Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ποιητική» του Τάσου Λειβαδίτη
22-03-2026
“Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα…”
Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 του Απρίλη 1922, και έφυγε από τη ζωή στις 30 του Οκτώβρη 1988.
Τελείωσε το Γυμνάσιο και σπούδασε νομικά στην Αθήνα, δίχως όμως να μπορέσει να πάρει το πτυχίο, με τις δυσχέρειες της εποχής.
Ο Τάσος Λειβαδίτης εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Για τα πολιτικά του φρονήματα εξορίστηκε στην Ικαρία, τον Αη Στράτη και τη Μακρόνησο.
Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία μετά την απελευθέρωση, από το 1945 έως και το 1946, με ποιήματά του στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα.
Για τη συλλογή του “Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου” δικάστηκε, αλλά τελικά απαλλάχτηκε, αφού έμεινε δύο μήνες προφυλακισμένος. Για το ίδιο αυτό βιβλίο που καταδίκασε η πατρίδα του, ο Λειβαδίτης έλαβε το πρώτο βραβείο ποίησης στο Φεστιβάλ Νεολαίας, που έγινε το 1955 στη Βαρσοβία.
Το έργο του:
Μάχη στην άκρη της νύχτας (1952), Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1952), Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου (1953), Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956), Συμφωνία αριθ. 1 (Α’ βραβείο Δήμου Αθηναίων – 1957), Οι γυναίκες με τ’ αλογήσια μάτια (1958), Καντάτα (1960), Οι τελευταίοι (1966), Το εκκρεμές (διηγήματα), Νυχτερινός επισκέπτης (1972), Οι τρεις (1975), Βιολί για μονόχειρα (Β’ κρατικό βραβείο ποίησης – 1976), Εγχειρίδιο ευθανασίας (Α’ κρατικό βραβείο ποίησης – 1979), Βιολέτες για μια εποχή (1985), Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα (1987), Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (1990) κ.ά.
Ολόκληρα βιβλία του ή ξεχωριστά ποιήματά του, μεταφράστηκαν σε αρκετές γλώσσες (ρωσική, ιταλική, γαλλική, ουγγρική, σουηδική, κινεζική, πολωνική, ρουμανική, αγγλική κ.ά.)
Το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη «Ποιητική» εμπεριέχεται στη συλλογή του «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο»
Ποιητική
Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδι
με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια
τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.
Και όταν πεθάνω και δε θα ‘μαι
ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
