Συνέδριο «Καθημερινής» για τα 50χρονα της «Μεταπολίτευσης»: Διαβάζοντας την Ιστορία «ανάποδα» και υπολογίζοντας χωρίς τον ξενοδόχο

Πραγματοποιήθηκε το συνέδριο που συνδιοργάνωσαν η «Καθημερινή», το ΜΙΕΤ, το Οικονομικό Φόρουμ Δελφών και το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics, με θέμα «ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: 50 χρόνια μετά», με καλεσμένους πρώην πρωθυπουργούς, υπουργούς, πρώην και την νυν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εξέχοντα στελέχη εγχώριων και ξένων αστικών επιτελείων, ιστορικούς, δημοσιογράφους…

Με το βλέμμα στο αύριο και τα όσα θα κληθεί να διαχειριστεί το αστικό πολιτικό σύστημα στην καπιταλιστική οικονομία, στις διεθνείς σχέσεις, στη διασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης και τη θωράκιση του αστικού κράτους πραγματοποιήθηκε στις 29/2 – 2/3 το συνέδριο που συνδιοργάνωσαν η «Καθημερινή», το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), το Οικονομικό Φόρουμ Δελφών και το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics, με θέμα «ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: 50 χρόνια μετά», με καλεσμένους πρώην πρωθυπουργούς, υπουργούς, πρώην και την νυν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εξέχοντα στελέχη εγχώριων και ξένων αστικών επιτελείων, ιστορικούς, δημοσιογράφους.

Κοινό μοτίβο στις τοποθετήσεις όλων ότι οι οικονομικές και άλλες «προκλήσεις» που βρίσκονται μπροστά, μετά από μια 50χρονη περίοδο – σχετικά – χαμηλής καπιταλιστικής ανάπτυξης, περνάνε μόνο μέσα από την αποφασιστικότερη προώθηση των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων, τη θεσμική οχύρωση του αστικού κράτους απέναντι στις λαϊκές διεκδικήσεις (αλλά και την ιδεολογική – με τις καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις να ντύνονται τον μανδύα του «ορθολογισμού»), την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος, απαλλαγμένου πλέον από «λαϊκισμούς», και βέβαια τον ενεργότερο ρόλο στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς, με βασικό ωστόσο «αγκάθι» τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ανοιχτό το ζήτημα για το πού βρίσκεται η «κόκκινη γραμμή» των σχετικών διευθετήσεων για την αστική τάξη.

Μαθήματα – αστικής – Ιστορίας

Μέσα από ένα τέτοιο φίλτρο «διαβάστηκαν» και οι διάφορες περίοδοι της μεταπολίτευσης που – χοντρικά – χωρίστηκαν στις περιόδους:

Από το 1974 έως τη δεκαετία του ’90, που περιγράφηκε ως περίοδος θεμελίωσης της «κανονικότητας»1 της σύγχρονης αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (με πρωτεργάτη τον Καραμανλή και «σύμβολο» το Σύνταγμα του 1975), κοινωνικής ενσωμάτωσης (με πρωτεργάτη το ΠΑΣΟΚ), «ξεκαθαρίσματος» του ευρωατλαντικού προσανατολισμού (με την ένταξη στην ΕΟΚ και την εγκατάλειψη των συνθημάτων περί «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ»), αλλά και χαμένης «αναπτυξιακής» ευκαιρίας, χαρακτηρισμός που αποδόθηκε «ομόφωνα» και σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης2.

Από τη δεκαετία του ’90 έως το 2008, περίοδος που «σφραγίζεται» από την ένταξη στην ΕΕ και την ΟΝΕ, τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά με «χαμένες μεταρρυθμιστικές ευκαιρίες», που είχαν ως αποτέλεσμα τη χαμηλή «ανταγωνιστικότητα»3, παράγοντας που φωτογραφίστηκε ως ο βασικός υπαίτιος (μαζί με τα υψηλά κρατικά χρέη που λίγο – πολύ αποδίδονται στις «σπατάλες» για «κοινωνική πολιτική» και στην «ανισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων», όπως είπε ο Μητσοτάκης) για την καπιταλιστική κρίση που ακολούθησε.

Την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων που χαρακτηρίζεται από πισωγύρισμα στην οικονομία και πολιτικούς «κινδύνους»4, αλλά που έτσι «εμπέδωσε επώδυνα» σε λαϊκές συνειδήσεις τον «μονόδρομο» των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό5, όπως και τη συναίνεση όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων στην κοινή τους στρατηγική, χωρίς την ανάγκη επιστράτευσης του «λαϊκισμού».

