Κάλεσμα – καταγγελία επί πτυχίω φοιτήτριας του Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών
Γιατί η ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαντλείται σε διακηρύξεις· οφείλει να αποδεικνύεται στην πράξη.
Ονομάζομαι ΜM και είμαι επί πτυχίω φοιτήτρια του Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών.
Εδώ και έναν χρόνο βρίσκομαι αντιμέτωπη με μια κατάσταση που αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις της σημερινής πραγματικότητας στην ανώτατη εκπαίδευση.
Από τον Μάιο του 2025 έχω απευθυνθεί στη Γραμματεία του Τμήματός μου, ζητώντας εναλλακτική μέθοδο εξέτασης λόγω διαγνωσμένου και τεκμηριωμένου ζητήματος υγείας, αίτημα που δεν απαντήθηκε ποτέ. Μετά από προσωπική διερεύνηση, απευθύνθηκα τον Ιούλιο του 2025 στη Μονάδα Ισότιμης Πρόσβασης του Πανεπιστημίου Πατρών για την παροχή εύλογων προσαρμογών στην εκπαιδευτική διαδικασία, σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό της.
Έναν χρόνο μετά και παρά το γεγονός ότι έχω ακολουθήσει όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες, έχω προσκομίσει όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και έχω απευθυνθεί σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες, το ζήτημά μου παραμένει ανεπίλυτο.
Δεν έχει κοινοποιηθεί ούτε σαφής έγκριση ούτε αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματός μου. Αντίθετα, έχει διαμορφωθεί ένας ατέρμονας κύκλος παραπομπών, καθυστερήσεων και μετακύλισης ευθύνης μεταξύ των πανεπιστημιακών υπηρεσιών.
Συγκεκριμένα:
Τον Μάιο του 2025 απευθύνομαι στη Γραμματεία, επί του θέματος, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας χωρίς να λάβω απάντηση. Τον Ιούλιο του 2025 απευθύνομαι στη Μονάδα Ισότιμης Πρόσβασης, όπου μετά από συνάντηση με κοινωνική λειτουργό της Μονάδας, η διαδικασία διακόπτεται σε πρώτο στάδιο χωρίς σαφή αιτιολόγηση.
Στη συνέχεια απευθύνομαι στον Πρόεδρο του Τμήματος, ο οποίος επικαλείται τη θερινή περίοδο και παραπέμπει σε νέα επικοινωνία τον Σεπτέμβριο, όπου μου ζητούνται επιπλέον δικαιολογητικά, τα οποία και προσκομίζονται.
Τον Ιανουάριο του 2026, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Γραμματεία και ενώ δεν έχει υπάρξει καμία επίσημη γραπτή απάντηση, το ζήτημα μεταφέρεται στην ευθύνη των διδασκόντων, λόγω έλλειψης σαφούς θεσμικής κατεύθυνσης.
Το Φεβρουάριο του 2026, η Μονάδα Ισότιμης Πρόσβασης με καλεί εκ νέου σε υποβολή αίτησης, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε τον Ιούλιο του 2025 παρουσίασε διαδικαστικές αστοχίες, χωρίς ωστόσο να απαντά στα ουσιαστικά ερωτήματα που έχουν τεθεί και διατυπώνεται ότι θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην εκ νέου εμπρόθεσμη υποβολή από πλευράς μου.
Τον Απρίλιο του 2026, και μετά από επανειλημμένες πιέσεις, η Γραμματεία με ενημερώνει για υποβολή αίτησης μέσω e-services, προκειμένου το ζήτημα να συζητηθεί στη Συνέλευση του Τμήματος. Το αίτημα κατατίθεται και λαμβάνει αριθμό πρωτοκόλλου, όμως λίγες ημέρες μετά ενημερώνομαι ότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Συνέλευσης και ότι πρέπει να απευθυνθώ εκ νέου στη Μονάδα Ισότιμης Πρόσβασης, η οποία εξακολουθεί να μην έχει απαντήσει στα βασικά ερωτήματα της υπόθεσης και έχοντας παρέλθει πλέον η περίοδος υποβολής αιτήσεων.
Τον Μάιο του 2026, σε νέα επικοινωνία με την ΜΙΠ για κατ’ εξαίρεση εξέταση της περίπτωσής μου λόγω των ανωτέρω, ενημερώνομαι ότι η επαναλαμβανόμενη επικοινωνία μου «επιβαρύνει δυσανάλογα τη διοικητική λειτουργία της υπηρεσίας» και ότι δεν πρόκειται να δοθεί άλλη απάντηση, με παραπομπή στην Αντιπρυτάνη Φοιτητικής Μέριμνας και Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Πατρών.
Η υπόθεση έως και σήμερα έχει παραπεμφθεί στην Αντιπρυτάνη από τα τέλη Μαΐου 2026, με πλήρη γνώση του ιστορικού και όλα τα απαραίτητα στοιχεία επικοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα, τέλη Ιουνίου 2026, δεν έχει οριστεί συνάντηση ούτε έχει δοθεί χρονοδιάγραμμα εξέτασης ενός ζητήματος που παραμένει εκκρεμές για περισσότερο από έναν χρόνο. Συναντήσεις δε, που είχαν προγραμματιστεί, έχουν αναβληθεί χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και νέα ημερομηνία, από πλευρά Αντιπρυτανείας.
Σε όλη αυτή τη διαδικασία, η ευθύνη μεταφέρεται διαρκώς από υπηρεσία σε υπηρεσία χωρίς καμία να αναλαμβάνει την τελική επίλυση. Ο χρόνος περνά, οι διαδικασίες ανακυκλώνονται και το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: καμία απόφαση, καμία επίλυση.
Έως και σήμερα προσμετρώνται τρεις
Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση μιλά για «αναβάθμιση» της ανώτατης εκπαίδευσης, για αριστεία, αξιολόγηση και αυστηροποίηση του πλαισίου φοίτησης με διαγραφές και πειθαρχικά μέτρα κατά των φοιτητών, στην πράξη ένας φοιτητής που επιχειρεί να αξιοποιήσει τις θεσμοθετημένες δομές υποστήριξης του δημόσιου πανεπιστημίου βρίσκεται εγκλωβισμένος για περισσότερο από έναν χρόνο σε μια διαδικασία χωρίς κατάληξη.
Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ότι σπουδάζουμε με μεγάλες οικονομικές θυσίες, από το υστέρημά μας και των οικογενειών μας. Η καθημερινότητα μας είναι ήδη δύσκολη, μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενων πιέσεων και εμποδίων στην ολοκλήρωση των σπουδών μας.
Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι αντιμετωπίζουμε επιπλέον ζητήματα υγείας καλούμαστε να δώσουμε διπλή μάχη: τόσο για την ένταξή μας στην εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή, όσο και για την ισότιμη συνέχιση των σπουδών μας.
Πώς μπορεί να γίνεται λόγος για ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση, όταν οι θεσμοί που υποτίθεται ότι την εγγυώνται δεν ανταποκρίνονται στην πράξη;
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν διδάσκοντες που επιθυμούν να συνδράμουν στην εξεύρεση λύσης και αναζητούν τρόπους εξέτασης που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυσκολίες που αντιμετωπίζω. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί βρίσκονται χωρίς σαφείς κατευθύνσεις και θεσμική κάλυψη από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο εμένα.
Αφορά το αναφαίρετο δικαίωμα όλων μας στην ισότιμη πρόσβαση στις σπουδές μας. Αφορά κάθε φοιτητή που πλήττεται από την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση των πανεπιστημίων σε διδακτικό, εργαστηριακό και διοικητικό προσωπικό. Αφορά την έλλειψη ουσιαστικών μέτρων πρόνοιας για φοιτητές με προβλήματα υγείας, αλλά και για όσους αναγκάζονται να εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους.
Αφορά τη λειτουργία των δημόσιων πανεπιστημίων και το κατά πόσο τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται θεσμικά έχουν πραγματικό αντίκρισμα στην πράξη. Και, τέλος, αφορά τις κοινωνικές διακρίσεις που λαμβάνουν τόπο απέναντι στις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες.
Καλώ τον Φοιτητικό Σύλλογο, την πανεπιστημιακή κοινότητα, τα σωματεία, τους κοινωνικούς φορείς και κάθε αρμόδια αρχή να τοποθετηθούν δημόσια και να απαιτήσουν την άμεση ολοκλήρωση των διαδικασιών σύμφωνα με τις υπάρχουσες δυνατότητες και συνθήκες.
Γιατί η ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαντλείται σε διακηρύξεις· οφείλει να αποδεικνύεται στην πράξη.
Μ.M.
