«Για τα νυχτερινά χνώτα/ στο οδόφραγμα της επανάστασης…»
Δυο ποιήματα του Στάθη Λειβαδά
Από τα επόμενα δυο ποιήματα το πρώτο με τον τίτλο ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ VIII ανήκει στην ανέκδοτη συλλογή ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΛΗΘΗ, το δεύτερο που είναι αφιερωμένο στον μεγάλο και αδικοχαμένο Κουβανό επαναστάτη Καμίλο Σιενφουέγκος είναι από την ελεύθερης πρόσβασης ηλεκτρονική έκδοση ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (Εξιτήριον, 2022 άδεια Creative Commons [CC-BY-NC-ND 4.0]).
I
Για εκείνα τα τοπία
πού τα διλήμματα αναιρούνται
από την απλότητα της σιωπής
τα μεσημέρια των κάβων,
για τις σκιές πού δεν είναι
παρά το άλλο πρόσωπο
μιας ανελέητης Bacchanalia
κατάγναντι στον ήλιο,
για τα δυο κίτρινα κεριά
πού λιχνίζουν τον ίσκιο τους
μπροστά στο πεπρωμένο
σαν σε αφίλητο νεκρό.
Για τον ανήνεμο θάνατο
τις νύχτες των παραθύρων
πού γλυκαίνει τον ύπνο
χωρίς τα συμμετρικά του
αντερείσματα.
Για την καταφυγή
των στεναγμών
χωρίς την παραμυθία
ελλιμενισμένης Κιβωτού.
Για το οφιοειδές κλιμακοστάσιο
πού μας οδηγεί στον άλλο μας εαυτό
τεμαχισμένο στα άκρα
αλλά βραδυφλεγή
σαν a tergo γεγονός
κυανής κρεβατοκάμαρας,
για τον γυμνό νεκρό
πού δεν μάθαμε τ’ όνομα του
παρά την σιωπή του απέριττου
στην γεωμετρία των φρυδιών του
για το ποίημα πού παραλλάσσεται
και αναβάλλει το τέλος του
όσο υπάρχει ένας καθρέφτης
κι’ ένα μαύρο προσωπείο
πού μασά ετοιμόρροπα φεγγάρια
και φαλακρά εφηβαία.
Για το πλήθος
πού φωλιάζει στην ανωνυμία του
σαν από μήτρα
σοδομισμένων μεταλλάξεων,
για τις κραυγές και τους ψίθυρους
πού γίνονται εικόνες
αναζητώντας
το αντισυμμετρικό τους είδωλο,
για τα πουλιά πού έγιναν κραυγές
πάνω από ακρωτηριασμένες μνήμες
και ξεραμένα αίματα,
για τις νύχτες
του Λένιν και του Στάλιν
πού πότισαν ερυσίβη
το χέρσο χωράφι
της αγρύπνιας μας
για τον καταιγισμό
ιονισμένων πεδίων
πού ακυρώνουν το γλαυκό
αιώνιας γαλήνης,
για τις δυο μέλισσες τον Αύγουστο
πού ζουζουνίζουν το καύκαλο
ελλειπτικών υποθέσεων,
για το ήσυχο θρόϊσμα
των διαλόγων
και το αγόρι
με το άσπρο σκιάδιο
πού βλέπει
στο κοίλο της γαλήνης
ένα σταυρό αλεξικέραυνο
μελλοντικής εξορίας.
Για το μπακίρι στου νοτιά
τα ύφαλα,
για τον κρόκο της κορασιάς
της ανεμογέννητης
και το σύννεφο
πού κατέβασε
μαύρα κορμιά
από του άτρεπτου πολικού
σελαγισμένο κατάρτι
του κόσμου.
Για το παράδοξο αποτύπωμα
του χρόνου-σαν-σκιά
στην ρέμβη
μονήρη μεσήλικα,
για τις κουρτίνες
πού επικυρώνουν
μια επαφή-σαν-συνήθεια,
για τούς ιριδισμούς
ανεπίκλητου κάρμα,
για τον πού τσιμπολογάει
ρώγες τα νέφη
πάνω σε εφηβικά φρύδια
και στα ιστία των στεναγμών του
κεντάει αρμονικούς
για τις εκλάμψεις του τίποτα.
Για το άστρο
μιας αυγής
πού απιθώνεται
στα ξεκούδουνα φεγγάρια
των μυημένων,
για το αστέρι
πού πέφτει
σε βουβό ακρογιάλι
να συναντήσει
εύολβους λειμώνες
δυο ζευγάρια
πράσινα μάτια
πού σιγοκαίνε
το λιγοθυμικό καντηλέρι τους,
γι’ αυτούς πού ακούνε
ποδοβολητά και βρισιές
σε αρκτικά μετέωρα
δώματα πολιού ενυπνίου.
Για τα νυχτερινά χνώτα
στο οδόφραγμα της επανάστασης
και το πρωϊνό ανεμολόϊ
τσακισμένων αγαλμάτων,
για το φιλί πού γίνηκε
στερνοπούλι
στα χαμηλωμένα φώτα
του αστερισμού
– όταν γυρεύουν
το μερτικό τους σε αίμα
τα καρακόλια της αυγής –
για το σύννεφο ψυχοπομπό
στην αραθυμιά του ήλιου
και τις γυναίκες πού ριπίζουν
τις έξεις τους
κοντολογίς
καλοκαιρινού αγεριού.
Για κείνον πού βλέπει
σ’ ένα λειμώνα μελεαγρίδες
φιδοκέφαλα κεντημένα
στο σάβανο της ανυπαρξίας του
γι’ αυτόν πού σε μια αδραξιά
λιοπύρι αμμοψηφίδες
βλέπει το ίχνος του χαμού του,
γι’ αυτόν πού πιάνεται
απο’ να βράχο κοπίδι φασκομηλιές
καταμεσίς του ιλίγγου
και γεμίζει μπλε του αρχιπελάγους
τα εωθινά του ενδιαιτήματα,
γι’ αυτόν πού βλέπει
ένα διάλειμμα
εύολβης ουρανοδρομίας
στα περιττώματα
σκυλίσιας μέρας,
γι’ αυτούς πού ανάβουν το φυτίλι
της δικής τους αναίρεσης
και καίγονται εφτά φορές
στο παραπόρτι του κόσμου
II
(Για τον σ. Camilo Cienfuegos)
Αυτός ο πνιγμένος
είναι λιπόσαρκος
σαν άγιος των Ταγμάτων
και γελαστός
σαν την αυγή
της προλεταριακής επανάστασης.
Έβγαζε δυο καταπράσινα ερπετά
από τις τσέπες του
να σχοινοβατούν
σαν τις καθημερινές του έγνοιες
σε μια συστάδα αροκάριες
κι ένα μαδημένο γεροκόκκορα
μιας αλάνας desamparados
να βουκεντρίζει τα νυσταλέα βόδια
του ηλιοτρόπιου των τροπικών.
Κρέμονταν από πάνω του
σαν ακονισμένα κοπίδια
γλώσσες τα σύννεφα της πάμπας
κι αυτός επέμενε
να κεντάει στην άμμο
δασύτριχα κορίτσια,
πόρπες από πουκάμισα εκτελεσμένων,
την απέραντη πλατεία
πιτσιλισμένη από χιλιάδες
πνιγμένα περιστέρια
κι ένα αμφίστομο κρατήρα
να ξερνούν
το βαρύ άρωμα των πούρων
οι γλυκές νύχτες
των παραισθήσεων.
Στάθης Λειβαδάς
Πάτρα, Μάρτης 2026
