Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Έσβησαν στο σώμα τους» του Κώστα Γουλιάμου
“Φυσάει η ψυχή της αμπέλου
Χάνομαι στην αγέρωχη σάρκα σου
Σαν βγαίνει το φεγγάρι απ’ τα ερείπια
Και άγρια νερά σε πνίγουν…”
Ο Κώστας Γουλιάμος, από τους εκπροσώπους της λεγόμενης ποιητικής «γενιάς του ’70» και κάτοχος σημαντικών διεθνών βραβείων, γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1955.
Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Ελλάδα και επικοινωνία και πολιτισμό στον Καναδά, όπου εργάστηκε ως ερευνητής και πανεπιστημιακός.
Από το 2000, ο Κώστας Γουλιάμος ζει και εργάζεται ως καθηγητής στην Κύπρο. Διετέλεσε για δύο θητείες, εκλεγμένος Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου (2014–2021).
Το 2018 εκλέχτηκε Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Ευρώπης.
Από το 1976 έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές. Μία εξ αυτών, τα «Νευρασθενικά τοπία», επέλεξε για έκδοση και οπτικοακουστική παρουσίαση ο Μάνος Χατζιδάκις στο «Μουσικό Αύγουστο» το 1981. Ο Χατζιδάκις έλαβε τη συγκατάθεση του Nicola Piovani, για να γίνει χρήση της μουσικής του, στην παρουσίαση που σκηνοθέτησε η Άννα Κεσίσογλου.
Την περίοδο 1982 – ’83, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ως διευθυντής του Β’ Προγράμματος της Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ, του ανέθεσε μια σειρά πολιτιστικών εκπομπών υπό τον τίτλο «Μεγεθύνσεις».
Μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη, συνέγραψε το δοκίμιο «Στη Διαλεκτική της Αρμονίας» (2018).
Ο Κώστας Γουλιάμος έλαβε το Βραβείο Ποίησης «Jean Moreas», για τη ποιητική συλλογή του «Υγρό Γυαλί».
Έχει μεταφράσει στα ελληνικά, ποίηση των William Faulkner, Octavio Paz, Robert Kroetsch, καθώς και Κινέζων ποιητών.
Κορυφαίοι εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού, έχουν κυκλοφορήσει θεωρητικά του βιβλία, ενώ στις εκδόσεις του συμπεριλαμβάνονται μεγάλος αριθμός δοκιμίων, κεφαλαίων και άρθρων.
Το έργο του έχει μεταφραστεί στα κινεζικά, αγγλικά γαλλικά, ισπανικά, ολλανδικά κ.ά.
Το ποίημα «Έσβησαν στο σώμα τους» του Κώστα Γουλιάμου, είναι από τη ποιητική συλλογή του, «Το Μάτι της Λέξης» και την ενότητα “Στην ερημιά της ύλης”, (εκδ. Σύγχρονη Εποχή – 2024).
Έσβησαν στο σώμα τους
Ποιος χαϊδεύει το φεγγάρι στην αγκαλιά σου
Και οι πιστοί πώς χορεύουν
Στα πανηγύρια του καλοκαιριού νωχελικά δίπλα στο πηγάδι
: παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά
Κρύβεσαι στο σώμα σου σε χόρτα και μυρόχορτα
Αίφνης φεύγει ο κόσμος
Μυρίζουν τ’ άστρα
: αλήθεια ποιος χαϊδεύει
τ’ άστρα στο στήθος σου;
Φυσάει η ψυχή της αμπέλου
Χάνομαι στην αγέρωχη σάρκα σου
Σαν βγαίνει το φεγγάρι απ’ τα ερείπια
Και άγρια νερά σε πνίγουν
: πώς τρέμουν τα νερά
κι αγρίεψε το μάτι
Μήτε νερά μήτε μελίσσια
Μόνο της φωτιάς το άδειο είδωλο
Κάτω απ’ τις αμυγδαλιές
Καίνε φασίστες τον τυφλό Κωνσταντή
Τους άλλους στο πεζούλι
: τα πουλιά δεν λένε ψέματα
Είσαι μόνη, ολομόναχη
Δεμένη στ’ άλογο
Γυρίζεις μες στις στάχτες
Μονάχα στάχτη
Και ξεραμένη σάρκα
Οι άλλοι ξάγρυπνοι περιμένοντας να ‘ρθει το φεγγάρι
Να σβήσει το λάδι στο πέτρινο σπίτι
Προτού ξυπνήσουν πάλι τέρατα
Ενώ εσύ ακόμα ψάχνεις
Τον ουρανό που λείπει
Το κλειδί που λείπει
: αλήθεια, ποιος σκουπίζει
το αίμα στα μαλλιά σου;
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