…με «φόρα» για αντιλαϊκές ανατροπές…

Με οδηγό τα συμπεράσματα αυτά – κομμένα και ραμμένα στη στρατηγική της αστικής τάξης – και ως μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία», οι εκπρόσωποι των αστικών επιτελείων στάθηκαν στην αντιμετώπιση των «προκλήσεων» που βρίσκονται μπροστά, με συνιστώσες όπως τους πολέμους στην περιοχή και το Προσφυγικό, το Δημογραφικό, την πορεία της ΕΕ και την κλιματική αλλαγή, και βασικό επίδικο την πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας, όπου η κατάσταση περιγράφτηκε με «ανάμεικτα συναισθήματα»:

Από τη μία ως περίπου δραματική, λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας και των μεταρρυθμίσεων που δεν έχουν γίνει είτε δεν έχουν αποδώσει6, όπως και την «ψαλίδα που ανοίγει» από άλλες χώρες με κοινή αφετηρία7

Από την άλλη, ως σημαντικών «δυνατοτήτων», των «κρίσεων ως ευκαιρία» που τώρα δεν πρέπει να χαθεί, με βάση τη ρύθμιση του χρέους, τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη προωθηθεί, την πορεία παραπέρα οικονομικής «ολοκλήρωσης» της ΕΕ.

«Αυτονόητα» η πρώτη και η τελευταία λέξη όλων ήταν οι ανάγκες «εκσυγχρονισμού», ακόμα πιο αποφασιστικής προώθησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που βαφτίστηκαν «χαμένες ευκαιρίες της μεταπολίτευσης» σε όλους τους τομείς: Στη Δημόσια Διοίκηση, στην «ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές», στο εκπαιδευτικό σύστημα «ώστε το ανθρώπινο κεφάλαιο να συμβάλει περισσότερο», στο τραπεζικό σύστημα για να συμβάλει στη χρηματοδότηση της οικονομίας, στην «αναμόρφωση» του φορολογικού συστήματος και του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης.

«Αυτονόητη» και η προσπάθεια να αφαιρέσουν κάθε ταξικό πρόσημο από αυτές τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, με την παρουσίασή τους ως «ορθολογισμού», «ρεαλισμού», που στέκει απέναντι στον λαϊκισμό, μονόδρομου8, αλλά και ως «κοινωνικής απαίτησης» με «ευρεία συναίνεση» και «πολιτική νομιμοποίηση»9, που «μάχεται» με τους «αναχρονισμούς», το «παλιό» κ.ο.κ., και βέβαια ως «μέσου» για τη λαϊκή ευημερία, αφού «ο τελικός σκοπός είναι η ευημερία, η μεταρρύθμιση είναι το μέσο», όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε.

Γενικότερα απασχόλησε το πώς και μέσα από ποια κανάλια τα παραπάνω θα συγκροτηθούν ως «συλλογικό όραμα», ως δηλαδή στόχος συναίνεσης, για να στοιχίσουν τον λαό στα προτάγματα του κεφαλαίου, όπως έγινε και με τη μεταπολίτευση, αφού, όπως έγραψε στα συμπεράσματα ο διευθυντής της «Καθημερινής», Αλ. Παπαχελάς, «χρειάζεται ένας μπούσουλας αισιοδοξίας και φιλοδοξίας (…) Και το πιο βασικό στο τέλος είναι πως αυτό δεν μπορεί να είναι ιδιοκτησία μιας ελίτ, πρέπει να είναι ιδιοκτησία των ανθρώπων, ειδικά των νέων…».

Στο πώς υπηρετούν αυτόν τον στόχο εντόπισαν μεταξύ άλλων και τις ευθύνες του αστικού πολιτικού συστήματος οι ομιλητές, με τη συζήτηση να περιστρέφεται σε αρκετά σημεία γύρω από το ερώτημα αν η βασική ευθύνη για τη χαμηλή οικονομική ανάπτυξη βαραίνει τους οικονομικούς παράγοντες ή τις κυβερνήσεις και συνολικά το πολιτικό σύστημα.

Πρόκειται βέβαια για μια συζήτηση όχι γενικά «ιστορικού ενδιαφέροντος» αλλά με το βλέμμα:

Στην ανάγκη «θεσμοποίησης» των αντιδραστικών αλλαγών, ώστε να μην μπορούν να αλλάζουν ή να «ξηλώνονται», να μην έχουν «πισωγυρίσματα», ανάλογα με την εναλλαγή κυβερνήσεων και τον φόβο του «πολιτικού κόστους». Μάλιστα, «ακροθιγώς» και με το βλέμμα στο μέλλον, θίχτηκαν και η εμπειρία και οι προβληματισμοί απ’ το πώς το πολιτικό σύστημα αναγκάστηκε λόγω των συνθηκών να «παίξει» με τα συνταγματικά όρια κατά τα τελευταία 15 χρόνια.

Στην ανάγκη να εκφράζεται ωμά η συναίνεση των αστικών κομμάτων χωρίς την επιστράτευση και των κάλπικων διαχωριστικών γραμμών αφού «με δημαγωγία, λαϊκισμό και παροχές δεν υπάρχει συναίνεση» (Αλ. Παπαδόπουλος), την ώρα όμως που η αδυναμία κυβερνητικής εναλλακτικής «δημιουργεί συνθήκες ενίσχυσης ενός αντιπολιτικού ρεύματος» (Αλ. Τσίπρας).

Στις δυσκολίες απόσπασης της κοινωνικής συναίνεσης, με εμφανές το πρόβλημα πως σήμερα δεν υπάρχουν τα ίδια οικονομικά και άλλα περιθώρια για να οικοδομούνται οι συμμαχίες της αστικής τάξης με τους ίδιους όρους, και το βάρος πλέον να πέφτει στο υποτιθέμενο «δίχτυ προστασίας» απέναντι στην ακραία φτώχεια, στην «αναδιανομή» ανάμεσα σε φτωχούς και εξαθλιωμένους, στη «ρύθμιση» της αγοράς εργασίας και άλλα σοσιαλδημοκρατικά «γιατροσόφια»10, κι από κοντά βέβαια το «ρίξιμο των απαιτήσεων» των εργαζομένων απέναντι στον «λαϊκισμό» τού «υπάρχουν λύσεις για όλα» (Π. Πικραμμένος).

…και τα επόμενα βήματα της εμπλοκής

Φυσικά ξεχωριστό κομμάτι στην όλη συζήτηση αποτέλεσε η ένταξη σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, οι «στρατηγικές» σχέσεις με τις ΗΠΑ, ως αποφάσεις καθοριστικής σημασίας που στήριξαν όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις. Αποφάσεις που «σφραγίστηκαν» στη συνείδηση μεγάλων τμημάτων του λαού από τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, πρώτα το ΠΑΣΟΚ και μετά τον ΣΥΡΙΖΑ11, όπως άλλωστε έδειξε και η αποστροφή Τσίπρα που δήλωσε «ευτυχής» που η δική του κυβέρνηση έπαιξε ρόλο στην ομαλοποίηση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, σημειώνοντας πως «ο αντιαμερικανισμός μου πάντα είχε ένα πλαίσιο, ακόμη και όταν ήμουν νέος».

Στο θέμα μάλιστα υπήρξε εμμέσως και μια «διαμάχη», επίσης με το βλέμμα σε όσα είναι μπροστά, για το ποια πολιτική πτέρυγα προώθησε όλα αυτά τα χρόνια πιο αποτελεσματικά τα ευρωατλαντικά σχέδια, με τον Ευ. Βενιζέλο π.χ. να λέει ότι «ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν επηρεάστηκε από τον λαϊκισμό στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, σε αντίθεση με τον Καραμανλή που ενέδωσε στο κλίμα της μεταπολίτευσης (σ.σ. για την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ)», τον Κοτζιά να παραπονιέται για το ότι δεν αναγνωρίστηκε η συμβολή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στη Συμφωνία των Πρεσπών επειδή «η κυβέρνηση της ΝΔ αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα ως εσωκομματικό πρόβλημα» και τους προερχόμενους από τη ΝΔ να αντιτείνουν ότι όταν «ο Κ. Καραμανλής πήρε τη μεγάλη απόφαση να μπει η Ελλάδα στην ΕΟΚ (…) μόνο το ΚΚΕ Εσωτερικού τον στήριζε. Ολοι οι άλλοι ήταν απέναντι, με πρώτο και προεξάρχοντα τον Ανδρέα Παπανδρέου» (Πρ. Παυλόπουλος), αλλά και να ξορκίζουν επιλογές, όπως π.χ. το «βέτο» του Κώστα Καραμανλή στο Βουκουρέστι12.

Ολα αυτά φυσικά με φόντο το πέρασμα στην «επόμενη φάση» των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αφού οι «γεωπολιτικές προκλήσεις πια ξεπερνούν αυτό που μπορούσαμε να φανταστούμε πριν από κάποια χρόνια», όπως χαρακτηριστικά είπε ο Κυρ. Μητσοτάκης. Αλλά και σαφές ότι δεν υπάρχει «δεύτερη συζήτηση» για την ταύτιση με το ευρωατλαντικό στρατόπεδο13 παρουσιάζοντας φυσικά ως μονόδρομο την πολιτική αυτή14, αλλά με ανοιχτά τα ερωτήματα που δημιουργούν οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού στρατοπέδου για τη συνοχή του, ιδιαίτερα για την ΕΕ, που «είναι σε αμήχανη – για να μην πω δραματική – κατάσταση» (Βενιζέλος).

Αναμφίβολα, το μεγαλύτερο «εύρος απόψεων» – εντός του ευρωατλαντικού πλαισίου πάντα – αποτυπώθηκε στο ζήτημα των διευθετήσεων στα Ελληνοτουρκικά, με τη συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από την «αναλογία» ανάμεσα στους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις που πρέπει να γίνουν, το πού μπαίνει η «κόκκινη γραμμή» και ποια πρέπει να είναι τα βήματα15 και στην ανάγκη να μη χαθούν το «μομέντουμ» και η «ευκαιρία» για να κλείσει έστω κι έτσι το βασικό μέτωπο στην εξωτερική πολιτική, με τον απαραίτητο πάντα «επιμερισμό των ευθυνών» στο πλαίσιο της «εθνικής συναίνεσης», με την Ντ. Μπακογιάννη να λέει ότι «το ερώτημα είναι αν δοθεί αυτή η ευκαιρία, θα έπρεπε η Ελλάδα να προχωρήσει;», τονίζοντας πως «προϋπόθεση είναι ότι θα χρειαστεί εθνική συναίνεση».

Το κομμάτι που λείπει

Στο συνέδριο ειπώθηκαν πολλά, τα περισσότερα βέβαια ήδη γνωστά από την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα, από την επίθεση στον λαό και τη διακηρυγμένη συνέχειά της, τις δυσκολίες για την προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου, για το πώς αυτή θα «περπατήσει» στη ζωή. Υπήρχε όμως και κάτι που απουσίαζε από κάθε συζήτηση και πάνελ, ήταν όμως με βεβαιότητα πίσω από κάθε λέξη που ειπώθηκε τις τρεις αυτές μέρες: Κι αυτό δεν ήταν άλλο από το εργατικό – λαϊκό κίνημα με την πρωτοπόρα συμβολή του ΚΚΕ.

Κι όμως, το ΚΚΕ και το εργατικό κίνημα παρά τις αδυναμίες, τα κενά και τα λάθη, σε συνθήκες ιστορικού πισωγυρίσματος και αντεπαναστατικών ανατροπών στις σοσιαλιστικές χώρες, έβαλαν στην 50χρονη αυτή διαδρομή τη λαϊκή σφραγίδα στις εξελίξεις, διεκδικώντας και έχοντας κατακτήσεις, καθυστερώντας μέτρα και αντιλαϊκές ανατροπές, παρεμποδίζοντας τη βαθύτερη εμπλοκή στα ευρωατλαντικά σχέδια, αχρηστεύοντας παγίδες εγκλωβισμού του λαού και σχέδια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και αναγκάζοντας τα αστικά επιτελεία σε ελιγμούς, το βασικότερο, κρατώντας «αναμμένη τη σπίθα», για να περάσει ο λαός στην αντεπίθεση, για την κοινωνία όπου την εξουσία και την οικονομία θα έχει ο ίδιος, τον σοσιαλισμό. Και θα το ξανακάνει κόντρα σε όσους υπολογίζουν «χωρίς τον ξενοδόχο»…

Παραπομπές

1. Χαρακτηριστική η τοποθέτηση Τσίπρα: «Σήμερα πια, μπορώ να αποτιμήσω ότι η στιγμή της μεταπολίτευσης ήταν μια μεγάλη ιστορική τομή», ανέφερε, συμπληρώνοντας ότι «ένα κομμάτι της αριστεράς εκείνη την εποχή είχε άδικο λέγοντας ότι ήταν “απλά μια αλλαγή ΝΑΤΟικής φρουράς”. Ηταν μια στιγμή ουσιαστικής μετάβασης σε μια δημοκρατία κανονικότητας, που εν μέρει εκπλήρωσε το αίτημα της προδικτατορικής περιόδου για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία που θα λειτουργεί πέρα και έξω από τις παρεμβάσεις εξωτερικών ή εσωτερικών δυνάμεων».

2. Κυρ. Μητσοτάκης: «Σε βάθος 50ετίας η οικονομική πρόοδός μας δεν ήταν η επιθυμητή». Τσίπρας: «Δεν πετύχαμε ένα ουσιαστικό αναπτυξιακό άλμα αυτά τα 50 χρόνια…». Παπαδήμος: Οι επιδόσεις στα οικονομικά δεν ήταν ικανοποιητικές τα τελευταία 50 χρόνια. Αλογοσκούφης: «Το κόστος των επιτυχιών της μεταπολίτευσης εντοπίζεται στη χαμηλή οικονομική ανάπτυξη».

3. Λ. Παπαδήμος: «Διαβρώθηκε η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, επειδή η μακροοικονομική πολιτική που κυρίως επηρεάζει τη ζήτηση, δεν συνδυάστηκε με μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτική πολιτική ώστε να αυξηθεί η προσφορά».

4. Ενδεικτικά τα λόγια του Πικραμμένου: «Περάσαμε πολύ δύσκολες περιόδους. Ιδιαίτερα η περίοδος που φτάσαμε πολύ κοντά στη χρεοκοπία. Περάσαμε “σύριζα” (…) Δεν τολμώ να σκεφτώ τι επίπτωση θα είχε ενδεχομένως η χρεοκοπία στο δημοκρατικό πολίτευμα».

5. Σ. Καλύβας: «Το μάθημα της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι οι πολίτες, βλέποντας την “άβυσσο”, απαίτησαν μια ωριμότητα που δεν υπήρχε πριν».

6. Παπακωνσταντίνου: «Πρέπει να ανησυχούμε πάρα πολύ, διότι όποιες προσαρμογές κι αν έχουμε κάνει, δεν επαρκούν». Αλογοσκούφης: «Θα επανέλθει κάποια στιγμή ο εφιάλτης του χρέους, όχι σήμερα, όχι αύριο, αλλά αργότερα, αν δεν γίνουν μεταρρυθμίσεις».

7. Π.χ. ενδεικτικά Στ. Μάνος: «Βγήκανε όλοι μέχρι τώρα και λέμε “τι καλή δημοκρατία που έχουμε”, αλλά δεν κοιτάμε τις επιδόσεις μας και τι κατάφεραν οι άλλοι συγκριτικά με εμάς (…) Δεν κάναμε τίποτα συγκριτικά με τους άλλους».

8. Ενδεικτικά το πώς όλοι παρουσίασαν ως αναπόφευκτα τα έργα των κυβερνήσεών τους. Παπακωνσταντίνου: «Είχαμε μια κυβέρνηση η οποία επέλεξε να κάνει το μόνο δυνατό εκείνη τη στιγμή…». Τσακαλώτος (για το πρώτο εξάμηνο του 2015): «Κόστος υπήρχε, αλλά σκεφτείτε την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στη χώρα (…) Ο λαός ήθελε μια αλλαγή που δεν μπόρεσε να γίνει…». Παπαδήμος: «Δεν υπήρχε εναλλακτική λύση» (στην αναδιάρθρωση του χρέους).

9. Μητσοτάκης: «Πού είναι τελικά το περιβόητο πολιτικό κόστος; Απέδειξε η κοινωνία ότι είναι πολύ πιο έτοιμη για μεγάλες αλλαγές για τις οποίες κάποιοι πίστευαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να υλοποιηθούν (…) Από τη στιγμή που είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις, η πολιτική μας ισχύς μάς δίνει τη νομιμοποίηση να το κάνουμε. Για αυτό θα ήμασταν ασυγχώρητοι αν δεν το κάναμε. Είναι μία ευκαιρία να προχωρήσουμε στις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχουμε πάρει νομιμοποίηση».

10. Αχτσιόγλου: «Η μεγάλη ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία κατέδειξε την απουσία ισχυρού διχτυού προστασίας για τους πλέον ευάλωτους (…) Υπήρχε έντονος πελατειασμός στα επιδόματα (…) Δεν υπήρχε κανένας έλεγχος». Γιαννίτσης: «Στους στόχους της κοινωνικής πολιτικής έχουμε αποτύχει (…) Πληρώνουμε για κάτι που δεν έχει αποτέλεσμα». Αλλά και Στουρνάρας, που έγραψε μετά το συνέδριο ότι «καπιταλισμός σημαίνει ελεύθερη αγορά. Η ελεύθερη αγορά χρειάζεται όμως ένα δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας για να μην δημιουργούνται ανισότητες. Και το δίχτυ αυτό το στηρίζουν η στοχευμένη κοινωνική πολιτική, η αποτελεσματική δημόσια Παιδεία και Υγεία, το δίκαιο και το αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, η αποτελεσματική εποπτεία των αγορών».

11. Πιο χαρακτηριστική η Ντ. Μπακογιάννη: «Ζήσαμε όλες τις αντιδράσεις του “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο” (…) Από την ώρα που ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός, όλα αυτά ξεχάστηκαν (…) Η οριστική αλλαγή της κοινής γνώμης επήλθε με τον ΣΥΡΙΖΑ, όταν ήρθε στην εξουσία». Αλλά και ο Πρ. Παυλόπουλος: «Το πρώτο πράγμα που ρώτησα τον Τσίπρα ήταν “γιατί εγώ;”. Μου απάντησε: “Γιατί η χώρα πρέπει να μείνει στην Ευρώπη”».

12. Μπακογιάννη: «100% ήταν λάθος. Δεν έπρεπε να είχε λεχθεί και δεν το λέγαμε ποτέ στο υπ. Εξωτερικών. Απειλούσαμε με βέτο», με τη σχετική σπόντα ότι «η εξωτερική πολιτική επί Κώστα Καραμανλή ήταν μια πολιτική στην οποία διατηρούσαμε εξαιρετικές σχέσεις με τη Ρωσία».

13. «Η σχέση με τις ΗΠΑ είναι στρατηγικής σημασίας. Οι σχέσεις με τη Ρωσία δεν είχαν στρατηγικό βάθος, αλλά οικονομικό (…) Σήμερα, οτιδήποτε εκπροσωπεί τις αξίες της ΕΕ έρχεται σε αντίθεση με τις θέσεις της Ρωσίας» (Ντ. Μπακογιάννη). Αλλά και ο Κοτζιάς, ο οποίος σημείωσε ότι «όταν προχώρησαν οι συζητήσεις του Λαφαζάνη με τη Ρωσία το πρώτο εξάμηνο του 2015, αρνήθηκα να πάω στη συνάντηση που κανονίστηκε στην Αγία Πετρούπολη (…) Η τελευταία μεγάλη συζήτηση και καβγάς μου με τον Λαβρόφ αφορούσε την Τουρκία», ενώ αποκάλυψε και μυστική συνάντηση με τον Τραμπ πριν αυτός γίνει Πρόεδρος των ΗΠΑ.

14. Μητσοτάκης: «Συνολικά στην εξωτερική πολιτική ο ρεαλισμός και η προσήλωση στον δυτικό προσανατολισμό της χώρας τελικά επικράτησε», με παράδειγμα τον Παπανδρέου και τον Τσίπρα και την υποτιθέμενη «κωλοτούμπα» τους. Κοτζιάς: «Είναι άλλο πράγμα ο ακτιβισμός και άλλο η άμεση ευθύνη απέναντι στο κράτος. Αποδείχτηκε ότι η εξωτερική πολιτική στα χρόνια της κυβέρνησης Τσίπρα ανταποκρίθηκε τόσο στις απαιτήσεις του ακτιβισμού, όσο και στην παράδοση της κρατικής συνέχειας».

15. Βενιζέλος: «Να συζητήσουμε για την ΑΟΖ και για την Ανατολική Μεσόγειο όχι, όμως, ταυτοχρόνως». Κοτζιάς: «Ο αέρας μυρίζει ότι ήδη έχει γίνει αποστρατιωτικοποίηση από αρκετά βαριά όπλα στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου το οποίο θυμίζει τον τρόπο της καταστροφής της Κύπρου». Αποστροφή που προκάλεσε και την αντίδραση της Μπακογιάννη. Σαμαράς: «Ο διάλογος είναι πάντα κάτι το γόνιμο και το θετικό. Οταν, όμως, ακούω τη λέξη συναίνεση και με τα τρία κόμματα και μέσα στην κυβέρνηση, αυτό μυρίζει διάθεση συνθηκολόγησης και όχι συναίνεσης».

Τ. Γαλ.

Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 23-24/3/2024

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: