Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Όμως εγώ σε είχα δει!» της Κατερίνας Γώγου

“Τα αρπαχτικά τα κάνανε αδηφάγοι θεοί
κι οι άνθρωποι ύστερα
αρπαχτικά εγίνανε
και υποταχτικά ακολουθούσαν…”

Ποιήτρια και ηθοποιός, η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε την 1η του Ιούνη 1940, στην Αθήνα, και έφυγε από τη ζωή στις 3 του Οκτώβρη 1993.

Ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στο θέατρο ως «παιδί-θαύμα» και στη συνέχεια σπούδασε υποκριτική και χορό.

Έπαιξε με επιτυχία σε πολλές θεατρικές παραστάσεις και ταινίες (στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης βραβεύτηκε με το Βραβείο Α΄ Γυναικείου ρόλου, για την ταινία «Το βαρύ πεπόνι»), για να στραφεί στη συνέχεια στην ποίηση.

Αντισυμβατική και ασυμβίβαστη, με τους γεμάτους οργή στίχους της καταδίκασε με πάθος την αθλιότητα και τα αδιέξοδα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. «Η Κατερίνα ένιωθε σαν αγρίμι παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Τελικά δεν άντεξε και έφυγε… άφησε όμως πίσω τα ποιήματά της που μιλούν ακόμη για εκείνη, με φοβερή δύναμη και άσβηστο πάθος…» έλεγε ο σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος.

Έργα της: «Τρία κλικ αριστερά» (1978), «Ιδιώνυμο» (1980), «Το ξύλινο παλτό» (1982), «Απόντες» (1986), «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (1988), «Νόστος» (1990), «Με λένε Οδύσσεια» (2002), «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε».

Η Κατερίνα Γώγου δεν συμπαθούσε τους δήθεν. Ακόμα και αν διαφωνεί κανείς με τις επιλογές ή την πορεία της, δεν μπορεί να μην την αναγνωρίσει την αυθεντικότητα και την καθαρότητα ενός ανθρώπου που ήθελε το καλό για τους πολλούς και την τιμιότητα με την οποία πορεύτηκε στη ζωή της, στην οποία η ίδια έδωσε τέλος.

Το ποίημα «Όμως εγώ σε είχα δει!» εμπεριέχεται στη συλλογή «Με λένε Οδύσσεια», που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό της.

Όμως εγώ σε είχα δει!

Σιωπηλά ταξίδευα
μέρα και νύχτα στον καιρό
τίποτα…
Δεν ήξερα αν μέρα είν’ ή νύχτα
και ασεβής, το νερό που τόσες φορές
με βοήθησε, ψηλά στον ουρανό κοιτούσα.

Αγάπησα εσένανε, αετέ
που ζύγωνες τον ήλιο πιο πολύ.
Και μην ακούς τον άνθρωπο
που γέρνει άηχος
από τη μοναξιά
εσύ κι εγώ γνωρίζουμε
πώς είναι η Ελευθερία.

Τους γλάρους έπαψα καιρό
ν’ αγαπώ
γιατί τη λεία τους
με δόλο έτρωγαν:
εκείνοι με φτερά
τα ψάρια χωρίς απάνω κοίταγμα
κάτω και μέσα στο νερό
αθώα προχωρούσαν.

Αετέ, πόνεσα όταν έμαθα
πως κι εσύ κάνεις το ίδιο
όμως εγώ σε έχω δει
να συνομιλείς μ’ ένα παιδί
κι έτρωγες απ’ τη χούφτα του φαΐ
κι ύστερα ξανά ψηλά πετούσες.

Τα αρπαχτικά τα κάνανε αδηφάγοι θεοί
κι οι άνθρωποι ύστερα
αρπαχτικά εγίνανε
και υποταχτικά ακολουθούσαν
κι οι ίδιοι, όπως τους λεν, θεοί
ήρωες τους ονόμασαν, παράγωγο της ηρωίνης.
Μη!
Ένα σπουργίτι. Τώρα! Τώρα!
Μου κάνει κωλοτούμπες και κούνια στο κλαδί
κάνει πως μου χτυπάει τυχαία τη μύτη στο τζάμι.
«Πρόσω!» μου παραγγέλνει. Ολοταχώς!
Οι Ιθάκες μας υπάρχουν.

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: