Βιογραφικά στο απόσπασμα και αυτοβιογραφίες στη λάσπη
Από τον Σκαλούμπακα της «Ελεύθερης Ωρας» ως τον Λαζόπουλο, από την «Εφημερίδα των Συντακτών» ως τον Στούκα στο «Πρώτο Θέμα»…«Καλοί οι σκοτωμένοι κομμουνιστές, προδοτική η ηγεσία τους και βεβαίως προδοτικό στο διηνεκές το ΚΚΕ»
Αναδημοσιεύουμε από τον «Ριζοσπάστη» άρθρου του Θανάση Λεκάτη, μέλους του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ
Ξάφνου οι 200 κομμουνιστές της Καισαριανής, ένας προς έναν, απόκτησαν ένα ξεχωριστό βιογραφικό. Οχι το τυπικό (μέρα γέννησης κ.λπ.), μα το τεράστιο βιογραφικό που αποτυπώνεται στα πρόσωπά τους, έτσι όπως κοιτάνε κατάματα τους εκτελεστές τους – και μέσα από τον φωτογραφικό φακό τους, κατάματα όλη την ανθρωπότητα, έναν προς έναν, καθέναν που κοιτά αυτά τα μάτια να τον κοιτούν: Αυτοί είμαστε οι κομμουνιστές, δηλώνουν.
Κι από κείνη την ώρα δεν υπάρχει άνθρωπος, δεν υπάρχει γειτονιά, δεν υπάρχει εργασιακός χώρος, δεν υπάρχει χωριό που να μην ταυτίστηκε, να μην ένιωσε περηφάνια, να μην έψαξε να βρει μια συγγένεια μ’ αυτή τη ματιά των αδούλωτων, με το Κόμμα που τους γέννησε.
Ολοι; Οχι, βγήκαν και οι παντός είδους απολογητές της καπιταλιστικής εξουσίας να «θαυμάσουν» τους 200, μόνο για να θάψουν το ΚΚΕ. Από τον Σκαλούμπακα της «Ελεύθερης Ωρας» ως τον Λαζόπουλο, από την «Εφημερίδα των Συντακτών» ως τον Στούκα στο «Πρώτο Θέμα».
Ποια είναι η γραμμή, με την οποία κινούνται οι απολογητές του καπιταλισμού; «Καλοί οι σκοτωμένοι κομμουνιστές, προδοτική η ηγεσία τους και βεβαίως προδοτικό στο διηνεκές το ΚΚΕ». Για να στηρίξουν το συμπέρασμα αξιοποιούν στο έπακρο και τις αντιφάσεις που περιέχονται σε ορισμένα αυτοβιογραφικά γραπτά. Και φυσικά, επιλέγουν μόνο εκείνα τα αυτοβιογραφικά κείμενα και όσες αντιφάσεις ταιριάζουν στην επιχειρηματολογία τους.
Στην «Εφημερίδα των Συντακτών» έβαλαν πλάι πλάι τον αντικομμουνιστή Αγι Στίνα και τον πρώην Ακροναυπλιώτη Γιάννη Μανούσακα, με τίτλο «Απ’ την Ακροναυπλιά στην Καισαριανή η κρυμμένη αλήθεια». Φυσικά, η «κρυμμένη αλήθεια» δεν αφορά την πρόθεση της εφημερίδας να μιλήσει για τις λεγόμενες «λευκές σελίδες» της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αλλά την προσπάθειά της να προωθήσει μια εκλεπτυσμένη μορφή ιστορικού αναθεωρητισμού.
Για τον Στίνα δεν χρειάζονται πολλά. Είναι γνωστός από την προπολεμική στάση καταγγελίας της ΕΣΣΔ ενόψει του πολέμου έως τη θέση του ότι οι αντάρτες προκαλούσαν τα αντίποινα των ναζί. Για να συμμαζευτεί αυτή η ξεφτίλα, κοτσάρησαν από δίπλα και ολίγον Μανούσακα, που παρέμεινε έως αργότερα μέλος του ΚΚΕ κι έγραψε το 1969 ότι είδε το φως το αληθινό μετά το 20ό Συνέδριο και την 6η Ολομέλεια, δηλαδή μετά την επικράτηση του οπορτουνισμού στο ΚΚΣΕ και τη διαλυτική παρέμβαση στο ΚΚΕ.1
Εδώ, μια σημείωση: Σε όσους εκ των υστέρων διαφοροποιήθηκαν από το ΚΚΕ, ανήκει κάθε σταγόνα του αίματος που έχυσαν στον αγώνα. Ομως, η επίκληση των αγώνων τους για να χτυπηθεί το εργατικό – λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν και πολύ περισσότερο η χρήση τους από τον ταξικό αντίπαλο είναι αντικείμενο κριτικής.
Ψηλαφίζοντας τον βούρκο
Τιτλοφορεί το πόνημά του στο «Πρώτο Θέμα» ο γνωστός για τη στοχοπροσήλωσή του στο αναμάσημα κάθε αντικομμουνιστικής προπαγάνδας Στούκας2: Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν άφηνε τους κρατούμενους να δραπετεύσουν, υπαινισσόμενος έτσι ότι δεν φταίνε οι ναζί που εκτελούσαν τους κομμουνιστές, αλλά η ηγεσία του ΚΚΕ!
Και για να υποστηρίξει τη γελοία αντιστροφή της πραγματικότητας και τη μετατροπή των θυμάτων σε θύτες, επικαλείται υποτίθεται τον Μανούσακα, ο οποίος και τα έζησε από πρώτο χέρι. Τι λέει όμως ο Μανούσακας.
Γράφει αναφερόμενος στην έναρξη του ιταλοελληνικού πολέμου:
«29 Οκτώβρη 1940 (…) διαβάστηκε ένα υπόμνημα και ζητούσε η καθοδήγησή μας να πούμε τη γνώμη μας και να το υπογράψουμε (…) πήρα το λόγο και βιαστικός είπα δεν έχει ψεγάδι θα το υπογράψω. Ούτε άλλος στο θάλαμο, σε όλο το στρατόπεδο, έφερε αντίρρηση. Μ’ αυτό ζητούσαμε να μας δώσει τη δυνατότητα η κυβέρνηση του Μεταξά να πάμε στην πρώτη γραμμή του Μετώπου». (σελ. 163)
Και συμπληρώνει στην επόμενη σελίδα: «Πιστεύω ότι αν ο Μεταξάς δεν πέθανε θα μας άφηνε».
Ομως το υπόμνημα στάλθηκε στις 29 Οκτώβρη 1940. Ο Μεταξάς πέθανε 29 Ιανουαρίου 1941 και μέχρι τότε, δυο μήνες αργότερα, όχι μόνο δεν τους έστειλε στο μέτωπο, αλλά βρέθηκαν φυλακισμένοι και από τη διάδοχη κυβέρνηση Τσουδερού. Αυτή ήταν που θα τους παρέδιδε στους Γερμανούς, παρότι άνηκε στους λεγόμενους κεντρώους αστούς πολιτικούς και ήταν υποστηρικτής της συνέχισης της συμμαχίας της ελληνικού καπιταλιστικού κράτους με τη Μ. Βρετανία, και ως τέτοιος ήταν και ο πρώτος επικεφαλής της εξόριστης αστικής κυβέρνησης.
Και αφού είναι εμφανές, ακόμα και μέσα από τις αντιφάσεις του Μανούσακα, το ποιος ευθύνεται για την παράδοση των κομμουνιστών στις αρχές Κατοχής, περνάμε στον ισχυρισμό ότι η κομματική καθοδήγηση δεν άφηνε τους κομμουνιστές να δραπετεύσουν. Παραθέτει ο Στούκας ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μανούσακα για να στηρίξει τη θέση ότι κατ’ επανάληψη – και όχι μόνο στην Ακροναυπλία – η κομματική καθοδήγηση παρεμπόδισε τον σχεδιασμό αποδράσεων. Το παράθεμα προέρχεται από έναν αστερίσκο στο βιβλίο του Μανούσακα στη σελίδα 341, σε ένα κείμενο που αφορούσε την απόπειρα απόδρασης από την Κέρκυρα το 1943:
«Γυρίσαμε στην ομάδα τρέχοντας, μα είχε αρχίσει κιόλας να χαράζει. Είχαμε χάσει κάθε ευκαιρία να φύγουμε*. Θα μέναμε στο νησί κι έπρεπε να βρούμε τι θα κάνουμε τώρα με τις καινούργιες δυσκολίες».
Και η υποσημείωση στη βάση της ίδιας σελίδας αναφέρει:
«Πριν από δυόμισι χρόνια στην Ακροναυπλία και στην Πύλο οι φρουροί μας χωροφύλακες, στην πράξη, μας είχαν αφήσει λεύτερους, κι η ηγεσία μας το αρνήθηκε! Πριν από έξι μήνες ο Απελευθερωτικός Στρατός της Ελλάδας, ο ΕΛΑΣ, θέλησε να μας λευτερώσει στην Κατούνα, κι η ηγεσία μας δεν το δέχτηκε. Ακόμη και στη Βόνιτσα το προσπάθησε, όπως μετά από χρόνια μαθεύτηκε, και πάλι η ηγεσία το αρνήθηκε. Και τώρα εδώ στην Κέρκυρα, που αφού δεν δέχτηκε τον εξοπλισμό μας η άρχουσα τάξη του νησιού και δεν είχε κανένα λόγο η παραμονή μας στο νησί, ενώ η Αλβανία ήταν αδειανή από Γερμανούς και μπορούσαμε να περάσουμε στο ελληνικό έδαφος, η ηγεσία μας αδράνησε κι ο ηγέτης μας μας εγκατέλειψε».
Αν όμως κανείς αναζητήσει στις προηγούμενες σελίδες τη στοιχειοθέτηση των παραπάνω, θα διαπιστώσει τα εξής:
Για την Κατούνα, ο Μανούσακας γράφει «αργότερα διαδόθηκε η είδηση» πως οι αντάρτες ζητούσαν να τους λευτερώσουν, αλλά η καθοδήγηση δεν δεχόταν. Δηλαδή το «διαδόθηκε» είναι η απόδειξη για αυτό, όπως και για άλλες περιπτώσεις που θα ακολουθήσουν. Ταυτόχρονα και αντιφατικά σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται:
«…μα σα μετρούσαμε το πράμα με το λογικό βρίσκαμε πως τα σύρματα ήταν απέραστα» (σελ. 270)
Κι αφού ήταν «απέραστα τα σύρματα», τι σημαίνει δεν ήθελε η καθοδήγηση; Ψιλά γράμματα για όσους θέλουν απλά να αποδώσουν τις ευθύνες στο ΚΚΕ. Εξάλλου, η πολιτική πρόθεση της κομματικής καθοδήγησης καταγράφεται αντιφατικά στη συνέχεια από τον ίδιο τον Μανούσακα (για όποιον θέλει να τη δει). Δύο σελίδες μετά το προαναφερόμενο απόσπασμα σημειώνει:
«…το κόμμα είχε στείλει εντολή στην κομματική οργάνωση της Αιτωλοακαρνανίας να οργανώσει την απελευθέρωσή μας με τον ΕΛΑΣ» (σελ. 272).
Για την υπόθεση της Πύλου, γράφει ο Μανούσακας:
«Κυκλοφορεί στο στρατόπεδο η διάδοση (από τους διαφωνούντες) ότι η φρουρά που τους συνόδεψε τους είπε ότι είναι λεύτεροι να φύγουν μα ο γραμματέας που ήταν ο Κώστας Κολιγιάννης και άλλοι δεν δέχτηκαν την πρόταση των χωροφυλάκων». (σελ. 172)
Πάλι η «διάδοση»! Και καθώς ο ίδιος δεν ήταν στην Πύλο, επικαλείται ξανά και ξανά ένα άλλο γραπτό, γεμάτο με «διαδόσεις». Πρόκειται για το βιβλίο του Β. Γιαννόγκονα με τίτλο «Ακροναυπλιά» (σελ 171). Ομως, αμέσως πιο κάτω στη σελίδα 172 γράφει ο Μανούσακας και το εξής: «…ο Αντωνάτος που έχει γραμμένο ένα βιβλίο βρισκόταν στην Πύλο κι ήρθε στην Ακροναυπλιά με τους πρώτους εκατό, δε μιλάει για το γεγονός αυτό».
Τι γίνεται λοιπόν; Ο Αντωνάτος επώνυμα διαψεύδει τον ανώνυμο διαδοσία.
Και μάλιστα, σε αυτή την περίπτωση διαψεύδει μια διάδοση που δεν αφορά γενικά και αόριστα την κομματική καθοδήγηση, αλλά την κομματική καθοδήγηση του στρατοπέδου. Πράγμα που σημαίνει ότι ο Μανούσακας κατηγορεί όχι την ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά τους ίδιους τους πολιτικούς κρατούμενους ότι παρεμπόδιζαν την απόδραση.
Το ίδιο θα γίνει εμφανές και στη συνέχεια, όταν πλέον ο Μανούσακας θα συναντηθεί με κρατούμενους της Πύλου στην Ακροναυπλία, σε μια περίοδο που οι Γερμανοί έχουν αρχίσει να καταλαμβάνουν τη χώρα. Τότε, όπως υποστηρίζει, οι κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι διαφώνησαν για το αν θα επιχειρούσαν να αποδράσουν ή όχι:
«Θυμάμαι τους κρητικούς να είμαστε σύμφωνοι να φύγουμε: Πάγκαλος, Χρυσογόνης, Πολυχρονάκης, Γέμελος, Καλαφατάκης, Φαραντάκης, Μαμαλάκης, Τσικουράκης, Μπαϊραμόγλου, Πετρομιχελάκης. Από τους γραμματιζούμενους ο Νίκος Μαριακάκης και ο καθηγητής Παναγιώτης Κορναράκης. Με την καθοδήγηση συμφωνούσαν: (να μη φύγουμε) Σιγανός, Σουκατζίδης, Τσιτήλος, Καραντώνης όλοι τους γραμματιζούμενοι κι ο Αναγνωστάκης σαμαράς. Βασικά η καθοδήγηση για να τα καταφέρει να μας κρατήσει δω μέσα υποστηρίχτηκε από τους γραμματιζούμενους» (σελ. 173).
Σε αυτό το σημείο είναι ευκαιρία να τονιστεί και το εξής. Είναι άλλο πράγμα η σωστή ή λαθεμένη εκτίμηση της δυνατότητας απόδρασης σε κάποια φάση από την κομματική καθοδήγηση, η οποία στηριζόταν σε διάφορα κριτήρια (πιθανότητες επιτυχίας, αριθμός των απωλειών στην περίπτωση αποτυχίας, δυνατότητα επικοινωνίας με τις κομματικές οργανώσεις εκτός φυλακής και συνεπαγόμενες δυνατότητας φιλοξενίας και διάσωσης των δραπετών, συνέπειες για όσους κρατούμενους μείνουν πίσω κ.λπ.) και άλλο η συνειδητή απόφαση της κομματικής καθοδήγησης να αφήσει τους πολιτικούς κρατούμενους φυλακισμένους, μόνο και μόνο για να τους χρησιμοποιεί ως ηρωικά σύμβολα ή γιατί δεν ενδιαφερόταν για αυτούς, όπως υπονοούν οι διάφοροι ιστοριολογούντες.
Με αυτή την έννοια, ακόμα και αν τα πράγματα έχουν όπως τα παρουσιάζει ο Μανούσακας, η διαφορετική εκτίμηση των πολιτικών κρατουμένων για την απόδραση μεταφράζεται από τον ίδιο σε άρνηση της κομματικής καθοδήγησης και στη συνέχεια χρησιμοποιείται από τον Στούκα, την «Εφημερίδα των Συντακτών» και κάθε καλοθελητή, προκειμένου να υποστηρίξει ότι το ΚΚΕ δεν τους άφηνε να αποδράσουν και να καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι οι ελεύθεροι ηγέτες του ΚΚΕ άφηναν τους αλυσοδεμένους συντρόφους τους να πεθάνουν.
Και τα πράγματα θα ήταν απλά γελοία, αν δεν ήταν τόσο υβριστικά για τη μνήμη των αγωνιστών που επικαλούνται, με δεδομένο και ότι ανάμεσα σε αυτούς που διαφωνούσαν με την απόδραση καταγράφεται και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, μετέπειτα εκτελεσμένος με τους 200 της Καισαριανής. Οι διάφοροι απολογητές της καπιταλιστικής εξουσίας, που επικαλούνται τους 200 για να χτυπήσουν το ΚΚΕ, φτάνουν να χρησιμοποιούν ένα σκεπτικό που κατηγορεί πρακτικά τον ίδιο τον Σουκατζίδη για την εκτέλεσή του!
Ολα τα προηγούμενα φαντάζουν και λογικά μετέωρα, γιατί κανείς δεν θα μπορούσε στα σοβαρά να εξηγήσει γιατί οι πολιτικοί κρατούμενοι (αυτοί που συγκροτούσαν την κομματική καθοδήγηση) δεν ήθελαν να απελευθερωθούν;
Σε αυτό το ερώτημα αδυνατεί να απαντήσει τόσο ο χυδαίος αντικομμουνισμός του Στούκα, όσο και εκλεπτυσμένος της «Εφημερίδας των Συντακτών». Από την άλλη, ο Μανούσακας, σε ένα απόσπασμα που οι «υποστηρικτές» του δεν θέλουν να αναφέρουν, παραπέμπει και πάλι στο βιβλίο του Β. Γιαννόγκονα, ο οποίος υποστηρίζει:
«…φαίνεται ότι η καθοδήγηση επηρεασμένη από την πολύχρονη φυλάκιση είχε πάθει ό,τι παθαίνουν τα πουλάκια που είναι χρόνια στο κλουβί, δεν εκμεταλλεύονται την λιγόλεπτη ευκαιρία να δραπετεύσουν, έτσι η καθοδήγησή μας αποχαυνώθηκε».
Η αντιστροφή της πραγματικότητας δικαιολογείται με μια βολική ψυχολογική ερμηνεία και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Ο ανθρωπιστής Τσολάκογλου
Η αξιοπιστία της μαρτυρίας του Μανούσακα κρίνεται και από αυτά που αναφέρει στη συνέχεια:
«Βρεθήκαμε λοιπόν με την κατάκτηση από τους Γερμανούς ξάναρχα μαντρωμένοι από τον αντιπατριωτισμό του υπουργείου της ασφάλειας κι από την ανικανότητα της ηγεσίας μας και την αδράνεια τη δική μας» (σελ. 184).
Και συμπληρώνει:
«…η πρώτη διορισμένη από τους κατακτητές κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου είχε ξεσηκώσει με τον τύπο μια καμπάνια, γράψανε και μας λέγανε πως είμαστε θύματα της αυθαιρεσίας ότι κρατιόμαστε παράνομα παράλογα και άδικα, ότι θα πρέπει να μείνουμε ελεύθεροι (…) δεν ξέρω και πάνω σ’ αυτό το θέμα τι ενέργειες έκαμε η καθοδήγηση του στρατοπέδου μας έξω (…) η καθοδήγηση δεν εξέτασε να δει τι δυνατότητες διάθετε ο καθείς από τους 602 συντρόφους από συγγενείς και άλλες γνωριμίες κι αυτές να τις κατευθύνει σε μια πίεση προς τον Κουίσλιγκ Πρωθυπουργό. Δεν ζήτησε από τον καθένα μας έστω να ενεργήσει ατομικά για την απελευθέρωσή του που πιστεύω ότι πολλοί θα έμεναν ελεύτεροι» (σελ. 187).
Εδώ πλέον η περίφημη άρνηση της καθοδήγησης να δραπετεύσουν μετατρέπεται σε άρνηση της καθοδήγησης να πάρει η ίδια πρωτοβουλία να πάνε οι αγωνιστές που πέρασαν τα πάνδεινα και δεν υπέγραψαν δήλωση μετανοίας, να παρακαλάνε την κατοχική κυβέρνηση.
Η ιστορική πραγματικότητα
Από τα προηγούμενα γίνεται προφανές ότι η μαρτυρία χρησιμοποιείται μόνο για να σπιλώσει το ΚΚΕ, μια κομματική καθοδήγηση που εκείνη την εποχή πρωτοστατούσε στην οργάνωση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μέσα και από αποδράσεις στελεχών του ΚΚΕ.
Την ίδια περίοδο, με κατεύθυνση της ίδιας καθοδήγησης οργανώθηκαν και εκτελέστηκαν με επιτυχία μια σειρά αποδράσεις από τα νησιά της εξορίας (Ανάφη, Φολέγανδρο, Αη Στράτη, σανατόρια κ.ά.). Κι ακόμα χειρότερα για το σενάριο «περί καθοδήγησης που παραδίδει τους κρατούμενους», στη συνέχεια οργάνωσε και την απόδραση όσων από την Ακροναυπλία στάλθηκαν στην Κέρκυρα, μαζί βεβαίως και του Μανούσακα:
«13 Σεπτέμβρη του 1943. Η ώρα είναι εννιά. Το σκοτάδι τύλιξε τη γή. Σε μια αράδα οι εκατό του Λαζαρέτου ξεπορτίζουμε απ’ το κάτεργο κι αντικρύζουμε τη μικρή προβλήτα. Δυο μικρά βενζινόπλοια μας περιμένουνε από δυο μέρες τώρα. Τα πληρώματά τους είναι μέλη του Εθναπελευθερωτικού Μετώπου. Στο μουράγιο μας περίμεναν πολλοί αγωνιστές του Εθναπελευθερωτικού Μετώπου. “Γεια σας σύντροφοι”, μας καλωσορίζουν όσο πηδάμε ένας-ένας από τα πλεούμενά τους» (σελ 304).
Και για να μη θεωρήσει κανείς ότι σχεδιάζονταν γενικά αποδράσεις, αλλά δεν συνέβαινε το ίδιο και στην Ακροναυπλία, λόγω της εκεί κομματικής καθοδήγησης των πολιτικών κρατουμένων και για να αναζητήσει πιο λογικές εξηγήσεις από τις ψυχολογικίζουσες ερμηνείες, καλό θα ήταν να εξετάσει και άλλες μαρτυρίες της εποχής:
Γράφει ο Βασίλης Μπαρτζιώτας για την κατάσταση στην Ακροναυπλία τις μέρες της κατάκτησης από τα γερμανικά στρατεύματα:
«Η Ομάδα μας με επιτροπή της απαιτεί από τη Διοίκηση του στρατοπέδου να μας αφήσει αμέσως ελεύθερους. Συγκεντρωθήκαμε μπροστά στις κιγκλίδες και φωνάζαμε να ανοίξουν οι πόρτες της φυλακής μας. Οταν άκουσε τις φωνές και είδε τόσο κόσμο στις κιγκλίδες ο διοικητής μας (…) γίνηκε κατάχλωμος και άρχισε να φωνάζει από την πόρτα του γραφείου του:
“Κύριε Ιωαννίδη. Εχετε το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, ότι αν οι Γερμανοί περάσουν τον Ισθμό, που είναι η τελευταία γραμμή αμύνης, διαθέτω εβδομήντα χωροφύλακες, κάμποσα οπλοπολυβόλα και βαρειά πολυβόλα, θα πάρω και εσάς και θα πολεμήσουμε μαζί”.
Οπως έδειξαν τα πράγματα ο κύριος διοικητής μας έλεγε ψέματα για να μας καθησυχάσει… Κανέναν λόγο στρατιωτικής τιμής δεν έχουν οι χαφιέδες.
(…) Την άλλη μέρα επιτροπή μας από τους πρώην βουλευτές Γιάννη Ιωαννίδη και Κώστα Θέο ζήτησε να παρουσιαστεί στον Εγγλέζο στρατηγό (αυτός ήταν τώρα ανώτατος διοικητής της Πελοποννήσου) για να βάλει το ζήτημα της απόλυσής μας. Ο Εγγλέζος στρατηγός δεν τους δέχτηκε.
(…) Δεν έλειπαν και οι ανοιχτές απειλές από πράχτορες των Αγγλων που τις διοχέτευαν στην Ακροναυπλία.
– Καθίστε ήσυχα, γιατί τα αγγλικά καράβια θα στρέψουν τα κανόνια εναντίον σας και θα σας κάψουν. Θα κάνουν στάχτη την Ακροναυπλία!… Δεν σας αφήνουμε γιατί εσείς θα οργανώσετε επανάσταση, ενώ οι Αγγλοι θέλουν να γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα».3
Ετσι απ’ ό,τι φαίνεται από τα παραπάνω, η κομματική καθοδήγηση του στρατοπέδου έκανε ενέργειες για την απελευθέρωση, αλλά δεν εκτίμησε εφικτή μια απόδραση σε σύγκρουση με τους δεσμοφύλακες. Και φυσικά ο Μανούσακας μπορεί να διαφώνησε με αυτή την εκτίμηση, όμως σε καμία περίπτωση αυτό δεν αποδεικνύει τη θέληση της καθοδήγησης να εμποδίσει την απόδραση.
Εχει σημασία να κατανοήσουμε και την ποιότητα αυτής της καθοδήγησης και να κατανοήσουμε τη σχέση της με τους υπόλοιπους κρατουμένους. Ας προσεγγίσουμε το θέμα με τα λόγια του ίδιου του Μανούσακα:
«…υπήρχε όμως και μια αδικία εθελοντική. Οτι ο γραμματέας και τα μέλη του γραφείου της ομάδας όπως και οι επικεφαλής των συνεργείων, δούλευαν στο πολλαπλάσιο απ’ όλους εμάς τα απλά μέλη. Ακόμα και από αυτούς τους αρχείους και τροτσκιστές που η αντιπολίτευση τους είχε γενεί ψυχολογία, δεν θυμάμαι να παραπονεθεί κανείς ότι αδικείται σαν μέλος της ομάδας (σ.σ. αναφέρεται σε Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Κρατουμένων, όπου συμμετείχαν και άλλοι κρατούμενοι πέρα από τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ)» (σελ. 120).
Και αναφέρει αργότερα για τη σύνθεση της κομματικής καθοδήγησης:
«…είχαν φέρει τον Μήτσο Παπαρήγα στην Ακροναυπλιά από το κάτεργο της Κέρκυρας (…) Ο Παπαρήγας ήταν εργάτης από τον Βόλο, στέλεχος του Κόμματος, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του. Αμέσως ο Παπαρήγας πήρε μέρος στην καθοδήγηση του στρατοπέδου και ορίστηκε γραμματέας της ομάδας» (σελ. 149).
Για να συμπληρώσει αντιφατικά στη συνέχεια:
«Τότες άρχισε να διαδίδεται…».
Είναι προφανές, εν κατακλείδι, πως στην Ακροναυπλία υπήρχαν και κάποιοι που «διέδιδαν» σημεία και τέρατα εναντίον των κομμουνιστών. Οι ίδιοι που δολοφόνησαν τον Παπαρήγα μέσα στην Ασφάλεια στις 22/2/1949.
Και οι «Βούλγαροι» που …εκτελέστηκαν
Επειδή δεν φτάνουν οι συκοφαντίες για την Ακροναυπλία, ο Στούκας επαναφέρει μία ακόμα αγαπημένη ιστορία των χαλκείων του αντικομμουνισμού, που αναπαράγεται ήδη από τα χρόνια της Τριπλής Φασιστικής Κατοχής.
Ο λόγος για την «απελευθέρωση των 27 “Σλαβομακεδόνων” με βουλγαρογερμανική παρέμβαση». Πρόκειται για μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, που χρησιμοποίησαν το γεγονός ότι ήταν Σλαβόφωνοι ή ότι και απλά μιλούσαν σλάβικα, προκειμένου να εκμεταλλευτούν την πολιτική των Βούλγαρων φασιστών, οι οποίοι ήθελαν να παρουσιάζονται ως προστάτες των Σλάβων.
Η δήθεν πρόνοια των αρχών Κατοχής για εθνικές και γλωσσικές μειονότητες αποτέλεσε πανευρωπαϊκό χαρακτηριστικό των δυνάμεων του Αξονα, που χρησιμοποίησαν τις υπαρκτές διακρίσεις των καπιταλιστικών κρατών ενάντια στις μειονότητες, προκειμένου να προωθήσουν την πολιτική του διαίρει και βασίλευε και να αποδυναμώσουν την απαραίτητη ενιαία αντιστασιακή δράση. Και στην Ελλάδα, το ίδιο προσπάθησαν οι Ιταλοί με τους Βλάχους της Θεσσαλίας και οι Γερμανοί ακόμα και μέσα στην Αθήνα με την αρμενική κοινότητα στο Δουργούτι.
Ομως, στην ελληνική περίπτωση η επιμονή του ΚΚΕ σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στον σεβασμό των δικαιωμάτων των μειονοτήτων διαμόρφωσε όχι μόνο το έδαφος για να αποτραπεί η πολιτική διάσπασης των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, αλλά πολύ περισσότερο εξασφάλισε τη μαζική ένταξη μειονοτικών πληθυσμών στην ταξική πάλη και στη συνέχεια στην ΕΑΜική Αντίσταση.
Στο περιστατικό της Ακροναυπλίας τώρα, η κομματική καθοδήγηση, που κατά τα άλλα εγκαλείται γιατί δεν παρακαλούσε τον Τσολάκογλου να απελευθερώσει τους πολιτικούς κρατουμένους, κατηγορείται έμμεσα γιατί αξιοποίησε την παρουσία Σλαβόφωνων, προκειμένου να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή τους. Ο Στούκας, αν και είναι προσεκτικός στην παρουσίαση του γεγονότος, χρησιμοποιεί μια σύντομη αποτύπωσή του, δίχως να εστιάζει στην ιστορική συνέχεια των περισσότερων (με εξαίρεση ορισμένους που έτυχε να μιλούν Σλάβικα), ίσα ίσα για να μείνει να σέρνεται μια υποψία συνεργασίας των Σλαβόφωνων τουλάχιστον με τους Βούλγαρους.
Μάλιστα, σε αυτή την περίπτωση αποφεύγει να επικαλεστεί το γραπτό του Μανούσακα που σημειώνει:
«Ενας απ’ αυτούς τους Σλαβομακεδώνες ο Ρούσαλιμ Χαριζάνης μετά από λίγους μήνες πριχού περάσει μια εξαμηνία έρριχνε μια χειροβομβίδα μέσα σ’ ένα γερμανικό καμιόνι γεμάτο στρατιώτες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Πιάστηκε ζωντανός, τον πέρασαν στρατοδικείο είχε φέρει μεγάλη συγκίνηση στο στρατόπεδο ο χαμός αυτού του γελαστού δυνατού ανθρώπου. Δε θάχε περάσει ούτε ένας μήνας όταν άλλη ανακοίνωση μας πληροφορούσε ότι κι άλλος Σλαβομακεδώνας ο νεολαίος Καρατζάς είχε τουφεκιστεί» (σελ. 197).
Και δεν ήταν μόνο αυτοί. Οι απελευθερωμένοι από την Ακροναυπλία συγκρότησαν τον πυρήνα της ΕΑΜικής Αντίστασης στη Βόρεια Ελλάδα και πολλοί από αυτούς αντιμετώπισαν το εκτελεστικό απόσπασμα… Δεν ξέρει ο Στούκας την αλήθεια γύρω από αυτήν την καταπληκτική ιστορία; Την ξέρει και την παραξέρει. Ομως, όπως και οι υπόλοιποι του σιναφιού, επαναφέρουν με κάθε ευκαιρία το «δίκιο» των στρατοδικείων. Και επευφημούν τους ήρωες κομμουνιστές, μόνο και μόνο για να αναχαιτίσουν την απαραίτητη σημερινή πάλη σε συνθήκες κλιμάκωσης των πολεμικών εστιών και της προοπτικής γενίκευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Παραπομπές:
1. Γιάννη Μανούσακα, «Ακροναυπλία (θρύλος και πραγματικότητα)», εκδ. Κ. Καπόπουλος, Αθήνα 1975, σελ. 152. Από εδώ και οι υπόλοιπες παραπομπές στον Μανούσακα.
2. βλ. Γιάννης Λαϊνάς, «Η αναπαραγωγή του αντικομμουνισμού στα “ιστορικά αφιερώματα” του αστικού Τύπου», «Ριζοσπάστης», 22-23 Μάρτη 2025.
3. Βασίλη Γ. Μπαρτζιώτα, «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1981, σελ. 103, 104.
