Μαρία Φραγκή: «Η Ήμερη και το εικόνισμα» στο Θέατρο «Αλεξάνδρεια» Βασίλη Βλάχου

(Δραματουργική επεξεργασία της νουβέλας του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, «Η Ήμερη») σε σκηνοθεσία Μαρίας Φραγκή

Η Μαρία Φραγκή είναι Θεατρολόγος-Σκηνοθέτις-Δραματουργός. Διδάσκει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Σπουδών, έχει ένα σημαντικό βιογραφικό, το οποίο εμπλουτίζει αδιάκοπα με όλο και νέες θεατρικές δημιουργίες, θεωρητικές και σκηνικές. Είναι διδάκτορας Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών, με ειδίκευση στις Τέχνες του Θεάματος – Θεάτρου, του Πανεπιστημίου Paris X-Nanterre. Έχει ιδρύσει και διευθύνει Εργαστήρια Θεατρικής Έρευνας και Τέχνης και Ομάδες στα Πανεπιστήμια Κρήτης και στο ΕΚΠΑ. Έχει διευθύνει το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καΐρου και το περιοδικό «Πάπυροι».

Είναι μέλος του ΣΕΗ, της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου του IDEA, της Επιτροπής Καλλιτεχνικών Σχολείων του ΥΠΕΠΘ (2015-2018), του Διεθνούς Κέντρου της Διεθνούς Σχολής Θεατρικής Ανθρωπολογίας. Διδάσκει θέατρο –θεωρία και πράξη– σε ΑΕΙ της Ελλάδας και του εξωτερικού από το 1997 μέχρι σήμερα. Είναι συγγραφέας άρθρων, βιβλίων και προγραμμάτων σπουδών. Έχει σκηνοθετήσει αρκετές παραστάσεις έργων του ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. 

Ο κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ σχεδόν αποκλειστικά θεατρικές παραστάσεις έργων με πολιτικό περιεχόμενο και με ταξικό πρόσημο, αν και αυτές είναι ελάχιστες. Θεωρώ αναγκαίο και επιτακτικό το γεγονός της μεγαλύτερης δραματουργικής παραγωγής και θεατρικής σκηνικής μεταφοράς έργων με έντονο κοινωνικο-πολιτικό προβληματισμό, μια και βιώνουμε τη σήψη και τη συνεχιζόμενη κατρακύλα –εδώ και δεκαετίες– του αστικού/καπιταλιστικού συστήματος στη χώρα μας και διεθνώς, με απρόβλεπτες συνέπειες σε κοινωνικό, οικολογικό και ανθρωπιστικό επίπεδο (πόλεμοι, φτώχεια, ανεργία, εκμετάλλευση, ακρίβεια, σκάνδαλα, οικολογικές καταστροφές κ.ο.κ.) Βέβαια, υπάρχουν τέτοιου ιδεολογικού περιεχομένου θεατρικά έργα στο εγχώριο και διεθνές ρεπερτόριο, ικανά να προβληματίσουν, να αφυπνίσουν τη συνείδηση των θεατών, να τους κινητοποιήσουν, ώστε να δράσουν συνδικαλιστικά, κοινωνικά και πολιτικά για την αλλαγή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος και για τη λύση του αδιεξόδου, το οποίο όπως έχει διαμορφωθεί, μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε όλο και χειρότερες καταστάσεις και σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες, κυρίως των εργαζομένων, των ανέργων και της νεολαίας. Απαιτείται, κατά τη γνώμη μου, ν’ αποκτήσουμε όλοι μας ταξική συνείδηση και τόλμη. Το ίδιο ισχύει και για τους δραματουργούς, τους σκηνοθέτες, τους ηθοποιούς και όλους τους εργαζόμενους και δημιουργούς του θεατρικού φαινομένου για την παραγωγή τέτοιου περιεχομένου θεατρικών παραστάσεων. Είμαι βέβαιος ότι τα ταμεία τους θα γεμίσουν από την προσέλευση πολύ περισσοτέρων θεατών, αλλά προπαντός θα συμβάλλουν στην κινητοποίηση μεγάλου μέρους της εργατικής τάξης και των εργαζομένων γενικότερα στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό τους για την απόκτηση ταξικής συνείδησης και αγωνιστικότητας. Η τέχνη δεν πρέπει να είναι για την τέχνη, αλλά να απευθύνεται στον λαό και να έχει ως στόχο της όχι μόνο την αισθητική απόλαυσή του και την ψυχαγωγία του, αλλά πρωτίστως τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό του. Και οι εργάτες της τέχνης, κάθε μορφής, άρα και του θεάτρου, ως κομμάτι της εργατικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, οφείλουν να συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Η ανάγκη για μια τέτοιου είδους εξέλιξη είναι επιτακτική, αδήριτη, σημαντικότατη.

Το πολιτικό θέατρο είναι μια μορφή τέχνης που ασκεί κριτική στις κοινωνικοπολιτικές δομές, την εξουσία και την επικαιρότητα, στοχεύει στην αφύπνιση του κοινού, χρησιμοποιώντας συχνά μπρεχτικές τεχνικές αποστασιοποίησης, σάτιρα ή δραματοποιημένη έρευνα για σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα.

Το ταξικό πολιτικό θέατρο εστιάζει στις συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών τάξεων, αναδεικνύοντας την εκμετάλλευση, την ανισότητα και την ανάγκη για κοινωνική αλλαγή.

Η εξαίρεση, λοιπόν, στον κανόνα, είναι ότι παρακολούθησα την ενλόγω παράσταση ενός έργου που έχει ένα διαφορετικό θέμα, καθαρά ψυχολογικό, με έμφαση στις ανθρώπινες και ιδιαίτερα συζυγικές σχέσεις. 

Πρόκειται για έναν φανταστικό ψυχολογικό μονόλογο, που ποτέ δεν είχε ειπωθεί. Ειδολογικά το κείμενο ανήκει στη νουβέλα, «Η Ήμερη» (γραμμένη το 1876), της οποίας το θέμα εμπνεύστηκε ο καταξιωμένος διεθνώς μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος και δημοσιογράφος Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Η έμπνευσή του προέρχεται από την αυτοκτονία μιας ορφανής έφηβης στην Πετρούπολη, για την οποία έγραψαν οι τοπικές εφημερίδες και από τις επίμονες ερωτήσεις αναγνωστών του για την άποψη το ίδιου για την αυτοκτονία. Όπως και στα μυθιστορήματά του, έτσι και εδώ, αναδεικνύεται ικανός ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ψυχογράφος της ανθρώπινης συμπεριφοράς και από τους πρώτους υπαρξιστές (πριν από τον ερχομό των Ζαν-Πολ Σαρτρ, Αλμπέρ Καμί, Σέρεν Κίρκεγκορ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Καρλ Γιάσπερ κ.ά.), αφού πιστεύει ότι «η φιλοσοφία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ειδικά, επίκεντρο ενδιαφέροντος του υπαρξισμού δεν ήταν πράγματα, ιδέες ή έννοιες, αλλά ο άνθρωπος ως μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη. Η ύπαρξη, ως μοναδικός τύπος κάθε ανθρώπου, δεν έχει στατικές έμφυτες ιδιότητες, όπως πιστευόταν ότι συμβαίνει με την ουσία του, αλλά διαμορφώνεται αέναα με την προσωπική του δράση, με αποτέλεσμα να ευθύνεται και γι’ αυτό στο οποίο θα καταλήξει.» (κοίτα Βικιπαίδεια).

Η κεντρική ηρωίδα, περσόνα του έργου, βασανισμένη, ως ορφανή, από την παιδική της ηλικία, φοβισμένη, ανασφαλής και τελικά απελπισμένη, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο στο κενό, σφιχταγκαλιάζοντας ένα εικόνισμα της βρεφοκρατούσας Παναγίας. Γιατί αυτοκτόνησε; Αυτό το ερώτημα βασανίζει τον πρωταγωνιστή του έργου, τον Ενεχειροδανειστή (Βασίλη Βλάχο, σε ρόλο που υποδύεται θαυμάσια, καθώς και στους ρόλους: Συγγραφέας και Εκείνος), έναν σκληρό, δυστυχισμένο στην κυριολεξία, άνθρωπο, εγωιστή, ζηλόφθονα, αρρωστημένα μοναχικό.

Τα πρόσωπα του έργου είναι τέσσερα: Ο Ενεχειροδανειστής, η Ήμερη (και Εκείνη) (καλή η υποκριτική και σκηνική παρουσία της Τερέζας Καζιτόρη, και στον ρόλο: Εκείνη), η Θεία (Έφη Κεραμίδα, μια εκρηκτική και δυναμική ηθοποιός με εξαιρετική άρθρωση λόγου και υποκριτική ικανότητα, οποία είναι και βοηθός της σκηνοθέτιδας) και η Λουκερία (υπηρέτρια) (Αιμιλιανή Σταυριανίδου, σημαντική ηθοποιός, σπιρτόζα και παιχνιδιάρα στον ρόλο της).

Ας μείνουμε για λίγο στους ήρωες του έργου και στην υπόθεσή του:

Ο μονόλογος του Ενεχειροδανειστή, απόστρατου αξιωματικού και πρώην τραπεζοϋπαλλήλου,  έγκειται στην απορία του για την αυτοκτονία της έφηβης συζύγου του, στην αυτοκριτική του, στη μάταια πια «μεταμέλειά» του για την ανάρμοστη, εξουσιαστική και εγωιστική συμπεριφορά του απέναντί της, στη μη διαχειρίσιμη μοναξιά του, στην αποξένωση της σχέσης του με το θύμα. Έχοντας ο ίδιος ψυχολογικά «κουβάρια» μέσα του, δεν κατόρθωσε, αφού δεν προσπάθησε καν, να τα «λύσει». Το κενό που νιώθει καθορίζει την ανάρμοστη συμπεριφορά του. Πρόκειται για φαλλοκρατική αντίληψη, πασπαλισμένη με θρησκευτικές πεποιθήσεις, χωρίς ανθρωπιστική βάση. Έτσι, ο «ώριμος» άνδρας και σύζυγος εξελίσσεται κατά τον έγγαμο βίο του με την έφηβη σύζυγό του σε ζηλιάρη και καχύποπτο, άνθρωπο, που θέλει να εξουσιάζει και να ελέγχει τις πράξεις της συζύγου του, δημιουργώντας της προβλήματα, χωρίς να μπορεί αυτή ν’ αντισταθεί ουσιαστικά σε αυτή τη χειριστική του συμπεριφορά.

Και όντως η Ήμερη ήταν το θύμα μιας κοινωνίας, αδιάφορης, απρόσωπης, άξεστης, απάνθρωπης, εχθρικής, αναίσθητης απέναντι στην ευαισθησία, στον ψυχισμό, στα όνειρα και στα προβλήματα κυρίως του εξελισσόμενου κατά την εφηβεία του ανθρώπου, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κοινωνίας στη φεουδαρχία, αλλά και στην εποχή μας, του απάνθρωπου, άδικου, εκμεταλλευτικού, πολεμοκάπηλου, αδίστακτου  καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού. Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της κοινωνίας είναι ο ήρωας «Ενεχειροδανειστής», που εύστοχα σκιαγραφεί με εμβληματικό τρόπο ο γίγαντας της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Φ. Ντοστογιέφσκι και ευφυώς μεταμορφώνει καλλιτεχνικά σε δραματουργική δημιουργία και αισθητική σκηνική μεταφορά η Μαρία Φραγκή. Η έφηβη βρίσκεται μέσα σ’ ένα ασφυκτικό κλοιό, πριν από τον γάμο της, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια του σύντομου έγγαμου βίου της. Ενώ νομίζει ότι ο γάμος θα της εξασφάλιζε σιγουριά και ευτυχία, εντούτοις αποδεικνύεται ότι είναι βραχνάς και δυστυχία. Φαίνεται, όμως, στη συνέχεια της παράστασης του έργου ότι αυτό το θύμα δεν ήταν επιπόλαιο και άβουλο πλάσμα, αλλά μια ύπαρξη με προσωπικότητα, με επαναστατική αντίληψη για την κατάκτηση της ελευθερίας της, αφού πλέον ένιωθε να ασφυκτιά μέσα στα πλοκάμια της ανδρικής εξουσίας. Η πορεία της στη ζωή περνάει πλέον σε άλλο στάδιο, απότομα, επικίνδυνα, βιαστικά, ανορθόδοξα. Από την αθωότητα της εφηβείας περνάει στο στάδιο της ενηλικίωσης. Κι αυτό την τρομάζει, την τρομοκρατεί. Γι’ αυτό χάνει τον αυτοέλεγχο, τη λογική της σκέψη και τις όποιες ενδεικνυόμενες λύσεις των προβλημάτων της, που εντωμεταξύ προέκυψαν. Αντιδρούσε, βέβαια, σπασμωδικά  στην αδικία, χωρίς τελικά να βρει το κουράγιο να ξεφύγει από το δόκανο της αδιέξοδης κατάστασης, όπως τραγικά διαμορφώθηκε από την άπονη, άπληστη και υποκρίτρια Θεία της και από τον αυταρχικό και εγωιστή σύζυγό της. Αν έβρισκε το κουράγιο, έχοντας καθαρό μυαλό, ψυχραιμία και λογική σκέψη, θα συνέχιζε τη ζωή της, διαμορφώνοντας τις δικές της συνθήκες σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, για ένα ελπιδοφόρο γι’ αυτή μέλλον.  

Η Θεία ήταν ο κλασικός τύπος εκμεταλλεύτριας, ηθικά και οικονομικά, του αδύνατου ανθρώπου, του εφήβου μάλιστα, που βρίσκεται στην κυριολεξία «επί ξύλου κρεμάμενος», από την ορφάνια και την βαρβαρότητα που δέχτηκε ως παιδί, της δήθεν ηθικής και λογικής γυναίκας, της δήθεν κοινωνικής ρεαλίστριας.

Η Λουκερία, οικιακή βοηθός αρχικά στο σπίτι της Θείας και στη συνέχεια στο σπίτι του Ενεχειροδανειστή, αποτέλεσε τον μόνο ισορροπημένο ψυχικά χαρακτήρα του έργου, με ευαισθησίες, αλληλεγγύη και ανθρωπιά.  

Εδώ, η έμπειρη σκηνοθέτις Μαρία Φραγκή, επιχειρεί τη δραματουργική επεξεργασία και σκηνική μεταφορά της νουβέλας του διάσημου μυθιστοριογράφου. Επέλεξε την έγκυρη και λογοτεχνική μετάφραση,  απευθείας από τα ρώσικα, του Άρη Αλεξάνδρου, με τίτλο «Μια γλυκιά γυναίκα». Η Φραγκή δραματοποιεί τη συγκεκριμένη νουβέλα αρκετά εύστοχα, με μια λογοτεχνική γλώσσα, γεμάτη λυρισμό, ρεαλισμό και ένταση και τη σκηνοθετεί θαυμάσια, δίνοντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα που διεγείρει τα συναισθήματα των θεατών, χρησιμοποιώντας έντονα το σκοτάδι, με σύντομες εναλλασσόμενες σκηνές, παίζοντας με τον χαμηλό φωτισμό και τις συχνές εναλλαγές σκότους και φωτός (έργο και δημιουργία του Παναγιώτη Μανούση). Δεν γνωρίζω εάν αυτή η συνεχής εναλλαγή πολλών σύντομων σκηνών αυτής της παράστασης είναι η μοναδική στο νεοελληνικό θέατρο. Είναι σαφής η πρόθεση της δραματουργού/σκηνοθέτιδας να δείξει την έντονη συναισθηματική φόρτιση των ηρώων του έργου. Τα ηχητικά και οπτικά διέθεταν ευρηματικότητα και βοηθούσαν καταλυτικά τον θεατή να βυθιστεί στο δράμα που βίωναν οι ήρωες του έργου.

Πρακτικά και λειτουργικά είναι τα σκηνικά και τα κοστούμια της Σάντρας Στεφανίδου, καθώς και η μουσική της Άννας Μουζάκη.

Δεν πρέπει να παραλείψω τις φωτογραφίες και τα βίντεο, που δίνουν, αν και ανεπαίσθητα παρουσιαζόμενα, τη δική τους αισθητική διάσταση στην παράσταση.

Άλλοι συντελεστές είναι ο Τάσσος Ζάκκας (με τα ενδιαφέροντα δημιουργήματά του: την αφίσα και τα έντυπα) και η Μάγδα Βουγιουκλή (με τις εξαιρετικές κομμώσεις των ηθοποιών).

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια ψυχογραφική νουβέλα, με έμφαση στην ψυχολογική ανάλυση των ηρώων, στα χαρακτηριστικά της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς τους, στην εξερεύνηση των αιτιών αυτής της συμπεριφοράς, στη μελέτη ψυχολογικών καταστάσεων, στην αναζήτηση της απαρχής και των κοινωνικοοικονομικών αιτιών των διαπροσωπικών σχέσεων και προβλημάτων μεταξύ των ανθρώπων, γενικότερα, και ειδικότερα μεταξύ των συζύγων μέσα στην οικογενειακή συνύπαρξη και σχέση. Στη νουβέλα αυτή ο συγγραφέας εξερευνά θέματα, όπως η εξουσία στις ανθρώπινες (και ειδικότερα στις συζυγικές) σχέσεις, η απομόνωση, η ενοχή, η αδυναμία της ειλικρινούς επικοινωνίας και κατανόησης του άλλου. Το έργο αναλύει την αιτία και τις συνθήκες που οδήγησαν αυτό το ορφανό, δυστυχισμένο, μοναχικό και ανασφαλές κορίτσι στην αυτοκτονία/τραγωδία. 

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το έργο αγγίζει αισθητά την τραγωδία και την τραγική ειρωνεία, έχοντας προεκτάσεις στον ρεαλισμό και στον κοινωνικό προβληματισμό. Είναι έργο με διαχρονική εμβέλεια, όσον αφορά κοινωνικές και ανθρωπιστικές αξίες, λογικού και ηθικού ανθρωπιστικού περιεχομένου, με συμβολισμούς, που μας στέλνει ο δημιουργός της νουβέλας, πριν από 150 χρόνια, και έρχονται μέσα από τον γραπτό λόγο κοντά μας, οι οποίοι φυσικά ισχύουν και συγχρόνως μας προβληματίζουν. Το θέατρο δε, τους δίνει μια άλλη διάσταση αισθητική και κοινωνική, με πολλαπλά αποτελέσματα και οφέλη.

Η Μαρία Φραγκή, νομίζω ότι είναι πρώτη και μοναδική, μέχρι στιγμής, δραματουργός, η οποία συμπλήρωσε τον τίτλο που έδωσε στο έργο αρχικά ο Λευτέρης ΒογιατζήςΗ Ήμερη»), με το: «…και το εικόνισμα», θέλοντας να δώσει την αίσθηση της θρησκευτικής πίστης του θύματος, το οποίο ίσως να πίστευε ότι έχοντας αγκαλιά το εικόνισμα της Παναγίας κατά την ώρα της πτώσης στο κενό, θα εξιλεωθεί από το «αμάρτημα» αυτής της αυτοκτονικής πράξης της, η οποία δεν συνάδει, βέβαια, επ’ ουδενί με τους κανόνες της Εκκλησίας.

Νομίζω ότι το ζητούμενο στη συγκεκριμένη παράσταση (ίσως σε προηγούμενες παραστάσεις τα πράγματα να ήταν καλύτερα, αλλά δεν το γνωρίζω…) είναι, κατά τη γνώμη μου, η κακή άρθρωση λέξεων και φράσεων –κατά σημεία– από ορισμένους ηθοποιούς, οι οποίοι επίσης διατηρούσαν συχνά χαμηλή ένταση της φωνής τους, με συνέπεια τη μη κατανόηση λέξεων και φράσεων από μέρους των θεατών στην πλατεία. Αυτό το πρόβλημα φυσικά διορθώνεται με περισσότερες πρόβες και από παράσταση σε παράσταση. Έχω ξανατονίσει, σε παρόμοια με τούτο σημειώματά μου, ότι ο κάθε ηθοποιός πρέπει να έχει συνειδητοποιήσει κάτι πολύ βασικό: την ορθοφωνία, δηλ. τον καθαρό και ευκρινή λόγο, καθώς και την αυξομείωση μεν της έντασης της φωνής, όπως το απαιτεί κάθε φορά η περίσταση, αλλά η μείωση της έντασης πρέπει να έχει όρια, ώστε να ακούει καθαρά τον λόγο και η τελευταία σειρά της πλατείας ή του εξώστη, στο θέατρο, βέβαια, που αυτός υπάρχει.

Όπως και να έχει, συστήνω την παράσταση στους ενδιαφερόμενους θεατρόφιλους θεατές και το διάβασμα μυθιστορημάτων και διηγημάτων έργων του Φ. Ντοστογιέφσκι, αλλά και μελετών για τη ζωή και το έργο του. Ευχαριστώ τη δραματουργό/σκηνοθέτιδα Μαρία Φραγκή, τους ηθοποιούς και τους συντελεστές της παράστασης, που με ώθησαν άθελά τους στην ενασχόληση με το έργο του Φ. Ντοστογιέφσκι, αυτές τις μέρες που προσπαθούσα να συντάξω αυτό το σύντομο σημείωμά μου, παρουσιάζοντας και κρίνοντας αυτή τη θεατρική παράσταση περισσότερο ως ένας απλός θεατής, παρά ως ένας θεατρολόγος ή ως ένας εξειδικευμένος με τα θεατρικά δρώμενα δημοσιογράφος.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: