Γιώργος Φαρσακίδης – Πρωτοχρονιά ενός πέτρινου χρόνου

Είναι αβάσταχτη η σκέψη να μην υπάρχεις την άλλη παραμονή!…Ας είναι. Άλλωστε δική μου στάθηκε η επιλογή και το τίμημα…

Από το βρόμικο τζάμι φεγγρίζει αβέβαιο το φως της ημέρας. Στη λεωφόρο απέναντι αραιοί οι διαβάτες, με ομπρέλες και ανασηκωμένους γιακάδες προσπερνάνε την πύλη.

Ήρθε να μου ανοίξει ο δεύτερος ανθυπασπιστής του τμήματος, ο Δρακούλης, από παλιά πελάτης στο καφενείο και γνωστός του πατέρα. «Για την τουαλέτα», λέει, κι είναι σαν να μη με ξέρει καθόλου. Ο χωροφύλακας που μου είχε βγάλει τις χειροπέδες, κοιτώντας τα χέρια ξαφνιάστηκε.

«Ρε, πώς έγιναν έτσι;», ρωτάει και πλησιάζοντας τον Δρακούλη κάτι του λέει ψιθυριστά.

Όλη νύχτα με τα χέρια σφιχτοδεμένα στην πλάτη και τώρα πονάω και δυσκολεύομαι να τα ξαναφέρω μπροστά.

Το δεξί παραείναι πρησμένο κι έχει ένα χρώμα μπλαβί, σαν το γαγγραινιασμένο ποδάρι του Σέρβου που είχανε κόψει στ’ αντάρτικο. Στο αριστερό, πάνω στα τραύματα το σημάδι της χειροπέδας μια βαθιά αιμάτινη χαρακιά και το σπασμένο κόκαλο πετάχτηκε να τρυπήσει το δέρμα.

Στην τουαλέτα, πάνω από το νιπτήρα, ένα κομμάτι από σπασμένο καθρέπτη. Κοιτάζω και δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω τον εαυτό μου. Πρησμένα μάτια, σ’ ένα πρόσωπο ξένο, γεμάτο αιματώματα.

«Μην του ξαναδέσεις τα χέρια», έδωσε φεύγοντας εντολή ο Δρακούλης και η φωνή του λες και έγινε πιο φιλική.

Χιονίζει. Οι νιφάδες βαριές λιώνουν στο έδαφος και μοναχά στα κλαριά, τόπους-τόπους, έπιασε χιόνι. Πιτσιρικάδες με τρίγωνα και καραβάκι στα χέρια κοντοστάθηκαν αναποφάσιστοι μπροστά στην πύλη του τμήματος κι έφυγαν.

Το βράδυ θα κόψουν τη βασιλόπιτα και θα τσουγκρίσουνε τα ποτήρια για το καλό της χρονιάς. Στο σπίτι μας τέτοιες μέρες, το αγαπημένο παιχνίδι είναι η τόμπολα. Φερμένη απ’ τη Ρωσία με ανάγλυφα νούμερα πάνω σε ξύλινα «βαρελάκια» και χοντρές καλοτυπωμένες καρτέλες.

Μετά το τραπέζωμα θα σερβιριστούν το γλυκό, οι ξηροί καρποί και τα φρούτα, όλα τους προσωπική φροντίδα του πατέρα. Στο μεγάλο τραπέζι στρώνεται τραπεζομάντιλο, μοιράζονται οι καρτέλες κι αρχινά το παιχνίδι.

Τέτοιες ώρες το σπίτι μοσχοβολά μήλο και πορτοκάλι και αντηχεί από τα «αρμόζοντα» για ένα «ευπρεπές οικογενειακό περιβάλλον» χωρατά και πειράγματα.

Όμως αυτή τη χρονιά δεν θα έρθουν μουσαφιραίοι και η βραδιά θα περάσει στενάχωρα. Και την άλλη παραμονή;

Κι είναι αβάσταχτη η σκέψη να μην υπάρχεις την άλλη παραμονή!…

Έξω, άναψαν φώτα. Στη λεωφόρο ζωήρεψε η κίνηση, πέρασε τραγουδώντας μια μεγάλη παρέα, κοπέλες κι αγόρια.

«Το τελευταίο ταγκό μη μου αρνιέσαι…», φθάνουν νοσταλγικοί οι ήχοι από κάποιο γραμμόφωνο.

«Καλή χρονιά και χρόνια πολλά», ανταλλάξανε κάποιοι ευχές με το σκοπό χωροφύλακα.

Με το σούρουπο ήρθε να μου ανοίξει ο Κουλούρης. Στην τουαλέτα και πάλι οι βρύσες δεν τρέχουν. «Λίγο νεράκι», του λέω. «Νεράκι; Άκου νεράκι», έχει αγριέψει! «Αϊ σιχτίρ! Μέσα, κωλόπαιδο. Να κορακιάσεις».

Η εξάντληση παραλύει το κορμί κι από το σπασμένο τζάμι ο παγωμένος αέρας με περονιάζει ως το κόκαλο. Φοβάμαι να καθίσω ή να μείνω ακίνητος και γυροφέρνω τοίχο-τοίχο το κρατητήριο. Σκέφτομαι πως σε λίγο δε θα με κρατάνε άλλο τα πόδια μου κι έχω ολόκληρη νύχτα μπροστά μου!

Στο τμήμα επάνω, οι χώροι ζεσταίνονται και στη σάλα η μεγάλη θερμάστρα μένει αναμμένη όλη τη μέρα.

Και όμως, τούτη τη νύχτα μες στη «φωλιά του λύκου» κάποιος που δε θα γνωρίσω ποτέ μ’ έχει σκεφτεί. Κάποιος, περασμένα μεσάνυχτα, πέταξε στο κελί τα άρβυλα και την πάνινη τσάντα της μάνας. Μέσα στην τσάντα, κουβέρτα, κάλτσες, πουλόβερ και τυλιγμένα σε πετσετάκι, θρυμματισμένα κομμάτια βασιλόπιτας.

Έχω βουρκώσει. Τα σφίγγω επάνω μου, τα γεμίζω φιλιά. Και οι δικοί μου, κι όλη η στοργή κι η αγάπη τους, πλάι μου ετούτη την ώρα!

Τα φόρεσα όλα. Δοκίμασα, μα δεν μπόρεσα να βάλω και τα άρβυλα, έτσι που είναι πρησμένα τα πόδια. Τυλίχτηκα, καίγομαι στην κουβέρτα σε κιοπέκ χαλκασί1, όπως το λέει ο πατέρας, και περιμένω να με πάρει για λίγο ο ύπνος.

Στο όνειρό μου με κυνηγούν σε ρουμάνια. Κι όλο ζυγώνουν… Τα βήματα, οι φωνές, η ανάσα τους, και τα πόδια μου καρφωμένα στη γη… Ανοίγω τα μάτια. Απέναντι μου δυο αρουραίοι ροκανίζουν τη βασιλόπιτα. Πάω να σηκωθώ και το κορμί μου πιασμένο. Φωνάζω, σαλεύω το χέρι να φύγουνε. Τίποτα. Μοναχά που με κοίταξαν σαν ν’ απορούσαν. Τα κατάφερα τελικά, όρθιος πια, να τα κυνηγήσω με το μπουκάλι, για να χωθούνε απρόθυμα σε μια από τις τρύπες στο πάτωμα.

Έγειρα ακουμπώντας στον τοίχο. Κοιμάμαι, πετάγομαι σ’ εφιάλτη και ξανακλείνω τα μάτια. Στο μεσοΰπνι, ακούω το καμπανάκι του τραμ της υπηρεσίας. Μ’ έπιασε ρίγος και βιάζομαι να σηκωθώ, να περπατήσω, όσο γίνεται, μην ξεπαγιάσω.

Ήρεμη, ασυννέφιαστη, ξημέρωσε η πρώτη μέρα του χρόνου. Τέτοια μέρα και οι ασφαλίτες έχουν αργία και συνειδητοποιώ, με ανακούφιση, ότι θα έχω κι εγώ μιας μέρας αναστολή!

Στη λεωφόρο, αραιοί οι διαβάτες, λιγοστά τροχοφόρα. Στη σκάλα ανέβασαν βρίζοντας μεθυσμένο κι ύστερα και πάλι σάμπως να νέκρωσαν όλα. Ως και τα ποντίκια, ακόμα, με έχουν ξεχάσει!

Ο Παπατσώρης έχει πάρει προσωπικά την υπόθεση. Ε, δεν είναι και λίγο να βλέπεις μια μιλς2 να κυλάει μες στα πόδια σου. Είναι βέβαια και η «αίγλη» του «κομμουνιστοφάγου» και η σταδιοδρομία στο Σώμα.

Το μισοκατεστραμμένο αρχοντικό της λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας, όπου στεγάστηκε το Α’ Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής Ντεπώ. Στα υπόγειά του βασανίστηκαν δεκάδες αγωνιστές και στη συνέχεια στάλθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Στο πρώτο πλάνο η μπετονένια σκοπιά που χτίστηκε μετά το ρίξιμο της χειροβομβίδας από τη μαχητική μας τριάδα της Στενής Αυτοάμυνας, από το παράθυρο αριστερά (η χειροβομβίδα κύλησε κάτω από το γραφείο του «κομμουνιστοφάγου» διοικητή και… δεν εξερράγη!)3.

Λέω πως δεν πρόκειται να μου πάρουν κουβέντα. Όμως η Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης έχει «σπάσει» στελέχη με τ’ όνομα και δεν είναι πολλοί που τ’ αντέξανε.

Τα στρατοδικεία με μια άρνησή σου ν’ αποκηρύξεις σε στέλνουν στο απόσπασμα, πόσο μάλλον όταν υπάρχει και η περίπτωση «περίθαλψης συμμορίτου».

Το λαρύγγι κατάστεγνο. Κρυώνω και μένω ακίνητος, μη χειροτερέψω τη δίψα.

Η νύχτα θα περάσει με παραισθήσεις. Στα όνειρά μου νερά τρεχούμενα, στέρνες και κεφαλάρια. Κι όλο πίνεις, πίνεις και δεν ξεδιψάς.

Ξημερώματα, ξέσπασε καταιγίδα. Οι ριπές του αέρα χτυπούν τη βροχή πάνω στο τζάμι. Έβγαλα το μαντίλι μέσα απ’ το σπάσιμο να μουσκέψει. Ύστερα, όλο σκόνη και ορυκτέλαιο, το στραγγίζω στο στόμα μου σταγόνα-σταγόνα. Μόνο ας ήταν να έβρεχε κι άλλο! Ας μη σταμάταγε τόσο απότομα!

Μεσημέριασε. Κοιτάω προς τα έξω και δεν πιστεύω τα μάτια μου. Ο Φιλόσοφος! Από το απέναντι πεζοδρόμιο διασχίζει τη λεωφόρο. Δίπλα στο τμήμα είναι το σπίτι του φίλου του του στρατηγού Καλλιδόπουλου κι από το χάλασμα του μαντρότοιχου τον βλέπω να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια.

Ο μπάρμπα Ιππόλυτος, ο Φιλόσοφος, όπως τον είχε βαφτίσει η μάνα, είχε σταθεί το αψεγάδιαστο πρότυπο ενός βαθιά φιλοσοφημένου ανθρώπου. Ενός ανθρώπου της προσφοράς!

Ο δάσκαλος που μου έμαθε ότι «χωρίς μίσος για το άδικο, δεν υπάρχει αγάπη»!

Μόλις έχω περάσει τα είκοσι και θα ’ναι στα ενενήντα. Πικρογελάω στη σκέψη πως, ακολουθώντας τα χνάρια του, σε λίγο θα σαπίζω στο χώμα. Ας είναι. Άλλωστε δική μου στάθηκε η επιλογή και το τίμημα.

Έχε γεια, δάσκαλε. Να είσαι καλά και για χρόνια ακόμα περπάτα πάνω σε τούτη τη γη, κούτσα-κούτσα, βροντώντας το μπαστουνάκι σου, όπως σε είδα για τελευταία φορά.

 

1.Σκυλίσιο κουλούριασμα.
2.Αμυντική χειροβομβίδα.
3.Για το ρίξιμο της χειροβομβίδας και τη συμμετοχή μου στη Στενή Αυτοάμυνα, το 1951, μου κοινοποίησαν στο στρατόπεδο του Αη Στράτη την παραπομπή μου στο Στρατοδικείο.

 

Γιώργος Φαρσακίδης, “Το Ημερολόγιο του Βουνού – 1944”, Αθήνα 2014

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: