Γάλλοι ποιητές από το 1750 έως και το 1950 – Επιλογή ποιημάτων από τη Γαλλική Ανθολογία του Γιώργη Σημηριώτη

Γνωριμία με τους διασημότερους ποιητές της χρυσής εποχής της γαλλικής λογοτεχνίας

Παρουσιάζουμε κάποια ποιήματα από την “Γαλλική Ανθολογία” σε μετάφραση του Γιώργη Σημηριώτη. Στ’ έκδοση της “Χρυσής Δάφνης” – 1954 (η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε το 1925).

Οι εκδόσεις αυτές έφεραν και φέρνουν τον Έλληνα αναγνώστη σε γνωριμία με τους διασημότερους ποιητές της χρυσής εποχής της γαλλικής λογοτεχνίας.

Ο ποιητής Γιώργης Σημηριώτης γεννήθηκε στο Αδραμύτιο της Μικράς Ασίας το 1879. Μεγάλωσε στη Μυτιλήνη και αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Υπήρξε σύμβουλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και διευθυντής του Θεατρικού Φοιτητικού Ομίλου. Ταξίδεψε σε διάφορες χώρες. Πέθανε τον Ιούλη του 1964 στην Αθήνα.

Έργα του – Ποίηση: Τραγούδια (1902), Γκρεμισμένοι βωμοί, Νυχτόπνοα (1916), Κιθάρα μποέμικη (1938), Εμείς κι αυτοί (1956) κ.ά. – Θέατρο: Η Κόκκινη Πρωτομαγιά (1921), Τραγικό ξύπνημα (1930), Τα φρούτα εποχής (1931) κ.ά. – Πεζογραφία: Οι τρεις προσφυγοπούλες κ.ά.

Μετάφρασε Γάλλους ποιητές, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Άντον Τσέχωφ, Μαξίμ Γκόρκι, Εμίλ Ζολά, Όσκαρ Ουάιλντ και άλλους, καθώς Ευριπίδη και Σοφοκλή.

Το 1954 έγινε η έκτη έκδοση της Γαλλικής Ανθολογίας, των εκδόσεων “Χρυσή Δάφνη”, όπου μετέφρασε τους μεγάλους Γάλλους ποιητές της περιόδου 1750 έως 1950.

Κριτικά αποσπάσματα – μεταξύ άλλων – της Γαλλικής αυτής Ανθολογίας:

Κωστής Παλαμάς: «… Οι μεταφράσεις των Γάλλων ποιητών του κ. Γ. Σημηριώτη θα μείνουν σαν ένα από τα καλύτερα ποιητικά μνημεία που έχει να επιδείξει ο Λυρικός μας Λόγος.»

Κώστας Βάρναλης: «Αγαπημένε μου ποιητή,  Χρέος μου είναι να τονίσω την χαρά που μου δίνουν οι μεταφράσεις σου των Γάλλων ποιητών. Χρέος μου να τονίσω την επιτυχία αυτού του μεγάλου σου έργου – και να σε βεβαιώσω πως συχνά σε διαβάζω και πάντα σ’ αγαπώ».    

Γιάννης Σκαρίμπας: «Ο κ. Γιώργης Σημηριώτης, ποιητής ο ίδιος και “ποιητικός” στη ζωή του, στις μεταφράσεις του των Γάλλων Λυρικών, που μας έδωσε, στάθηκε δημιουργικός σαν εκείνους. Στα Γράμματά μας η εργασία του αυτή, εμπνευσμένη, αφοσιωτική και βαθύπνοη, θα μείνει μαζί και σαν παράδειγμα θυσίας και μόχθου.»

Στρατής Μυριβήλης: «…Για έναν ποιητή που καταπιάνεται να μεταφυτέψει στα χώματά του και στη γλωσσική του ατμόσφαιρα αυτά τα εξωτικά άνθη του πνεύματος, αυτό είναι επί πλέον μια πράξη ηρωισμού και αυτοθυσίας…»

Γρηγόρης Ξενόπουλος: «…Οι μεταφράσεις του κ. Γ. Σημηριώτη θα μείνουν μοναδικές στη φιλολογία μας. Για να πεισθεί κανείς για την ποιητική του δεξιοτεχνία, δεν έχει παρά να παραβάλλει τη μετάφρασή του της “Λίμνης” του Λαμαρτίνου, με τις τρεις – τέσσερες μεταφράσεις που έγιναν στη χώρα μας…»

 

***

(Από το εξώφυλλο της Γαλλικής Ανθολογίας του Γιώργη Σημηριώτη, των εκδόσεων “Χρυσή Δάφνη – 1954)

Αλφόνσος Λαμαρτίνος (1790 – 1869)

 

Η λίμνη

Πάντα λοιπόν σ’ ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του Χρόνου να σταθούμε
μια μέρα μοναχά;

Ω λίμνη! πάει δε πάει χρονιά στα νερά σου γύρω
οπού ‘λπιζα κ’ η αγάπη μου πως θα ξαναφανεί,
κοίταξε! μόνος έρχομαι στο βράχο ν’ απογείρω
που γέρναμε μαζί.

Έτσι και τότε ο βόγγος σου μέσ’ στις σπηλιές βοούσε,
έτσι στα ξεσκισμένα τους ξέσπαγες γκρεμνά,
κι έτσι ο αγέρας τον αφρό στα πόδια της σκορπούσε
τα τόσο λατρευτά.

Θυμάσαι; μια βραδιά βουβοί πλέαμε στο νερό σου∙
στους ουρανούς, στα πλάτια σου χυνόταν σιγαλιά
κι άλλο δεν ακουγότανε παρά τ’ αρμονικό σου
φλίφλισμ’ απ’ τα κουπιά.

Μα ξάφνου κάποια μουσική πρωτάκουστη και ξένη
στις μαγεμένες όχτες σου αντήχησε γλυκά∙
το κύμα εστάθη κι’ η φωνή που ‘ναι μου αγαπημένη
είπε τα λόγια αυτά:

«Κράτησε, Χρόνε, κράτησε το πέταγμά σου τώρα!
και σεις μην κάνετε φτερά, χαρούμενες στιγμές!
Αφήστε να χαρούμ’ εδώ στης ευτυχίας την ώρα
τις μέρες τις χρυσές.

«Τόσοι είναι οι δύστυχοι στη γη που σας παρακαλούνε!
γι’ αυτούς πετάξτε γρήγορα και πάρτε στα φτερά
κι όσα τους δένουν βάσανα, μα εκείνους που ευτυχούνε
ξεχάστε μια φορά.

«Μ’ άδικα ακόμα του ζητώ καμιά γλυκιά στιγμούλα,
ξεφεύγει ο Χρόνος και πετά! Κράζω μ’ απελπισιά:
άργησε, στάσου νύχτα μου! – μα να, χαράζ’ η αυγούλα
και διώχνει τη νυχτιά.

«Ας αγαπούμε, αδιάκοπα λοιπόν ας αγαπούμε!
εμπρός! ας τη χαιρόμαστε τη φτερωτή στιγμή!
εμείς κι ο Χρόνος φεύγουμε, λιμάνι δε θα βρούμε,
ποτέ μέσ’ στη ζωή!»

Χρόνε ζηλιάρη, κ’ οι στιγμές λοιπόν που μας μεθούνε,
τότε που ο έρωτας βροχή μας ραίνει τις χαρές,
Χρόνε σκληρέ, κι αυτές λοιπόν πετούν καθώς πετούνε
οι ολόπικρες στιγμές;

Τι; κι αν απ’ το διάβα τους λοιπόν τίποτα δε θα μείνει;
Τι; πέταξαν ολότελα; τι; παν για πάντα πια;
Ο Χρόνος που τις έδωσε, ο Χρόνος που τις σβήνει,
δεν τις ξαναγεννά;

Βαθιά σκοτάδια: παρελθόν, μηδέν κι αιωνιότη,
τι κάνετε τις μέρες που τα βύθια σας ρουφούν;
Μιλήστε μας! οι ουράνιες εκστάσεις που ‘χει η νιότη,
ξανά πια δε θα ‘ρθούν;

Ω λίμνη! βράχοι σιωπηλοί! σπηλιές! απόσκια δάση!
σεις, που ο Καιρός δε σας γερνά, ή δίνει ξανά ζωή,
φυλάξτε από τη νύχτ’ αυτή, φύλαξε ωραία πλάση,
μια θύμηση μικρή!

Ας μείνει στη γαλήνη σου και μέσ’ στην τρικυμιά σου,
ω λίμνη ωραία! και στων πλαγιών τη γελαστή θωριά,
και μέσ’ στα μαύρα σου έλατα και στ’ άγρια τα γκρεμνά σου,
που γέρνουν στα νερά !

Ας μείνει στ’ ανατρίχιασμα της αύρας που περνάει,
στους ρόχθους που στις όχθες σου κυλούν τις μαγικές,
στ’ άστρο τ’ ασημομέτωπο που πάνω σου σκορπάει
αχτίδες αργυρές!

Ω! να ‘ταν, ναι, κι ο άνεμος, κ’ οι καλαμιές σαν κλαίνε,
κ’ οι ανάλαφρές σου οι ευωδιές κ’ η κάθε ανθοπνοή,
κι ό,τι αναπνέει, θωρεί κανείς κι ακούει, όλα να λένε:
αγάπησαν αυτοί!

 

***

Βίκτωρ Ουγκώ (1802 – 1885)

 

Το ποτήρι της ζωής

Μια κ’ ήπια από το ξέχειλο ποτήρι της ζωής σου,
μια και τ’ ωχρό μου μέτωπο το θείο σου είδε χάδι,
μια κι ένα βράδυ ανάπνευσα τη γλυκαναπνοή σου,
άρωμα της ψυχής σου αγνό, που ‘σβησε στο σκοτάδι∙

μια και σ’ εμένα δόθηκε να πει τ’ αγαπημένα
τα λόγια που ‘κρυβε βαθιά η καρδιά σου στην καρδιά μου
μια κ’ είδα πότε γελαστά και πότε δακρυσμένα
τα μάτια και τα χείλη σου να σμίγουν τα δικά μου∙

μια και να λάμπει κοίταξα στην κεφαλή μου απάνω
μια αχτίδα – ωϊμέ – απ’ τ’ αστέρι σου το πεπλοσκεπασμένο,
και μια που στης ζωής μου αυτής το ρέμα, είδα, το πλάνο,
να πέφτει ένα απ’ τη νιότη σου ροδόφυλλο αρπαγμένο∙

μπορώ να πω στα χρόνια πια που φεύγουν φτερωμένα:
– Περνάτε τώρα, φύγετε! πάντα εγώ νιος θα μείνω.
Διαβήτε μ’ όλα τ’ άνθη σας που βλέπω μαραμένα!
Κανείς να κόψει δεν μπορεί τ’ άνθος που εντός μου κλείνω.

Σταλαγματιά δε θα χυθεί στο φτεροχτύπημά σας,
απ’ το ποτήρι που ρουφώ κι έχω καλά γεμάτο.
Δε σβει του στήθους μου η φωτιά στη στάχτη τη δικιά σας,
και πιότερη απ’ τη λήθη σας αγάπη έχει από κάτω!

 

***

Αλφρέδος Μυσσέ (1810 – 1857)

 

Το τραγούδι της Μπαρμπαρέζας

Ω καβαλλάρη που κινάς για πόλεμο, όμορφέ μου,
τι πας να κάνεις, πες μου,
τόσο από ‘δω μακριά;
Δεν βλέπεις πόσο ‘ναι βαθειά η νύχτα και δεν είδες
πώς είναι όλο φροντίδες
ο κόσμος τούτος – δα;

Συ που πιστεύεις πως κι ο νους κι αυτός δε συλλογιέται
μια αγάπη που δεν απαρνιέται
στ’ αλήθεια κ’ η καρδιά,
αλί και τρισαλίμονο! που κυνηγάς τη δόξα
και των νικών τα τόξα
καπνός είναι κι αυτά.

Ω καβαλλάρη που κινάς για πόλεμο, όμορφέ μου,
τι πας να κάνεις, πε μου,
τόσο από μας μακριά;
Πάω να κλάψω τώρα εγώ που, αλίμονο!, θαρρούσα
πώς σου χαμογελούσα
γλυκά, πολύ γλυκά!

 

***

Κάρολος Μπωντλαίρ (1821 – 1867)

 

Ύμνος στην Ομορφιά

Έρχεσαι απ’ το βαθύ ουρανό ή μι’ άβυσσο σε βγάζει
εσέ ομορφιά; Το βλέμμα σου θείο, σατανικό,
μαζί με το ευεργέτημα το έγκλημα μοιράζει,
γι’ αυτό μπορώ με το κρασί πως μοιάζεις να σου πω.

Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση∙
σκορπάς αρώματα σε μια βραδιά θυελλική∙
Φίλτρο το θείο σου φιλί, το στόμα μόσχου βρύση,
κάνουν τον ήρωα άναντρο κι αντρείο το παιδί.

Απ’ το μαύρο βάραθρο ή απ’ τ’ αστέρια φτάνεις;
Η Μοίρα το φουστάνι σου σα σκύλος τ’ ακλουθά.
Τον κόσμο πότε μια χαρά πότε ρημάδι κάνεις,
και κυβερνάςτα πάντα εσύ δίχως ευθύνη μια.

Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις!
Η Φρίκη είν’ απ’ τα πιο όμορφα πόχεις διαμαντικά.
Κι ο Φόνος μέσ’ τα πιο ακριβά στολίδια που μαζεύεις,
χορεύει στην αγέρωχη κοιλιά σου ερωτικά.

Η πεταλούδα που κοντά σου, ω φλόγα, την ξεσέρνει,
το θάμπος, καίγεται και λέει: Ευλογημένη αυτή!
Κι’ ο λαφασμένος εραστής πάνω από σένα ως γέρνει,
χαϊδεύει λες τον τάφο σου καθώς ψυχομαχεί.

Κι αν έρχεσαι απ’ τον ουρανό, τον Άδη, τι με νιάζει
εσύ Ομορφιά! τέρας τρανό, αθώο, φοβερό!
αφού η ματιά, το γέλιο σου, το πόδι σου με μπάζει
σ’ άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους δω;

Σειρήνα ή Άγγελος, Θεός ή Σατανάς μπροστά μου,
α! τι με νιάζει αφού, βελουδομάτα εσύ ξωθιά,
κάνεις – ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσά μου! –
τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγώτερο βαρειά;

 

S P L E E N

Όταν βαρύς και χαμηλός ο ουρανός πλακώνει
το πνεύμα που απ’ την πλήξη του την τόση αγκομαχά
και γύρω τον ορίζοντα ολόκληρο τον ζώνει
και μαύρο φως πιο θλιβερό κι απ’ της νυχτός σκορπά,

όταν η γη μια φυλακή λες κ’ είναι μουσκεμένη,
όπου η Ελπίδα, φεύγοντας, σαν νυχτερίδα πάει
κι αγγίζει τη φτερούγα της στους τοίχους φοβισμένη
κι απά σε σαπιοτάβανα την κεφαλή χτυπάει∙

όταν η μπόρα με πυκνά πλοκάμια που μας ζώνουν,
την πλάση σιδερόφραχτη σαν κάτεργο την δείχτει,
και μύριες άτιμες, βουβές αράχνες παν κι απλώνουν
βαθιά μέσ’ το κεφάλι μας το δολερό τους δίχτυ,

ξεσπούνε τότες άξαφνα καμπάνες φρενιασμένες,
που το φριχτό τους ουρλιαχτό στους ουρανούς σκορπάνε,
καθώς ψυχές που τριγυρνούν απάτριδες, χαμένες,
κι αρχίζουνε θρηνητικά με πείσμα να βογγάνε.

Και νεκροφόρες δίχως μουσικές και ψαλμωδία,
περνούν απ’ την ψυχή μου. Κλαίει η Ελπίδα νικημένη,
και στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει η Αγωνία,
δεσποτική, τη μαύρη της σημαία, αγριεμένη.

 

***

Σουλλύ Πρυντώμ (1839 – 1907)

 

Το ραγισμένο βάζο

Το βάζο όπου τούτη η βερβένα σβήνει,
έχει από μια βεντάγια ραγιστεί∙
το χτύπημα τόσο αλαφρά ‘χει γίνει,
που κανείς κρότος δεν ακούστη εκεί.

Το ράγισμα όμως κείνο κάθε μέρα,
τρώγοντας το κρουστάλλι σιγανά,
απλώθηκε σαν φίδι πέρα ως πέρα,
και γύρω – γύρω το ‘ζωσε κρυφά.

Σταλιά – σταλιά το δροσονέρι τρέχει,
των λουλουδιών εσβύστη η μυρωδιά,
μ’ ακόμα αυτό κανείς δεν το προσέχει∙
ραγίστηκε, μην το αγγίχτε πια.

Έτσι και χέρι αγαπημένο αν λάχει
σκληρά να κρυφαγγίξει την καρδιά,
τότ’ η καρδιά ραγίζεται μονάχη,
σβουν της αγάπης τ’ άνθη, η μυρωδιά.

Ανέγγιχτη θαρρούν όλοι πως μένει,
μα κλαίει νοιώθοντας αυτή βαθιά,
η κοφτερή πληγή της πως δε γιαίνει∙
ραγίστηκε, μην την αγγίχτε πια.

 

***

Πωλ Βερλαίν (1844 – 1896)

 

Οι αλήτες

Αυτοί δεν έχουν άλογα, τα πόδια καβαλλάνε,
ούτε και πλούτη, μα ‘χουνε χρυσάφι στην καρδιά,
κι όπου τους βγάνει η άκρηα για κείνη ξεκινάνε,
κουρελιασμένοι πάντοτε και μ’ άγρια θωριά.

Με περιφρόνια οι γνωστικοί συχνά τους δασκαλεύουν∙
μ’ οίκτο για τους τρελούς αυτούς οι άμυαλοι μιλούν.
Κορίτσια σαν τους βλέπουνε, κι αυτά τους κοροϊδεύουν,
και τα παιδιά τους δείχνουνε τη γλώσσα και γελούν

Κι αυτός ο κόσμος που τους κλαίει και τους αναγελάει,
είναι γιατ’ έχουν οι άραχλοι στ’ αλήθεια μαγευτεί,
γιατί ακλουθούν κάποιο όνειρο κακό που τους τραβάει
πέρα προς τα λυκόφωτα που πάνε, και γιατί

στις φλογερές κιθάρες τους σπασμωδικά σα βάζουν
το χέρι που τις λευτεριές σκορπά, τότε γλυκά
κάποια τραγούδια αλλοιώτικα μας σιγαναστενάζουν,
τραγούδια ωραία, νοσταλγικά κι επαναστατικά.

Και τέλος γιατί δείχνουνε στα μάτια τα βαθιά των
πως κλαίει πικρά και πως γελά μ’ επιμονή πολλή,
ο έρωτας ο ασάλευτος των αιωνίων πραγμάτων,
ο έρωτας των αρχαίων νεκρών και των θεών μαζί.

Εμπρός λοιπόν! το δρόμο σας αδιάκοπα τραβάτε!
καταραμένοι, πλάνητες, τραβάτε θλιβεροί!
Πέρα στους βράχους, στις σπηλιές, όπου κι αν τριγυρνάτε,
για σας είν’ οι παράδεισοι του κόσμου σφαληχτοί.

Η φύση με τον άνθρωπο τα δυνατά της βάνει,
κ’ οι δυο για να χτυπήσουνε όσο μπορούν βαριά,
αυτή σας την περήφανη μελαγχολία, που κάνει
σαν περπατάτε να ‘χετε το μέτωπο ψηλά.

Κι έτσι εκδικιώντας πάνω σας αυτή τη βλασφημία,
που ελπίδες τέτοιες να’ χετε γυρεύετε τρανές,
τ’ αναθεματισμένα σας τα μέτωπα και κρύα,
μαραίνει τα με των στοιχιών τις άγριες καμτσικιές.

Τα καλοκαίρια καίγουνε κ’ οι πάγοι του χειμώνα,
παγώνουν ως το κόκαλο, το κρέας σας μαδούν.
Τότε απ’ τη θέρμη τρέμουνε, κεφάλι, χέρια, γόνα,
τα πόδια τα ξυπόλητα που αγκάθια τα ξεσκούν.

Όλα σας δείχνουν άσπλαχνα και σας βαρυολυπούνε,
κι όταν για σας ο Θάνατος θα’ ρθεί καμιά φορά,
το μελανό σας κι άσαρκο κουφάρι κι αν το βρούνε,
θα το περιφρονήσουνε κ’ οι λύκοι στα βουνά!

 

Φθινοπωρινό

Λυγμολαλιά
λες τα βιολιά
του φθινοπώρου στέρνουν
και στην καρδιά
βαρυθυμιά
μονότονη μου φέρνουν.

Μ’ όψη σβηστή
φωνή πνιχτή
σημαίνει η ώρα λέω
και πάει μου ο νους
σ’ αλλοτινούς
χρυσούς καιρούς και κλαίω.

Και προχωρώ
με σπρώχνει ωχρό
τ’ αγέρι τ’ οργισμένο
εδώ κι εκεί
πάνω στη γη
σα φύλλο μαραμένο.

 

***

Αρθούρος Ρεμπώ (1854 – 1891)

 

Τα φοβισμένα

Μαύρα μέσ’  στην ομίχλη και το χιόνι,
μπροστά στην τρύπα που η φωτιά φουντώνει,
με τα κολιά τους ένα γύρω και σκυφτά,

πέντε φτωχά – τι λυπημός σε πιάνει! –
κοιτάζουνε το φούρναρη να κάνει
τα ξανθωπά βαριά ψωμιά.

Γερά τα μπράτσα του μεταγυρίζουν
τη ζύμη τη σταχτιά και τη φουρνίζουν
μέσ’ στο φουρνόστομα το φωτεινό.

Να ψήνεται το άσπρο ψωμάκι ακούνε,
κι ο φούρναρης με χείλη που γελούνε,
ένα τραγούδι τραγουδάει παλιό.

Κι όταν μεσάνυχτα στερνά σημαίνουν
κι έτοιμα τα ψωμιά απ’ το φούρνο βγαίνουν,
κίτρινα με την κόρα τη σκαστή,

όταν κάτω απ’ τα ολόμαυρα καδρόνια,
οι κρούστες που ευωδούν και τα τριζόνια
τρίζουν και σιγοτραγουδούν,

πώς μέσα τους ξανά η ζωή χαράζει,
πόσο η ψυχούλα τους αναγαλλιάζει,
κάτω απ’ τα κουρέλια που φορούν!

Νιώθουν πως ζούνε τόσο ευτυχισμένα!
τα φτωχαδάκια τα κρουσταλλωμένα
– που μένουνε μπρος τη θυρίδα εκεί,

τις κόκκινες μυτίτσες τους κολλώντας
στα κάγκελα και κάτι τραγουδώντας,
όμως πολύ σιγά – σαν προσευχή!…

Στο φως αυτό τα μάτια έτσι καρφώνουν,
και τόσο τα κορμάκια τους τεντώνουν
προς τον ξανανοιγμένον ουρανό,

που τα βρακάκια τους ξοπίσω σκίζουν,
και τα πουκαμισάκια τους τρεμίζουν,
στ’ αγέρι το χειμερινό…

 

***

Ζαν Μορέας (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, 1856 – 1910)

Γεννήθηκε στην Αθήνα.  Εγκαταστάθηκε οριστικά στο Παρίσι

 

Η ζωή

Μη λέτε πως τερπνό η ζωή γλέντι ‘ναι απ’ άκρη ως άκρη,
μια τέτοια σκέψη σ’ άμυαλον ή σε χυδαίο ταιριάζει∙
και προ παντός μη λέτε, μη, πως είναι αιώνιο δάκρυ
αυτό ‘ ναι θάρρος άσκημο που γρήγορα κουράζει.

Γελάτε όπως την άνοιξη σειούνται τα κλώνια μόνο∙
κλάψτε σαν κύμα, σαν βοριάς στ’ ακρόγιαλα τριγύρου∙
χαρήτε κάθε μια ηδονή, νιώσετε κάθε πόνο,
και πήτε: είναι πολύ, αν και αυτό είναι σκιά ονείρου!

 

***

Πωλ Βαλερύ (1871 – 1945)

 

Τα βήματα

Τα βήματά σου, τα παιδιά της σιωπής μου,
ιερά κι’ αργά βαλμένα,
προς την κλίνη της άγρυπνης συλλογής μου,
προχωρούν βουβά και παγωμένα.

Ύπαρξη αγνή, θεία σκιά, ω! τι
γλυκά τα βήματά σου τα συγκρατημένα!
Θεέ μου!… όλα τα δώρα που ‘χω ονειρευτεί
μου ‘ρχονται στα πόδια τούτα πάνω, τα γυμνωμένα.

Αν ίσως τη γαλήνη θες να φέρεις
στη συλλογή μου και σιμώνεις,
ενός φιλιού τροφή να μου προσφέρεις
κι έτσι τα χείλη σου μου απλώνεις,

μη βιάζεσαι στο κάμωμα αυτό το τρυφερό σου,
στη γλύκα που ζωή και θάνατο σκορπά∙
γιατ’ έζησα προσμένοντας τον ερχομό σου,
και της καρδιάς μου οι χτύποι ‘ταν, τα βήματά σου μοναχά.

 

Παρουσίαση, επιλογή των ποιημάτων, κεντρική φωτογραφία: Στρατής Γαλιάτσος

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: