλείο των πανανθρώπινων ιδανικών της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης, μιας ειρηνικής κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση, όπως είναι η σοσιαλιστική-κομμουνιστική,

το περιεχόμενο και την ένταση κάθε στιγμής μιας εποχής που οι αποστάσεις ανάμεσα στο ηρωικό και το τραγικό αυξομειώνονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς,

τη δύναμη των ανθρώπινων συναισθημάτων (που ενίοτε οδηγούν σε τραγικές επιλογές),

την σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο φως και το σκοτάδι, στο παλιό που, αργά ή γρήγορα, θα χάσει τη θέση του απ’ το καινούργιο.

Στον υποψιασμένο θεατή αναπόφευκτα δημιουργούνται συνειρμοί και παραλληλισμοί με τη σημερινή εποχή (ας μας συχωρέσουν οι οπαδοί των «ίσων αποστάσεων» και όσοι εναγωνίως «αναρωτιούνται», ακόμα, «τι θα γινόταν αν» είχε επικρατήσει ο ΔΣΕ). Έβαλαν το χέρι τους γι’ αυτό ο συγγραφέας και οι συντελεστές της παράστασης που δεν περιορίστηκαν στο να «κολακέψουν» ή να «ερεθίσουν» το θυμικό του (κάτι που αναπόφευκτα συμβαίνει), αλλά προσπάθησαν ―και σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν― να μεταφέρουν το «βάρος» του τιτάνιου όσο και αδικαίωτου εκείνου αγώνα στο σήμερα και να θέσουν, θα λέγαμε, τον θεατή «προ των ευθυνών του». Ένα παράδειγμα: τα «ένθετα» αποσπάσματα από τις εφημερίδες της εποχής που διαβάζουν οι πρωταγωνιστές, αν και μεταφέρονται ατόφια με τον «ξύλινο» λόγο τους, αποκαλύπτουν τον διαχρονικό ρόλο της αστικής τάξης και των ξένων προστατών της στη διαιώνιση της κυριαρχίας του εκμεταλλευτικού συστήματος, στο οποίο ζούμε κι εμείς σήμερα. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τον επίπλαστο θρίαμβο του σάπιου καπιταλισμού πάνω στα χαλάσματα του πρώτου σοσιαλιστικού εγχειρήματος, κι ενώ η απογοήτευση και η παραίτηση κυριαρχούν στο λαό μας και αλλού, σήμερα, ο σοσιαλισμός παραμένει επίκαιρος και, απαλλαγμένος από τα λάθη της πρώτης απόπειρας, είναι περισσότερο αναγκαίος από ποτέ.

Η παράσταση είναι γεμάτη από δυνατές στιγμές και εναλλαγές συναισθημάτων, με τη συγκίνηση να «παλαντζάρει» στη ζυγαριά με την συγκρατημένη οργή. Αυτό, εκτός από το κείμενο, οφείλεται στη μαστοριά του σκηνοθέτη (Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος), στο όσο και όπως πρέπει φωτισμένο (Μανώλης Μπράτσος) «σπαρτιάτικο» σκηνικό (Εύθυμης Τζώρας), στη μουσική (Τάσος Σωτηράκης), αλλά πάνω απ’ όλα οφείλεται στις ερμηνείες των ηθοποιών.

Παρατηρώντας τις εκφράσεις του προσώπου και τη γλώσσα του σώματος της Θεοδώρας Σιάρκου – «μάνας Χρυσούλας», αμέσως μετά το τέλος της παράστασης και όσα λεπτά κρατούσε το ζεστό και παρατεταμένο ευχαριστώ (χειροκρότημα) των θεατών, σκεφτόμουν ότι το ερώτημα πόσο ψυχοφθόρο και συνάμα λυτρωτικό είναι να μπαινοβγαίνεις στο πετσί και στην ψυχή ενός άλλου, είναι ίσως από τα λίγα ερωτήματα που απαντιούνται μόνο βιωματικά.

Η Θεοδώρα Σιάρκου είναι μια πολύ καλή ηθοποιός (και με αρκετά «χιλιόμετρα» πορείας, όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό της, στο πρόγραμμα της παράστασης), γνωστή στους περισσότερους από την αξιοπρόσεκτη παρουσία της σε τηλεοπτικές σειρές, σε ρόλους που πολύ απέχουν από αυτόν της «μάνας Χρυσούλας». Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος στο «Μετά την Βάρκιζα» ήταν ένας από τους κύριους λόγους για να δούμε την παράσταση. Για να επιβεβαιώσουμε (αυτό θέλαμε, μα την αλήθεια) ή να διαψευστούμε για το εάν ένας καλός ηθοποιός, με ταλέντο και με εφόδια, μπορεί να εξελίσσεται και να πηγαίνει βήματα μπροστά, όταν βρεθεί στην κατάλληλη συγκυρία. Ήταν παραπάνω από πειστική ως μάνα, εξαιρετική, πρόσφερε σε όσους είχαν την τύχη να δουν την παράσταση μια συγκλονιστική ερμηνεία, «σφράγισε» την «κυρα Χρυσούλα» του Μυρώδη Αδαμίδη, «ψήλωσε» ερμηνευτικά η ίδια και πριν ακόμα τελειώσει η φετινή σεζόν, ήδη κουβαλάει ένα βιογραφικό πιο «βαρύ».

Η ερμηνεία της Θεοδώρας Σιάρκου, όμως, εκτός των άλλων, μας «αναγκάζει» να κάνουμε και κάποιες γενικότερες σκέψεις. Σε μια χώρα (και κοινωνικό σύστημα) όπου η τέχνη αντιμετωπίζεται και παράγεται, κατά κανόνα, ως εμπόρευμα, οι ηθοποιοί στον αγώνα τους για την επιβίωση των οραμάτων τους αλλά… και των στομαχιών τους σπρώχνονται σε συμβιβασμούς και «εκπτώσεις». Για παράδειγμα, πολλοί καταξιωμένοι ηθοποιοί σπατάλησαν το ταλέντο και τις δυνατότητές τους σε χαμηλής ή κακής ποιότητας τηλεοπτικές σειρές, για τον επιούσιο. Από την άλλη, πόσοι ηθοποιοί γίνονται γνωστοί στο πλατύ κοινό από τηλεοπτικούς ρόλους-μανιέρα και «κρατάνε» το πλούσιο ταλέντο τους (όταν βέβαια το διαθέτουν) για τους συγκριτικά πολύ λιγότερους θεατρόφιλους. Όμως, αν γυρίσουμε το ίδιο νόμισμα από την άλλη όψη του, θα δούμε ότι ένας καλός ηθοποιός πάντα ξεχωρίζει με την ερμηνεία του, ανεξάρτητα από τον ρόλο, το έργο και το μέσο που εμφανίζεται.

Εξαιρετική η ερμηνεία του Μάνου Κωστή (γιος Σπύρος – φαντάρος του «εθνικού στρατού»), εξαιρετικές η «Δέσποινα» Τσαμπίκα Φεσάκη και η «Ζωή» Ειρήνη Πολυδώρου (συγκλονιστική στη σκηνή μετά την κακοποίησή της από τους Χίτες), πειστικός ο «Χίτης» Κωστής Σαββιδάκης, μας άρεσε (αλλά δεν μας ενθουσίασε) ο Σάββας Πογιατζής (γιος Στάθης – αντάρτης του ΔΣΕ).

***

Το «Μετά τη Βάρκιζα» μπορεί να θεωρηθεί (και είναι) μια καλή απάντηση στους λασπολόγους και παραχαράκτες της τρισένδοξης ιστορίας της εαμικής εθνικής αντίστασης και της ηρωικής όσο και τιτάνιας πορείας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Μπορεί, επίσης, να λειτουργήσει σαν μια τονωτική ένεση ηθικού σε όσους σήμερα κουβαλάνε τη σκυτάλη των παλιών αγωνιστών. Όμως, όπως άλλωστε και ο συγγραφέας, ούτε εμείς θα αρκεστούμε σ’ αυτά.

Ας διαβάσουμε ένα μικρό απόσπασμα από τον πάντα ζωντανό και επίκαιρο λόγο (και όχι τσιτάτα) του Μπέρτολτ Μπρεχτ για το θέατρο (από την «Ανοιχτή επιστολή στον ηθοποιό Χάινριχ Γκεόργκε», 1933):

«Η εκμετάλλευση που οργιάζει γύρω μας, η αδιάκοπη καταπίεση μεγάλων λαϊκών μαζών, η αναγκαστική μετατροπή της τέχνης, της παιδείας, των κάθε λογής ικανοτήτων και γνώσεων σε εμπόρευμα, όλα αυτά διέφθειραν μαζί με τη δημόσια ζωή όλο και πιο πολύ το θέατρο. Το θέατρο με τους καλύτερους εκπροσώπους του ανήκε πάντα σ’ εκείνες τις δυνάμεις, που εναντιώνονταν στα βίαια δεσμά που ονομάζονται ατομική ιδιοκτησία. Το θέατρο ήταν πραγματικά έτοιμο για να αντιταχθεί αγωνιστικά στο κοινωνικό σύστημα μαζί και σε άμιλλα με ορισμένες επιστήμες και πολιτικά κινήματα. Αγωνιζόταν να παρουσιάζει στη σκηνή αληθινές και ανόθευτες εικόνες της ζωής και μάλιστα τέτοιες, που πρόσφεραν δυνατές λύσεις για τα διάφορα προβλήματα.»

Ένα τέτοιο θέατρο, που ν’ αντιστέκεται αγωνιστικά, έχουν ανάγκη όσοι βιώνουν σήμερα στο πετσί τους την καταπίεση και την εκμετάλλευση του κοινωνικού συστήματος του κέρδους και των πολέμων. Η τέχνη δεν μπορεί να «σταθεί» μακριά από τη ζωή. Έχει τη δύναμη να αναδείξει στις συνειδήσεις του καταπιεσμένου εργάτη και του λαϊκού ανθρώπου (τις τόσο βάναυσα κακοποιημένες σήμερα από την υπερπληροφόρηση και την υποκουλτούρα), τις αιτίες της εκμετάλλευσής του, καθώς και πού βρίσκονται κρυμμένα τα «κλειδιά» της κοινωνικής – ταξικής απελευθέρωσής του και πώς θα τα πάρει στα χέρια του. Χρειαζόμαστε περισσότερα έργα σαν το “Μετά την Βάρκιζα” του Μυρώδη Αδαμίδη.

Θα ήταν παράλειψη αν δεν σημειώναμε την εξαιρετική δουλειά που έγινε στο πρόγραμμα (έντυπο) της παράστασης. Πέρα από τα συνηθισμένα (συντελεστές, βιογραφικά κλπ), παρατίθεται ολόκληρο το έργο. Η παράθεση επίσης πολλών ιστορικών στοιχείων για γεγονότα, πρόσωπα, κόμματα και οργανώσεις, καθώς και η επιστολή του Γεωργίου Παπανδρέου στην εφημερίδα Καθημερινή (1/3/1948) στην οποία απερίφραστα και χωρίς ενδοιασμούς απαριθμεί τα βήματα και τους εκβιασμούς της τότε κυβέρνησης και των κομμάτων της αστικής τάξης και των Άγγλων προστατών τους, απέναντι στο ΚΚΕ και το κίνημα, που οδήγησαν στον εμφύλιο, το κάνουν ένα χρήσιμο μικρό «ιστορικό εγχειρίδιο». Όλα τα παραπάνω παρουσιάζονται περιστοιχισμένα από τις θαυμάσιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες (από την παράσταση) της Κλεοπάτρας Σάρλη.

***

Όσα γράφονται εδώ, γράφονται μετά από σκέψη (αφού πέρασε μια βδομάδα απ’ όταν παρακολουθήσαμε την παράσταση) και καθόλου ευχαρίστηση. Ο θεατής που πληρώνει εισιτήριο περιμένει, το λιγότερο, σεβασμό της αξιοπρέπειάς του. Ας λάβουν το μήνυμα οι επιχειρηματίες της θεατρικής τέχνης ότι οι θεατές δεν είναι νούμερα αλλά άνθρωποι. Όταν ζητάς από ανθρώπους και σου πληρώνουν εισιτήριο 14 ευρώ (περισσότερο και από μισό μεροκάματο, για πολλούς) οφείλεις να τους παρέχεις τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν την παράσταση σαν άνθρωποι.

Όταν τηλεφωνήσαμε στις αρχές Μάρτη στο θέατρο Αλκμήνη, για να κλείσουμε εισιτήρια η ευγενική γυναικεία φωνή μάς είπε ότι τα πρώτα διαθέσιμα ήταν στις 25 του μήνα. Αφού κλείσαμε τα εισιτήρια ρωτήσαμε για την ώρα προσέλευσης. Γνωρίζαμε από δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο ότι η παράσταση ξεκινάει στις 21:00. Η ευγενική φωνή μας ζήτησε να προσέλθουμε μισή ώρα νωρίτερα. «Δηλαδή στις 20:30» ζητήσαμε επιβεβαίωση, για να πάρουμε θετική απάντηση.

Όταν στις 25 του Μάρτη φτάσαμε στην ώρα που μας ζητήθηκε στο θέατρο Αλκμήνη, διαπιστώσαμε με έκπληξη (από την ίδια ή άλλη υπάλληλο, δεν το γνωρίζουμε, αλλά και δεν έχει σημασία) ότι η παράσταση θα ξεκινούσε στις 21:30 (παρεμπιπτόντως η αφίσα της παράστασης έγραφε 21:15). Χωρίς να διαμαρτυρηθούμε το αποδεχτήκαμε. Περιμέναμε, λοιπόν, όρθιοι σε έναν χώρο όπου προσέρχονταν συνεχώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι, μιας και την ίδια πάνω-κάτω ώρα σε διπλανή αίθουσα θα παιζόταν και ένα άλλο έργο. Το αποτέλεσμα ήταν συνωστισμός και εκνευρισμός σε έναν χώρο ασφυκτικά γεμάτο από ανθρώπους, με ατμόσφαιρα αποπνικτική από τη ζέστη και τον καπνό των τσιγάρων. Αν υπήρχε άλλη επιλογή; Ναι, να περιμένουμε όρθιοι δίπλα στα διερχόμενα αυτοκίνητα του δρόμου.

Η πόρτα της αίθουσας άνοιξε στις 21:35. Τότε, ένας πίσω από τον άλλον οι θεατές «οδηγηθήκαμε» από έναν μικρό, πολύ στενό διάδρομο, που χώριζε την κερκίδα με τα καθίσματα των θεατών από έναν τοίχο και που ίσα που χώραγες να περάσεις, διακινδυνεύοντας να πιαστούν τα ρούχα σου από τα στραντζαριστά σίδερα που στήριζαν την κερκίδα.

Φτάνοντας στις θέσεις διαπίστωνες με έκπληξη ότι τα καθίσματα ήταν κατάλληλα περισσότερο για το σωματότυπο παιδιών δημοτικού σχολείου ή, άντε, Γιαπωνέζων. Αφού καθόσουν ανακάλυπτες ότι τα γόνατά σου σφήνωναν στους ώμους του μπροστινού σου και ότι οι πατούσες σου δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ούτε μερικά εκατοστά, μπροστά ή πίσω! Τυχεροί μπορούν να χαρακτηριστούν οι θεατές της πρώτης σειράς καθισμάτων, και τυχερότερη όλων μια κυρία (προφανώς «περίσσευε») που της έφεραν καρέκλα για να καθίσει ξεχωριστά, δίπλα στην κερκίδα.

Έτσι, εγκιβωτισμένοι, σχεδόν ακίνητοι και εκνευρισμένοι περιμέναμε λίγα λεπτά ακόμα μέχρι να ξεκινήσει η παράσταση. Το ότι δυο ώρες πέρασαν σχετικά γρήγορα, οφείλεται στην υπομονή μας, αλλά πολύ περισσότερο στο μεγαλείο και τη δύναμη του έργου και των συντελεστών του «Μετά την Βάρκιζα», που μας συνεπήρε και κάποια ψήγματα θέλουμε να πιστεύουμε ότι καταφέραμε να σας μεταφέρουμε εδώ.

Κυριακή 2 Απρίλη 2017.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ Οικοδόμος)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: