Ο Κυβερνήτης άργησε μια μέρα (Καποδίστριας, woke συνομωσίες και μικροαστική αισθητική)
Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι ο Σμαραγδής ξεπέρασε τον εαυτό του…
Η ταινία του Σμαραγδή δεν άργησε βασικά μια μέρα, άργησε πενήντα χρόνια, θα ταίριαζε ίσως πολύ καλύτερα κοντά στις εθνικόφρονες ταινίες του Τζέιμς Πάρις και την συνολική αισθητική της περιόδου. Βέβαια και σήμερα η ταινία έχει κάνει εισπρακτικό χαμό, κυρίως από άτομα που έχουν να πάνε κινηματογράφο από τον Τιτανικό (κάποιοι πιο σινεφίλ ίσως και από τις άλλες μεγάλες επιτυχίες του Σμαραγδή), εξάλλου και ο σημερινός συσχετισμός κοινωνικών δυνάμεων να μην είναι και πολύ διαφορετικός από την επταετία.
Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι ο Σμαραγδής ξεπέρασε τον εαυτό του: εκτός από τη χειρότερη ταινία που έχει βγάλει (ναι, οκ, ο πήχης δεν είναι και πολύ ψηλά), είναι ό,τι χειρότερο ίσως έχει περάσει από τις κινηματογραφικές αίθουσες τα τελευταία χρόνια. Όπως αναφέρθηκε και πριν, είναι μια ταινία βγαλμένη από την αισθητική των εθνικοφρόνων ταινιών της επταετίας. Η ιστορική ακρίβεια της ταινίας είναι λιγότερη από τον Ηρακλή της Disney ή τη Ζήνα. Οι ερμηνείες είναι τουλάχιστον γραφικές και το σενάριο εντελώς ασύνδετο, με τη δράση να χοροπηδά από μέρος σε μέρος και το σύνολο να παραπέμπει περισσότερο σε συραμμένα βίντεο-κλιπ. Η παραγωγή αστεία, εξάλλου ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι απευθύνθηκε σε υπνωτιστή για να επικοινωνήσει με το πνεύμα του Καποδίστρια και να του δώσει οδηγίες για τα γυρίσματα.
Σε ένα τέτοιο κοινό απευθύνεται και η ταινία: στο κοινό που ψάχνει κηραλοιφές, φραπελιά, σιχαίνεται την επιστήμη, τα εμβόλια, στο κοινό που πιστεύει ότι η Ελλάδα καταστράφηκε γιατί την κυνηγούσαν οι αλλόδοξοι, στο κοινό που πιστεύει ότι η Χούντα μηδένισε το χρέος, στο κοινό που εξέλεξε τον Μητσοτάκη για να κυβερνήσουν οι άριστοι, στο κοινό που ψάχνει σωτήρες αριστοκράτες και καταλήγει σε φραπέδες και χασάπηδες. Και, ναι, δυστυχώς υπάρχει αυτό το κοινό και είναι και πολυπληθές. Ο λαός δεν είναι κάτι ενιαίο. Οπότε πρέπει να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις.
Για αρχή πρέπει να επιλέξουν οι ελληνικές εταιρείες παραγωγής αρχικά, και οι κινηματογράφοι στη συνέχεια, σε ποιο κοινό θέλουν να απευθύνονται: σε ένα κοινό που πηγαίνει κινηματογράφο μια φορά, το πολύ, το χρόνο; Και κατά πόσο αυτό είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο ή οδηγεί στην πλήρη επικράτηση των ηλεκτρονικών παρόχων, οι οποίοι ήδη σαρώνουν. Βέβαια, και το κοινό που δεν είναι της αισθητικής του Σμαραγδή θα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να πιέσει και να αγωνιστεί για έναν άλλο κινηματογράφο και να ενισχύσει όσους και όσες το προσπαθούν ή θα επιλέξει να παραμείνει στον καναπέ του μπροστά από το netflix ή το cinobo.
Από πολιτικής άποψης η επιλογή είναι πιο εύκολη. Δε μπορεί το κριτήριο να είναι ο όχλος και η αισθητική του όχλου. Όσοι και όσες νεοχουντικοί κατακεραυνώνουν όσους και όσες αντιστέκονται στην αισθητική αυτή με το επιχείρημα δεν αγαπάτε την πατρίδα, έχουν δίκιο. Ναι, δεν αγαπάμε την πατρίδα του Σμαραγδή, του Σεφερλή, της τραπ, του σκυλάδικου, των ανδρών παλιάς κοπής, του γκρικ μουζάκα. Αγαπάμε την πατρίδα του Χατζιδάκι, του Αγγελόπουλου, του Λάνθιμου, της Μποφίλιου, της Σάττι, των Rotting Christ. Άλλη πατρίδα η μια, αλλαγή η άλλη.
Η πρώτη αρέσκεται στο να βλέπει εντυπωσιακά κιτς κλισέ για μεγάλη Ελλάδα αλλά σε κάθε ευκαιρία να συνεργάζεται με τους αντιπάλους της, είτε είναι οι Ναζί, είτε είναι το ΝΑΤΟ, είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η άλλη μπορεί να μη συγκινείται με νάιλον σημαίες και πατριωτικούς λόγους αλλά είναι η μόνη που έχει υπερασπιστεί τα εδάφη αυτά.
Η αισθητική των πρώτων αναφωνεί αυτό είναι μια πραγματικά πατριωτική ταινία, μακριά από woke ατζέντες. Όντως στην ταινία δεν υπάρχει ούτε μισός μαύρος, ούτε ένας ομοφυλόφιλος. Παρόλα αυτά η ιστορική ακρίβεια της ταινίας έχει πάει περίπατο εκτός αν κάποιος πιστεύει ότι ο Τσάρος της Ρωσίας για κάποιο περίεργο λόγο ήταν υπέρ της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης όλων των λαών, εκτός του δικού του, ότι οι Μαυρομιχαλαίοι ήταν κάτι σαν τους dementors του Harry Potter που παίρνουν τις ψυχές σε φωτεινά μπαλάκια, και οι διπλωματικές αποστολές κρίνονται σε πέντε λεπτά μέσα από μια ατάκα ή ένα νεύμα (οκ αυτό κάπως έτσι το περιγράφει και ο Βαρουφάκης στο βιβλίο του Ανίκητοι Ηττημένοι για τα euro group).
Και, αλήθεια, γιατί να υπάρχει woke agenda; Τι συμφέρον έχει κάποιος να παίζουν ρόλους μαύροι ή ομοφυλόφιλοι; Εκτός από το DNA και τη φέτα θέλουν να μας κλέψουν και ρόλους; Η ιστορική ακρίβεια μιας ταινίας βασίζεται στο χρώμα του δέρματος του ηθοποιού ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις του ρόλου και όχι στο πνεύμα του κάθε έργου ή της κάθε ιστορίας; Πρόσφατα μάλιστα έγινε και πολύς λόγος για την περικεφαλαία στο trailer της ταινίας Οδύσσεια του Νόλαν. Αλήθεια, όλοι και όλες αυτοί έχουν θέμα με τις guest star εμφανίσεις της Παναγίας στην ταινία του Σμαραγδή;
Πέρα από όλα αυτά οποιαδήποτε σκέψη για αναφορά στον Καποδίστρια και την προσφορά του στην ελληνική ιστορία αδικεί τον Καποδίστρια. Η ταινία δεν έχει να κάνει ούτε στο ελάχιστο με αυτόν και το έργο του. Είναι μόνο ένα συνονθύλευμα κλισέ και εθνολαϊκισμού (ειδικά η σκηνή του θανάτου του Καποδίστρια πρέπει να μπει σε μαθήματα του τι να μη βάλετε σε ταινίες), μια ταινία που υποτιμά το λαό και θέλει να εκμεταλλευτεί την αμορφωσιά για να βγάλει λεφτά και να προπαγανδίσει.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, ούτε κάποια ύπουλη woke συνομωσία όπου βλέπεις ταινία και γίνεσαι gay ή μαύρος ράπερ στο Μπρονξ, δεν υπάρχει κανένα έθνος που να μας ζηλεύει για τον ήλιο, τη φέτα και την ορθοδοξία (υπάρχουν αρκετές χώρες με αρκετό ήλιο, πολλά τυριά και πολλές ορθόδοξες εκκλησίες). Υπάρχει το σύστημα εκμετάλλευσης όμως και οι μηχανισμοί χειραγώγησης των μαζών. Και ο πολιτισμός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς τέτοιους μηχανισμούς.
Πάνος Χριστοδούλου, Βιοπαθολόγος/Εργαστηριακός Ιατρός, Ιατρός Δημόσιας Υγείας και κοινωνικής Ιατρικής, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, MSc Διατροφής, Τροφίμων και Μικροβιώματος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης.
