Η αλήθεια για την απόδραση των κομμουνιστών εξόριστων του Αη Στράτη (17/7/1943) – Μια οφειλόμενη απάντηση

Οφειλή στη μνήμη των προγόνων μου και των αγωνιστών συντοπιτών μου που διώχτηκαν, δάρθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εκτοπίστηκαν στον Αη Στράτη και άλλους τόπους εξορίας, γιατί δεν συμβιβάστηκαν με το σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, κόντρα στην «κανονικότητα» και τον «ρεαλισμό» της εποχής τους

Πρώτα απ’ όλα μια εξήγηση, σε πρώτο πρόσωπο, για το «Μια οφειλόμενη απάντηση…» στον τίτλο. Την οφείλω στη συνείδησή μου, ως άνθρωπος που νοιάζεται, ερευνά, διαβάζει, μελετά την ιστορία των εξόριστων του Αη Στράτη. Την οφείλω στη μνήμη των προγόνων μου και των  αγωνιστών συντοπιτών μου που διώχτηκαν, φυλακίστηκαν, δάρθηκαν, βασανίστηκαν, εκτοπίστηκαν στον Αη Στράτη και άλλους τόπους εξορίας γιατί δεν συμβιβάστηκαν με το σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, και, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι στον φασίστα εισβολέα και τους ντόπιους συνεργάτες-υποταχτικούς του, κόντρα στην «κανονικότητα» και τον «ρεαλισμό» της κυρίαρχης τάξης, και να πολεμήσουν για λευτεριά και για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες για τον τόπο και τον λαό μας.

Μας προξένησε κατάπληξη πρόσφατο ενυπόγραφο άρθρο της ιστοσελίδας-εφημερίδας «Πρώτο Θέμα» («Π.Θ.») με τίτλο «Πώς ο Στράτος Παπουτσάκης απελευθέρωσε τους Έλληνες εξόριστους από τον Άη-Στράτη το 1943» και υπότιτλο «Η θαρραλέα επιχείρηση του Στράτου Παπουτσάκη στον Άη Στράτη και η μεταφορά των εξορίστων στο Άγιο Όρος». Όχι τόσο για την χρονική στιγμή (το άρθρο δημοσιεύτηκε μόλις μερικές μέρες πριν την 80η επέτειο της απόδρασης), ούτε γιατί δημοσιεύτηκε σε ένα μέσο  με τον δοσμένο προσανατολισμό και ρόλο (υπηρέτης των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης και του πολιτικού της προσωπικού, λιβανιστήρι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, μετερίζι του αντικομμουνισμού και της παραχάραξης-αναθεώρησης της Ιστορίας). Αυτό που προξενεί κατάπληξη είναι από τη μια το ίδιο το θέμα που αφορά μια υπόθεση η οποία δεν συγκέντρωσε ποτέ πάνω της τους προβολείς του ενδιαφέροντος, αλλά και η τόσο επιφανειακή προσέγγιση του αρθρογράφου, που καταδεικνύει ότι ο ίδιος έχει τόση σχέση με το θέμα που καταπιάστηκε, σχεδόν όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο.

Όπως εύστοχα επισημαίνεται στην ανακοίνωση της ΤΕ Λήμνου του ΚΚΕ, στο άρθρο «διαστρεβλώνεται η ιστορική αλήθεια σε σχέση με την απόδραση των εξόριστων κομμουνιστών από τον Άη Στράτη, ανακατεύοντας πραγματικά με φανταστικά γεγονότα». Αν αυτό οφείλεται στην άγνοια του αρθρογράφου, σε σκόπιμη διαστρέβλωση ή και στα δυο (ας το κρίνουν οι αναγνώστες του) δεν αλλάζει η ουσία…

Πολύ σύντομο ιστορικό

Ο Αη Στράτης χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σαν τόπος εξορίας στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Οι πρώτοι κομμουνιστές που εκτοπίστηκαν στο νησί διώχτηκαν με το «ιδιώνυμο» του Ελευθερίου Βενιζέλου. Και τα επόμενα όμως χρόνια οι κυβερνήσεις συνέχισαν να εκτοπίζουν εκεί μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, κάτι που πήρε μαζικές διαστάσεις μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας (4η Αυγούστου 1936). Από το 1935 μέχρι στις 16 Ιούλη 1943, το μητρώο της ομάδας των εξόριστων κατέγραψε 950 περίπου αγωνιστές στο νησί αυτό του μαρτυρίου.

Αη Στράτης (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη) – Πηγή φωτογραφίας: “ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Φωτογραφικά Ίχνη 1940-1970”

Στο ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου μια ομάδα περίπου 250 πολιτικών εξόριστων, στην πλειοψηφία τους κομμουνιστές,  βρίσκονται εγκλωβισμένοι στον Αη Στράτη. Στις 26 του Απρίλη 1941, δυο μέρες πριν οι Γερμανοί καταλάβουν το νησί, οι Έλληνες χωροφύλακες του μεταξικού καθεστώτος, με διοικητή τον Κουσκούση, εμποδίζουν την φυγή των εξόριστων, πυροβολώντας εναντίον τους και σκοτώνοντας τρεις. Στη συνέχεια παραδίδουν τους πολιτικούς εξόριστους στους Γερμανούς. Σε λίγο, νέα φρουρά εγκαθίσταται στο νησί από τους Γερμανοφασίστες καταχτητές, αποτελούμενη και αυτή από Έλληνες χωροφύλακες, με επικεφαλής τον Βουδικλάρη. Ο δήμιος αυτός βάζει σε εφαρμογή σατανικό σχέδιο να εξοντώσει τους εξόριστους με όπλο την πείνα. Μόνη διαφυγή γι’ αυτούς η υπογραφή «δήλωσης μετάνοιας», δηλαδή αποκήρυξης του ΚΚΕ και της ιδεολογίας τους. Κάτω από φριχτές συνθήκες τον χειμώνα του 1941-42 πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες 43 εξόριστοι. Η πολιορκία του θανάτου έσπασε με νίκη των κομμουνιστών. Στις 17 του Ιούλη 1943, έχοντας απομείνει λίγο περισσότεροι από 60 εξόριστοι καταφέρνουν να δραπετεύσουν εκτελώντας απόφαση και σχέδιο του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ. Με καΐκι του ΕΛΑΝ, και επικεφαλής τους «θαλασσόλυκους» Θανάση Στράντζαλη και Νίκο Χουρμούζη, διοικητή του ΕΛΑΝ Χαλκιδικής και Θερμαϊκού, καταφεύγουν μετά από περιπετειώδη πλου στις ακτές της Χαλκιδικής, όπου τους περίμεναν ο αντιπρόσωπος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, Παντελής Τσέγας, άλλα στελέχη του Κόμματος και σύνδεσμοι του αντάρτικου. Μετά από ολιγόωρη ανάπαυση οι εξόριστοι χωρίστηκαν και εντάχτηκαν στις ένοπλες ομάδες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Δεν είναι λίγοι οι εξόριστοι του Αη Στράτη, που κατέγραψαν όσα προαναφέρθηκαν στο μικρό ιστορικό, σε βιβλία τους, ή οι μαρτυρίες τους διασώθηκαν σε βιβλία τρίτων ή άλλα έντυπα.

Τον Μάρτη του 1947 το Εκδοτικό Τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ προλόγισε και εξέδωσε το βιβλίο του Κώστα Μπόση «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941». Ο Κώστας Πουρναράς (ψευδώνυμο Κώστας Μπόσης) εξόριστος ο ίδιος στο νησί από την μεταξική δικτατορία, στο συνταρακτικό αυτό ντοκουμέντο αποτυπώνει τη μάχη των εξόριστων με την πείνα, τον θάνατο, αλλά και την απαράμιλλη πίστη τους στα ιδανικά του σοσιαλισμού.

Κώστας Μπόσης (Πουρναράς)

Το βιβλίο του Κώστα Μπόση «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941» επανεκδόθηκε το 1977 (φωτογραφική αναπαρωγή της πρώτης έκδοσης) με το σήμα «Ιστορικές Εκδόσεις» και το 1995 σαν ιδιωτική έκδοση με πρωτοβουλία και έξοδα συντρόφων και συχωριανών του συγγραφέα. Το βιβλίο διατίθεται και στο διαδίκτυο ελεύθερα.

Επίσης ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) δίνει λεπτομερή περιγραφή της απόδρασης της 17 του Ιούλη 1943 (στην οποία συμμετείχε) στο βιβλίο του «Αναμνήσεις» (1978). Το βιβλίο διατίθεται και στο διαδίκτυο ελεύθερα.

Τον Δεκέμβρη του 1950 κυκλοφορεί για πρώτη φορά από το Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα» το βιβλίο του Βάσου Γεωργίου «Γεια Χαρά – Έτσι γίνανε οι άνθρωποι», στο οποίο 120 σελίδες αφιερώνονται στον αγώνα των εξόριστων του Αη Στράτη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, βασισμένο σε μαρτυρίες εξόριστων. Ξανακυκλοφόρησε χρόνια αργότερα από τη «Σύγχρονη Εποχή» με τον τίτλο «Έτσι γίνανε οι άνθρωποι».

Τον Γενάρη του 1978 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» το βιβλίο του Γιώργη Καζάκου «Αη Στράτης», όπου μεταξύ άλλων δίνεται εκτενέστατη και με λεπτομέρειες περιγραφή της ζωής των εξορίστων, καθώς και της προετοιμασίας και εκτέλεσης της απόδρασης της 17 του Ιούλη 1943. Ο Γ. Καζάκος ήταν εξόριστος τότε στον Αη Στράτη, στέλεχος της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων και συμμετείχε στην απόδραση.

Ο Κώστας Γκριτζώνας αφιερώνει στην απόδραση της 17 του Ιούλη 1943 ένα κεφάλαιο στο βιβλίο του «Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940» που κυκλοφόρησε το 1985 από τις εκδόσεις Γλάρος. Ο Γκριτζώνας γράφει συλλέγοντας μαρτυρίες και δίνει κατάλογο με τα ονόματα των εξόριστων που πήραν μέρος στην απόδραση.

Μαρτυρίες πρωταγωνιστών της απόδρασης της 17 του Ιούλη 1943, καταγράφονται στο βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…» (Θεσσαλονίκη, 2012). Ο αξέχαστος σπουδαίος εικαστικός και λογοτέχνης, μαχητής της ΕΑΜικής Αντίστασης, βρέθηκε εξόριστος στον Αη Στράτη για μεγάλα χρονικά διαστήματα μετά το 1949. Επισημαίνει εξαρχής στο βιβλίο αυτό ο Γιώργος Φαρσακίδης: «Για την “Μάχη της πείνας” θα πρωτομάθω από τα βιβλία του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), Γιώργη Καζάκου, Βάσου Γεωργίου, και Γεράσιμου Αντωνάτου. Προσωπικά θα κουβεντιάσω με τους επιζώντες εκείνης της περιόδου: Χρήστο Κανάκη, Γιάννη Λίππα, Βάσο Γεωργίου, Ορθόδοξο Τοκαλή, Κώστα Σπηλιώπουλο, Μήτσο Μαλαγαρδή, Γιάννη Βαΐτση, Νίκο Βέτση και Κλεονίκη Κιουπτσή».

«Καλοί» Έλληνες, «κακοί» Ιταλοί-Γερμανοί

Γράφει ο αρθρογράφος του «Π.Θ.» (δικές μας οι αγκύλες και οι υπογραμμίσεις):

«Ο γενναίος έμπορος και ιδιοκτήτης δύο καϊκιών Στράτος Παπουτσάκης απελευθέρωσε όλους αυτούς, ακριβώς πριν από 80 χρόνια, στις 16 Ιουλίου 1943, εκμεταλλευόμενος ένα μικρό χρονικό διάστημα που δεν υπήρχε εχθρική φρουρά στον Άη Στράτη». Και σε άλλο σημείο: «Η ιταλική φρουρά [του Αη Στράτη] αδιαφορούσε για την υγεία τους [των εξόριστων], ενώ και οι λιγοστοί Έλληνες Χωροφύλακες του Άη Στράτη αδυνατούσαν να τους βοηθήσουν

Η λογική «καλοί» Έλληνες – «κακοί» ξένοι, επιπέδου δημοτικού σχολείου όταν αναφέρεται κανείς σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα και όχι σε μυθοπλασία, δεν πατάει σε στέρεη βάση. Αντίθετα, η ίδια η ελληνική ιστορία την έχει καταρρίψει αμέτρητες φορές και όχι μόνο στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον 20ο αιώνα. Στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή στη διάρκεια της τριπλής φασιστικής κατοχής, είναι παγκοίνως γνωστή η δράση των Ελλήνων δωσίλογων, των Ταγμάτων Ασφαλείας που αποτελούνταν από Έλληνες που ορκίζονταν «εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως ΕΙΣ ΤΑΣ ΔΙΑΤΑΓΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΑΔΟΛΦΟΥ ΧΙΤΛΕΡ», άλλων προδοτικών οργανώσεων και ομάδων που υπό τον μανδύα της εθνικοφροσύνης συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς, Γερμανούς και Βούλγαρους φασίστες καταχτητές, διαπράττοντας αμέτρητα εγκλήματα κατά των αγωνιστών της ΕΑΜικής Αντίστασης, των κομμουνιστών, του λαού μας.

Σε κανένα από τα προαναφερόμενα βιβλία, αλλά και σε όσες μαρτυρίες έχουν βρεθεί στα χέρια μας (κάποιες θα παραθέσουμε στη συνέχεια) δεν γίνεται λόγος για «ιταλική φρουρά του Αη Στράτη». Αντίθετα, γίνεται λόγος ξεκάθαρα για φρουρά Ελλήνων χωροφυλάκων που διοικούνταν από Έλληνες αξιωματικούς, οι οποίοι ορκίζονταν να υπηρετούν «την πατρίδα», και παρατίθενται μάλιστα ονόματα διοικητών και χωροφυλάκων. Γίνεται λόγος, βέβαια, πρέπει να σημειωθεί, και για έναν-δυο απλούς χωροφύλακες που δεν συναγωνίζονταν σε αγριότητα και βαναυσότητα τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους τους, και εκδήλωσαν, κάποιες στιγμές, ανθρώπινη συμπεριφορά.

Η Κλεονίκη Κιουπτσή (αριστερά) με τον μικρό της τον Μανωλάκη, εξόριστοι και οι δυο στον Αη Στράτη με την συνεξόριστη Ελένη Αμπατζή – Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

Διοικητής της φρουράς του Αη Στράτη, την περίοδο πριν την εισβολή του ιταλικού φασισμού και τον πόλεμο του 1940, είναι ο Μουστάκας. Το ποιόν του Έλληνα διοικητή Μουστάκα περιγράφεται αναλυτικά. Σημειώνουμε ενδεικτικά δυο αναφορές από το βιβλίο του Γιώργη Καζάκου «Αη Στράτης».

Πρώτη: «Η αστυνομία του νησιού δυνάμωσε τα μέτρα κατά των εξορίστων. Ο Μουστάκας έσφιξε ακόμα περισσότερο τις “βίδες”. Κατάργησε και πάλι το “εγγυητικό δελτίο” για τους εξωτερικούς εργαζόμενους εξόριστους. Καθόρισε τρία, αντί ένα, “παρών” την ημέρα, για όλους τους εξόριστους, πράγμα που παρέλυε την παραγωγική μας δραστηριότητα, αφαιρούσε το ψωμί της ομάδας. Ενίσχυε τις νυχτερινές σκοπιές και τις περιπολίες. Απαγόρευε στους εμπόρους να έχουν δούναι-λαβείν με τους εξόριστους. Κατακρατούσε το επίδομα και τις επιταγές. Πήρε και μια σειρά άλλα μέτρα που χειροτέρευαν τη ζωή και την κατάσταση των εξορίστων».

Δεύτερη: «Αλλά ούτε οι απεγνωσμένες κραυγές των αρρώστων, ούτε οι αιμοπτύσεις των φυματικών είχαν κάποια επίδραση στις κρύες καρδιές του Μουστάκα και των οργάνων του. Αντίθετα, τούτοι, μαζί με ορισμένα ρεμάλια τους, τους πεζοναύτες και τους αλήτες σαν τον Ποθητό, Τσάρλεστο και Γαρυφάλλου, με τον βούρδουλα και τις κλωτσιές τούς πέταξαν έξω από το κτίριο της αστυνομίας. Πολλούς απ’ αυτούς, τους βαριά άρρωστους, υποχρεωθήκαμε να τους κουβαλήσουμε πίσω στις πλάτες και σε πρόχειρα φορεία. Ούτε και οι δύο επιτροπές χωρικών που παρουσιάστηκαν για το ίδιο ζήτημα είχαν κανένα αποτέλεσμα. Ο Μουστάκας ούτε καν δέχτηκε να μιλήσει μ’ αυτούς. Τους παράγγειλε, μάλιστα, να κάτσουν «στ’ αυγά» τους, για να μη βρουν το μπελά τους».

Αντικαταστάτης του Μουστάκα έρχεται στον Αη Στράτη ο δήμιος Κουσκούσης.

Γράφει σχετικά ο Γιώργης Καζάκος στο βιβλίο του «Αη Στράτης»: «Με την επιστροφή των κρατουμένων συντρόφων από τη Μυτιλήνη και την αντικατάσταση του παλιού με το νέο βασανιστή μας, άρχιζε μια νέα περίοδος για τους εξόριστους του Αη Στράτη. Με το έμπα, λοιπόν, του 1940, τελείωνε η φάση του “μικροπολέμου” των εξόριστων με τον Μουστάκα και άρχιζε μια νέα, η φάση των μεγάλων αιματηρών συγκρούσεων με την ελληνική αντίδραση, με τον καταχτητή, που σε λίγο θα ερχόταν, με την πείνα».

Και ο Βάσος Γεωργίου στο βιβλίο του «Έτσι γίνανε οι άνθρωποι», σημειώνει: «Ο Κουσκούσης ήρθε με εντολή να κάνει σεβαστό τον νόμο της 4ης Αυγούστου».

Τον Απρίλη του 1941 και αφού οι αρχές παρέδωσαν τα κλειδιά του ελληνικού κράτους στους χιτλερικούς εισβολείς, οι κομμουνιστές πολιτικοί εξόριστοι στον Αη Στράτη ζητούν από την φρουρά (θυμίζουμε ότι την αποτελούν Έλληνες) να τους αφήσει ελεύθερους για να πολεμήσουν για τη λευτεριά της πατρίδας. Ο διοικητής Κουσκούσης παραπλανώντας τους εξόριστους δήθεν αποδέχεται το αίτημά τους και τους καλεί στην πλατεία του χωριού για να συζητήσουν τα διαδικαστικά της αποχώρησης από το νησί. Όταν οι εξόριστοι συγκεντρώνονται αρχίζει ο ίδιος να πυροβολεί στο ψαχνό με το περίστροφό του, έχοντας δίπλα του το πρωτοπαλίκαρό του χωροφύλακα Ντουντουλάκη. Ο Κουσκούσης δίνει το σύνθημα και στους υπόλοιπους χωροφύλακες. Ακολουθούν καταιγιστικά πυρά. Οι εξόριστοι, άοπλοι και αιφνιδιασμένοι τρέχουν να προφυλαχτούν.

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) βρίσκεται εκεί. Στο βιβλίο του «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941» δίνει πλήρη περιγραφή του προμελετημένου εγκλήματος. Αντιγράφουμε ένα απόσπασμα: «Έριχνε ο Κουσκούσης κι ο Ντουντουλάκης. Την ίδια στιγμή γενικεύτηκαν οι πυροβολισμοί. Ρίχνανε στους κήπους μας. Ρίχνανε στους θαλάμους. Ρίχνανε πάνω στους μύλους. Ρίχνανε στο ύψωμα τ’ Αγίου Μηνά. ‘Οπου βλέπανε κίνηση δική μας. Από νωρίς είχανε επισημάνει μερικές τοποθεσίες, είχανε μοιράσει σε διάφορα μέρη τους εξοπλισμένους και μόλις δόθηκε το σύνθημα άρχισε η επίθεση. Είχανε, εκτός απ’ τους χωροφύλακες, μερικούς φαντάρους που φτάσανε απ’ τη Λήμνο και μερικούς πεζοναύτες του χωριού. Για την ιστορία αναφέρνω το Γ. Ποθητό και το Σιγάλα. Είχανε κι ένα πολυβόλο. Ο Σκυτούδης μπροστά κι εγώ πίσω μπήκαμε στο ταμείο. Ο Σκυτούδης έγειρε και ξάπλωσε μπρούμυτα στο πλακόστρωτο του υπόγειου (ούτε υπόγειο, ούτε ισόγειο ήτανε). Ο Παπαδάτος ήτανε ξαπλωμένος. Στο βάθος, πάνω σε κάτι βαρέλια και παλιοπράγματα ήτανε κουβαριασμένος ο Πέπας και βογκούσε. Στη σκάλα φώναζε ο Φίλιος. Σκηνές φρίκης και μεγαλείου. Αίματα, βογκητά, κατάρες και ζητωκραυγές».

Από τις σφαίρες του Κουσκούση και των χωροφυλάκων του θα χάσουν τη ζωή τους οι εξόριστοι Νίκος Παπαδάτος, Παναγιώτης Πέπας και  Κώστας Σκυτούδης, ενώ υπήρξαν επίσης πολλοί τραυματίες.

Έτσι, οι εξόριστοι παραμένουν στον Αη Στράτη και στη συνέχεια ο διοικητής της Ελληνικής φρουράς, Κουσκούσης, θα τους παραδώσει στους Γερμανοφασίστες καταχτητές που λίγες μέρες μετά πατούν τη μπότα τους στο νησί.

Γράφει στο βιβλίο του «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941», ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης): «Αμπαρώσαμε καλά την εξώπορτα, βάλαμε τους πεθαμένους συντρόφους δίπλα-δίπλα, τούς σκεπάσαμε και το σούρουπο ένας-ένας περάσαμε στον άλλο θάλαμο. Κι από κει κρυφά φύγαμε για άλλους θαλάμους (θαλάμους λέγαμε τα σπίτια πού είχαμε νοικιασμένα). Μείναμε κλεισμένοι ως τη Δευτέρα που ήρθανε οι Γερμανοί. Η αστυνομία παρατάχτηκε στην αμμουδιά, οι χωροφύλακες παρουσιάσανε όπλα κι ο Κουσκούσης έδωσε αναφορά. Ύστερα μας παραδώσανε κανονικά στους Γερμανούς, κι αυτοί κρίνοντας απ’ την τελευταία τους πράξη -μας τουφεκίσανε γιατί θέλαμε να φύγουμε, είπανε- τούς θεωρήσανε έμπιστους κι άφησαν τους ίδιους να μας φυλάνε. Κι αυτοί με χαρά αναλάβανε. Η δουλειά η ίδια. Μόνο τ’ αφεντικά άλλαξαν. Κι όχι στην ουσία. Μόνα στο χρώμα και στο όνομα».

Όμως δεν τελειώνει εδώ η ιστορία με τους – σύμφωνα με τον αρθρογράφο του «Π.Θ.» – «καλούς» Έλληνες…

Τον Ιούνη του 1941 αποσύρουν τον Κουσκούση και την κουστωδία του και τοποθετούν στον Αη Στράτη νέα φρουρά, που αποτελείται και αυτή από Έλληνες χωροφύλακες, με διοικητή τον διαβόητο Βουδικλάρη, που από τις μαρτυρίες των εξόριστων περιγράφεται ως ανθρωπόμορφο τέρας.

«Έφυγε ο Κουσκούσης, ο Ντουντουλάκης, ο Αυγουστής και στη θέση τους ήρθαν ο Βουδικλάρης, ο Ρεγκούτας, ο Ψαρρός και άλλοι. Τούτοι είχανε… καθαρά χέρια. Ήτανε γλυκομίλητοι και… πατριώτες» γράφει στο βιβλίο του ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης).

Στα βιβλία των Γ. Καζάκου – Β. Γεωργίου αναφέρεται ότι ο Βουδικλάρης παρουσιάστηκε στους εξόριστους ως «αγγλόφιλος», «θαυμαστής του Τσώρτσιλ και του μεγαλείου της εγγλέζικης αυτοκρατορίας», ενώ στενό συγγενικό του πρόσωπο ήταν υπασπιστής του Τσολάκογλου. Ποιος ήταν ο Τσολάκογλου; Ο Έλληνας στρατηγός που υπέγραψε τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού με τους φασίστες καταχτητές, οι οποίοι ανταμείβοντάς τον τον τοποθέτησαν πρώτο πρωθυπουργό της κατεχόμενης Ελλάδας…

Θα μπορούσαν να γραφτούν εδώ σελίδες για τις θηριωδίες του Βουδικλάρη ο οποίος μεταξύ άλλων παρακινούσε τον Γερμανό αξιωματικό Μαξ, διοικητή τμήματος Ες-Ες που έδρευε στη Λήμνο, αφού πρώτα τους πρόσφερε Λουκούλλειο φαγοπότι και τους μέθυσε, κατασυκοφαντώντας τους εξόριστους, «να μαζέψουν του κομμουνιστές στην αυλή του σχολείου  και να τους εκτελέσουν ομαδικά, για να “ξεβρωμίσει”, λέει, ο τόπος από τούτα τα “καθάρματα”. Να όμως που η γερμανική πειθαρχία απέβη προς όφελος των εξορίστων. Ο Γερμανός είναι σε θέση να διαπράξει και το μεγαλύτερο έγκλημα. Πρέπει, όμως, να έχει γι’ αυτό διαταγή. Οι Γερμανοί, όσο μεθυσμένοι κι αν ήταν, δεν προχώρησαν στο στυγερό αυτό έγκλημα, επειδή το επιθυμούσαν τα ρεμάλια τους στο νησί. Και δεν δέχτηκαν, φαίνεται, γιατί δεν είχαν και εντολή». (Γ. Καζάκου, «Αη Στράτης)

«Παπουτσάκης»

Πριν συνεχίσουμε με τον Βουδικλάρη, ας κάνουμε μια στάση στο επώνυμο «Παπουτσάκης». Από όσες πηγές (πολλές) καταφέραμε επί σειρά ετών μέχρι σήμερα να έρθουν στα χέρια μας, και σε όσες αναζητήσεις μας για τα τεκταινόμενα στον Αη Στράτη εκείνης της περιόδου, πουθενά δεν εντοπίσαμε το όνομα «Στράτος Παπουτσάκης». Ούτε στο βιβλίο του «Αη Στράτης» ο Γιώργης Καζάκος, που ήταν στέλεχος της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων του νησιού, και αναφέρει άλλα ονόματα τροφοδοτών-εμπόρων που συνεργάζονταν ή και βοήθησαν τους εξόριστους. Αυτό δεν σημαίνει ότι αμφισβητούμε την ύπαρξη του Στράτου Παπουτσάκη και την όποια δράση του. Μπορεί να υπάρχουν αναφορές για τον ίδιο και τη δράση του σε μαρτυρίες άλλων-πηγές που εμείς δεν γνωρίζουμε. Διαχωρίζουμε όμως εδώ το ζήτημα της απόδρασης των εξόριστων (17/7/1943), στο οποίο οι μαρτυρίες μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων (όπως θα δούμε στη συνέχεια), κατά τη γνώμη μας συνιστούν ακλόνητα ντοκουμέντα και δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης για το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα.

Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ τα εξής: Στα βιβλία των Κώστα Μπόση (Πουρναρά), Βάσου Γεωργίου και Γιώργη Καζάκου, υπάρχουν αναφορές στο επώνυμο «Παπουτσάκης» για την ίδια χρονική περίοδο.

Στο βιβλίο του «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941» ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) γράφει: «Θα ήταν τέλη Αλωνάρη [1941] όταν έφτασε στο νησί μας ένας μοίραρχος απ’ τη Λήμνο. Παπουτσάκης, αν δεν με γελάει η μνήμη.»

Ο Βάσος Γεωργίου στο βιβλίο του «Έτσι γίνανε οι άνθρωποι», σημειώνει: «…και του Παπουτσάκη, του αρχιχωροφύλακα από τη Μυτιλήνη».

Και ο Γιώργης Καζάκος στο βιβλίο του «Αη Στράτης» γράφει: «Κι όλα αυτά, ως την ημέρα που ένα καΐκι ξεφόρτωσε στο νησί μας τον υπομοίραρχο κύριο Παπουτσάκη, διοικητή της Λήμνου, μαζί με κάμποσους χωροφύλακες κι ένα γραφιά. Για πρώτη φορά επισκεπτόταν το νησί μας μια τέτοια “υψηλή προσωπικότητα”. Τι συνέβαινε λοιπόν; Οι συζητήσεις στην Ομάδα άναψαν. Διατυπώνονταν διάφορες εικασίες, από την πιο απαισιόδοξη, ως την πιο αισιόδοξη και τολμηρή. Αλλά όλα λες και τα σκέπαζε ένα γενικό αίσθημα ανησυχίας. Τι θέλει ο κύριος Παπουτσάκης στο νησί μας;».

Αυτός ο «κύριος» είχε καταφτάσει στον Αη Στράτη με ένα διαβολικό σχέδιο, όπως θα δούμε, που ξεγέλασε ακόμα και τους πιο έμπειρους εξόριστους. Και αν ο αναγνώστης αναρωτιέται πώς ξεγελάστηκαν οι εξόριστοι, θα πρέπει να έχει στο μυαλό του ότι οι περισσότεροι εκείνη τη δοσμένη στιγμή έκλειναν 5 ολόκληρα χρόνια απομονωμένοι (με όσα αυτό συνεπάγεται) πάνω σ’ ένα βράχο στη μέση του Αιγαίου πελάγους. Και να προσπαθήσει να νοιώσει, αν μπορεί, έστω και λίγο, την ψυχολογία εκείνων των αγωνιστών, ακόμα και των πιο συνειδητοποιημένων και αλύγιστων που δεν έπαυαν όμως να είναι άνθρωποι.

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) γράφει στο βιβλίο του «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941» τι κατάφερε ο Παπουτσάκης: «Μας ειδοποίησε να ετοιμαστούμε για την ηπειρωτική Ελλάδα. Πηδήξαμε απ’ τη χαρά μας. Θα βρισκόμαστε μέσα στο λαό, που θα μας βοηθούσε σε ώρα ανάγκης. Θα ερχόμαστε σ’ επαφή με τους δικούς μας. Θα γλιτώναμε απ’ το θάνατο, απ’ την πείνα, ακόμα κι από εκτελέσεις. Πού να μαντέψουμε από τότε το στρατόπεδο του Παύλου Μελά, το Κούρνοβο, το Χαϊδάρι, την Καισαριανή! Παρατήσαμε χωράφια, μαγκάνια, σπορά, καλλιέργεια. Μύλο, ζώα. Άλλος έπλυνε, άλλος έραβε. Τα πλυσταριά δούλευαν μέρα νύχτα. Βάλαμε στο σφυρί την παραγωγή. Κριθάρια, κουκιά κι ό,τι άλλο είχαμε και πουλιόνταν εύκολα. Τις πατάτες στο καζάνι. Να τις μεταφέρουμε ήταν αδύνατο. Δε μας άφηναν και θα σαπίζανε. Να τις πουλήσουμε ήταν δύσκολο. Πατάτες το πρωί. Πατάτες το μεσημέρι. Πατάτες το βράδυ, κι όσες ήθελε ο καθένας. Όσα είχαμε μαζέψει μήνες και μήνες, μ’ ένα σωρό στερήσεις τα σκορπίσαμε μέσα σε λίγες μέρες. Είμαστε όλοι μπαλωμένοι, πλυμένοι, έτοιμοι για δρόμο. Ένα πράμα έλειπε: το καΐκι. Κι αυτό δε φαινότανε. Οι μέρες περνούσανε. Γέμισε μήνας. Μας ζώσανε τα φίδια. Υποψιαστήκαμε παγίδα: να φάμε ότι είχαμε, να σταματήσουμε την καλλιέργεια και να πεθάνουμε το χειμώνα. Λύσαμε ξανά τα μπαούλα. Αρχίσαμε πάλι σαν τους κολασμένους. Μα τώρα ήταν πια αργά».

Και θα ακολουθούσαν ακόμα χειρότερα…

ΠΑΝΩ: Ο «κεντρικός θάλαμος» – παλιό σχολείο του Αη Στράτη, μέσα στον οποίο πέθαναν από πείνα οι κομμουνιστές εξόριστοι τον χειμώνα του 1941-42 –- ΚΑΤΩ: Στον ίδιο χώρο σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Δημοκρατίας (Φωτογραφία από την συμμετοχή μας στην επίσκεψη-προσκύνημα στον Αη Στράτη, που οργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ το Σάββατο 11 του Ιούνη 2016, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ)

Η μάχη της πείνας

Οι Έλληνες χωροφύλακες χρησιμοποίησαν όλα τα μέσα για να αποσπάσουν από τους εξόριστους την πολυπόθητη για το καθεστώς «δήλωση μετανοίας». Το φθινόπωρο-χειμώνα του 1941, όταν όλες οι προσπάθειές τους έχουν αποβεί άκαρπες με διαταγή του Βουδικλάρη, οι χωροφύλακες απομονώνουν τους εξόριστους στο παλιό ερειπωμένο σχολείο του νησιού που οι εξόριστοι είχαν ανακαινίσει και ονομάσει «κεντρικό θάλαμο» (ο χώρος όπου τα τελευταία χρόνια στεγάζεται το Μουσείο Δημοκρατίας ). Φρόντισαν πρώτα να αρπάξουν ό,τι τρόφιμα και χρήματα είχαν, ενώ τους απαγόρευσαν με την απειλή της εκτέλεσης να κυκλοφορούν σε ακτίνα πέρα από λίγα μέτρα έξω από τη «φυλακή» τους. Στόχος η εξόντωση των κομμουνιστών εξόριστων από πείνα.

Οι εξόριστοι σύντομα έρχονται αντιμέτωποι με το μαρτύριο της πείνας, την έλλειψη στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής, με τις αρρώστιες, με τον θάνατο. Μετά από πολύμηνη μάχη οι κομμουνιστές εξόριστοι θα βγουν νικητές. Όμως 43 θα χάσουν τη ζωή τους από την ασιτία και τις αρρώστιες, επειδή αρνήθηκαν να προδώσουν την ιδεολογία τους. Δεκάδες επίσης ήταν εκείνοι που μεταφέρθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα (κυρίως στο στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη) και εκτελέστηκαν ως όμηροι.

Στον Αη Στράτη διαπράχτηκε ένα από τα φριχτότερα εγκλήματα του φασισμού. Ο σκοπός του εγκλεισμού των πολιτικών κρατουμένων στον «κεντρικό θάλαμο» δεν ήταν απλά η απόσπαση της «δήλωσης μετανοίας». Μέσα από την με απάνθρωπα μέσα δοκιμασία της ανθρώπινης υπόστασης, επιχειρήθηκε ο εξευτελισμός των ιδανικών τους και η ταπείνωσή τους, έτσι που η προσδοκώμενη νίκη του φασισμού να πάρει τη μορφή θριάμβου. Οι Έλληνες συνεργάτες των καταχτητών ξεπέρασαν σε επινοητικότητα και σαδισμό τ’ αφεντικά τους. Ακόμα και ο Γερμανός διοικητής Λήμνου Φάσμερ, όταν επισκέφτηκε τον «κεντρικό θάλαμο» δυσανασχέτησε από τις εικόνες φρίκης που αντίκρισε.

Ο Βουδικλάρης και τα αφεντικά του έσπασαν τα μούτρα τους στον τοίχο που όρθωσε η ατσάλινη πίστη και αντοχή των κομμουνιστών…

Με το βιβλίο του «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941» (έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, 1947) ο Κώστας Πουρναράς (ψευδώνυμο Κώστας Μπόσης) κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως συγγραφέας.

Για το βιβλίο αυτό θα γράψει ο Κώστας Βάρναλης σε βιβλιοκριτική στον «Ρίζο της Δευτέρας» στις 5/5/1947, μεταξύ άλλων: «(…)Για το Χαϊδάρι μάς έγραψε ο Κορνάρος. Και τώρα για τον Άη Στράτη ο Κώστας Μπόσης. Το βιβλίο του συγκεντρώνεται σ’ ένα ειδικό θέμα: τη μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941. Ξέραμε τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού. Ξέραμε το «Σπίτι των νεκρών» του Ντοστογιέφσκυ.  Ξέραμε την «Κόλαση» του Ντάντε. Μα η κόλαση της πείνας των πολιτικών εξορίστων του Άη Στράτη, σαν ιστορία ξεπερνάει σε φρίκη και τρόμο την κόλαση των ποιητών και των μυθιστοριογράφων. Η πραγματική Κόλαση την Κόλαση της Φαντασίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέγει: « Ήθελα το Δάντη να περνούσε από δω!» Και πραγματικά` παρ’ όλη την απλή, τη φυσική, τη ρεαλιστική και δίχως ρητορείες και φιοριτούρες περιγραφή του συγγραφέα, όλα φαίνονται τόσο απίθανα ― κι ας είχαμε μάλιστα δοκιμάσει όλοι μας αυτήν την τραγική περίοδο της πείνας! Κι  όταν λέω «όλοι μας» εννοώ το λαό ― όχι τους «εθνικόφρονες» πλουτοκράτες, που είχαν πουλήσει την πατρίδα στον οχτρό και μαζεύανε λίρες(…)».

ΠΑΝΩ: Το κοινό οστεοφυλάκιο των νεκρών πολιτικών εξόριστων του Αη Στράτη, στον λόφο του Αη Μηνά. Το έφτιαξαν οι εξόριστοι που βρέθηκαν στο νησί μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας. Ένα λιτό τσιμεντένιο μακρόστενο κουτί κι ένας σταυρός, τσιμεντένιος κι αυτός, στην κορφή, που δεν άντεξε στη φθορά του χρόνου κι έτσι τον αντικαθιστά ένας σιδερένιος. Στο εσωτερικό βρίσκονται τα κρανία των θυμάτων της «μάχης της πείνας», τον χειμώνα του 1941-42. Των κομμουνιστών που αποκλείστηκαν από τους Έλληνες δεσμοφύλακές τους, στον «κεντρικό θάλαμο», χωρίς τροφή και περίθαλψη και πέθαναν από την ασιτία, κρατώντας ψηλά τη σημαία των ιδανικών τους, μη υπογράφοντας «δήλωση μετάνοιας». Στο πλάι του μνημείου, μια μεταλλική πλάκα με χαραγμένα τα ονόματα των νεκρών πολιτικών εξόριστων του Αη Στράτη (Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…» — ΚΑΤΩ: Το κοινό οστεοφυλάκιο, σκεπασμένο με τα λάβαρα του ΚΚΕ και της ΚΝΕ (Φωτογραφία από την επίσκεψή μας στον Αη Στράτη, στο προσκύνημα που οργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ το Σάββατο 11 του Ιούνη 2016, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ)

«Καλοί» Έλληνες… (2)

Γράφει ο αρθρογράφος του «Π.Θ.» (δικές μας οι υπογραμμίσεις):

«Στις 9 Ιουλίου 1943, οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί αποβιβάστηκαν στη Σικελία, με επικεφαλής τους Πάτον και Μοντγκόμερι. Οι Σύμμαχοι κατευθύνθηκαν προς τη Ρώμη, ο Μουσολίνι εγκαταλείφθηκε απ’ όλους (στις 24/7/1943 συνελήφθη από τους ίδιους τους Ιταλούς) και η ιταλική φρουρά του Άη Στράτη θα αποχωρούσε.

Το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής σε συνεργασία με την εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση έμαθε ότι οι εξόριστοι του Άη Στράτη θα έμεναν αφρούρητοι για δύο μέρες, μετά τη φυγή των Ιταλών και ότι οι Γερμανοί ετοίμαζαν απόσπασμα για να στείλουν από τη Λήμνο στο νησί, προκειμένου να εκτελέσει τους αιχμαλώτους ή να τους μεταφέρει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Στις 15 Ιουλίου 1943 ο Στράτος Παπουτσάκης βρισκόταν με το καράβι του «Άγιος Σπυρίδωνας» στο Κάστρο της Λήμνου. Ειδοποιήθηκε μέσω ασυρμάτου που βρισκόταν στα βουνά της Λήμνου, από το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής να πάει στον Άη Στράτη,να παραλάβει όσους εξόριστους βρίσκονταν εκεί και να τους μεταφέρει στο Άγιο Όρος.»

Αντιγράφουμε από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (1939-1949, Β1 ΤΟΜΟΣ):

«Στο μεταξύ, από τις 17 Απρίλη, άρχισαν να φεύγουν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και πλήθος αυλικών. Τη νύχτα της 22 Απρίλη έφυγαν (εκτός από τον Μανιαδάκη και τον Σακελλαρίου) με το αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» υπουργοί και άλλοι επίσημοι: «Οι πλείστοι με τας οικογένειας των -γυναίκες και τέκνα, πεθερές και γκουβερνάντες- και με τας αποσκευάς των -μπαούλα, βαλίτσες με τουαλέτες, τζάντες με ρουχισμό, μερικοί με τα παιχνίδια των παιδιών και κάποιοι με τα χρυσαφικά τους», έγραψε ο ναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου. Μαζί με τα μέλη της κυβέρνησης έφυγαν οι Βαρβαρέσος και Μαντζαβίνος, διοικητής και υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας αντίστοιχα. Η ελληνική κυβέρνηση είχε φυγαδεύσει στο Ηράκλειο από το Μάρτη τα αποθέματα του χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδας. Στις 23 Απρίλη έφυγαν από το Σκαραμαγκά για την Κρήτη με αγγλικό υδροπλάνο ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ με τον πρωθυπουργό Τσουδερό και τον Άγγλο πρέσβη Πάλερετ και την ίδια μέρα έφτασαν στη Σούδα.»

Και από εκεί όπως είναι γνωστό βρέθηκαν στη Μέση Ανατολή, όπου υπό την προστασία των Βρετανών, αλλά και σε διαπλοκή με τους συνεργάτες των καταχτητών, έκαναν σχέδια για το πώς θα διατηρήσουν την εξουσία τους την «επόμενη μέρα», παντελώς απόντες από τον αγώνα του ελληνικού λαού, που οργάνωνε το ΚΚΕ εναντίον των καταχτητών και των… Ελλήνων συνεργατών τους.

Παίρνει όρκο ο αρθρογράφος του «Π.Θ.» ότι αυτή η «εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση» νοιαζόταν για την τύχη των πολιτικών εξόριστων, των κομμουνιστών, και… φρόντιζε για την απελευθέρωσή τους;!

Η απόδραση στις 17 Ιούλη 1943

Η απόδραση των ηρωικών κομμουνιστών εξόριστων που είχαν απομείνει στον Αη Στράτη μετά το τέλος της μάχης της πείνας, σχεδιαζόταν πολύ καιρό από το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ και είχε να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες (λεπτομέρειες δίνουν ο Γιώργης Καζάκος στο βιβλίο του «Αη Στράτης» και ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) στο βιβλίο του «Αναμνήσεις»).

Κάποιο ξημέρωμα του Ιούλη του 1943, ένα καΐκι δένει σ’ ένα απόμερο όρμο του Αη Στράτη. Από μέσα ξεπηδούν οι Θανάσης Στράντζαλης παλιός εξόριστος στον Αη Στράτη και Νίκος Χουρμούζης, διοικητή του ΕΛΑΝ Χαλκιδικής και Θερμαϊκού, οι οποίοι έρχονται σε επαφή με την Ομάδα και οργανώνουν την προετοιμασία.

Σε όλα τα προαναφερόμενα βιβλία σημειώνεται ότι η απόδραση έγινε με απόφαση του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ και γίνεται αναφορά στον Θανάση Στράντζαλη και τον Νίκο Χουρμούζη και στο ρόλο τους ως βασικά στελέχη της απόδρασης, εκτός από το βιβλίο του Βάσου Γεωργίου «Έτσι γίνανε οι άνθρωποι», στο οποίο ο συγγραφέας δεν αναφέρει ονόματα πλην όμως τους «φωτογραφίζει»: «Παλιός αγιοστρατίτης εξόριστος ο ένας ναυτικός. Πολιτικός του ΕΛΑΝ ο άλλος. Σταλμένοι απ’ το Κόμμα, από την οργάνωση Μακεδονίας του ΚΚΕ. Το καΐκι του ΕΛΑΝ τους περίμενε στον κάβο του Αη Δημήτρη».

Στο βιβλίο του «Σε άνιση μάχη…» ο Γιώργος Φαρσακίδης, σημειώνει: «Οι πρωταγωνιστές του ριψοκίνδυνου εγχειρήματος ήτανε οι: Βασίλης Υψηλάντης. Ο Νίκος Σοφιάς, κυβερνήτης και ιδιοκτήτης του σκάφους (σκοτώθηκε πολεμώντας στον ΔΣΕ), ένας ναύτης και οι Νίκος Χουρμούζης και Θανάσης Στράντζαλης, φρουρά και υπερασπιστές της αποστολής».

Αλέκος Βασιλάκης – Πηγή φωτογραφίας: Ριζοσπάστης

Η Λιλίκα Βασιλάκη, σύζυγος του αείμνηστου αγωνιστή και στελέχους του ΚΚΕ, δικηγόρου Αλέκου Βασιλάκη, που έζησε την ηρωική περίοδο 1936-1943 του στρατοπέδου των εξορίστων του Αη Στράτη και συμμετείχε στη απόδραση θα πει: «Στάθηκαν όμως τυχεροί [εννοεί τους εξόριστους], γιατί τις ίδιες μέρες είχε αράξει σ’ ένα μικρό ορμίσκο ένα καΐκι σταλμένο από τον ΕΛΑΝ Μακεδονίας, με επικεφαλής έναν παλιό εξόριστο στο νησί, τον Στράντζαλη. Οι εξόριστοι ειδοποιήθηκαν σπίτι – σπίτι και τη νύχτα της 17ης Ιούνη 1943 έφυγαν παίρνοντας μαζί τους τους χωροφύλακες με τα όπλα τους κι αφήνοντας τα υπάρχοντά τους στο νησί». (Ριζοσπάστης, Κυριακή 17 Ιούλη 2005).

Να σημειωθεί ότι εκείνη τη χρονική στιγμή, σύμφωνα με τον Γιώργη Καζάκο υπήρχε άλλη, νέα φρουρά χωροφυλακής στον Αη Στράτη, καθώς ο δήμιος Βουδικλάρης και οι υφιστάμενοί του είχαν ήδη αντικατασταθεί από τους Γερμανούς, με άλλους Έλληνες…

Τη νύχτα της 17ης του Ιούλη 1943, το πλήρωμα, 62 εξόριστοι, ανάμεσά τους τρεις γυναίκες και δυο μικρά παιδιά, και, σύμφωνα με μαρτυρία (ολόκληρη πιο κάτω) του Στέλιου Παπαδομιχελάκη, Γραμματέα της Ομάδας, τρεις χωροφύλακες και η αδελφή ενός από αυτούς, επιβιβάζονται στο καΐκι.

Γιάννης Βουρνάς – Πηγή φωτογραφίας: Ριζοσπάστης

Ο Κώστας Γκριτζώνας στο βιβλίο του «Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940» δίνει κατάλογο με τα ονόματα των εξόριστων που πήραν μέρος στην απόδραση, που συνέταξε σε συνεργασία με τους Γιάννη Βουρνά, Νίκο Βέτση και Δημήτρη Ζιάκα (και οι τρεις πήραν μέρος στην απόδραση), και από την προσωπική μαρτυρία του Γιάννη Βαΐτση (επίσης πήρε μέρος στην απόδραση).

Οι εξόριστοι φέρουν μαζί τους οπλισμό που «απαλλοτρίωσαν» από τον σταθμό χωροφυλακής και όχι μόνο. «Δεν ήταν μόνο τα όπλα που πήραμε από τον σταθμό. Ο Στράντζαλης είχε φέρει μαζί του 2 ημιαυτόματα Τόμσον, 6 πιστόλια και μερικές χειροβομβίδες. Μ’ αυτά τα όπλα και τις ατσάλινες καρδιές τους 62 κομμουνιστές του Αη Στράτη που μείναν ζωντανοί, στις 17 Ιούλη 1943, ώρα 12 τα μεσάνυχτα, απόδρασαν με κατεύθυνση το Άγιο Όρος» αναφέρει ο Γιάννης Βαΐτσης στη μαρτυρία του που φιλοξενείται στο ίδιο βιβλίο του Κώστα Γκριτζώνα. Στον οπλισμό αναφέρεται και ο Στέλιος Παπαδομιχελάκης: «Είχανε μαζί τους [εννοεί οι απεσταλμένοι του Κόμματος για την απόδραση] δύο αυτόματα, τέσσερα πιστόλια, οχτώ χειροβομβίδες. Προσθέστε και έξι όπλα που πήραμε , του σταθμού χωροφυλακής».

Ο αέρας λυσσομανάει και τα κύματα ορθώνονται πελώρια και σκάνε με δύναμη στα βράχια. Το παλιό καΐκι, ταλαιπωρημένο από τις φουρτούνες πολλών χρόνων, δεν εμπνέει σιγουριά. Οι εξόριστοι όμως δεν έχουν άλλη επιλογή.

Ίσως αναρωτηθεί ο αναγνώστης πώς ένα καΐκι γεμάτο εξόριστους, δηλαδή παράνομους στον έξω κόσμο, ξεκινούσε τον πλου του σε μια θάλασσα γεμάτη από εχθρικά σκάφη. Δεν θα τους καταδίωκαν μόλις λάβαιναν σήμα για την απόδραση; Το εγχείρημα ήταν εξαρχής ριψοκίνδυνο, αλλά οι εξόριστοι είχαν φροντίσει να κερδίσουν χρόνο που αποδείχτηκε πολύτιμος. Τι είχε συμβεί; Ο πολυμήχανος Θανάσης Στράντζαλης που είχε κάνει χρόνια εξόριστος στο νησί και ήταν υπεύθυνος για τις εξωτερικές δουλειές της Ομάδας, είχε διαδώσει ψεύτικες πληροφορίες για την κατεύθυνση των δραπετών.

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) που βρισκόταν πάνω στο καΐκι της απόδρασης, γράφει σχετικά στο βιβλίο του «Αναμνήσεις»:

«Ο μουντζουρωμένος καϊκτσής, αφού βεβαιώθηκε, πως όλα έγιναν με τάξη και ακρίβεια, ξεκίνησε τελευταίος. Σε μια ραχούλα τρεμόσβηνε φωτιά. Ζύγωσε. Δυο τσομπανόπουλα έψηναν καβούρια σε μια παλιοκαραβάνα και στην πλαγιά, απ’ την άλλη πάντα, έβοσκε ένα κοπάδι πρόβατα.

– Γειά σας, ωρέ!
Εκείνα γύρισαν, φοβισμένα.
– Με γνωρίζετε; Ποιός είμαι;
Στο μεταξύ είχε βγάλει τον επίδεσμο και είχε πλυθεί. Κείνα συνήρθαν γρήγορα και χαμογέλασαν.
– Ο Στράνζαλους! Ο Στράντζαλους!

(…)

– Εδώ πίσω έχω ένα υποβρύχιο, θέλετε να σας πάρω στην Αίγυπτο;
– Όχι! Όχι! Στράντζαλου, άρχισαν τα κλαψουρίσματα.
– Τότε, να μην πήτε σε κανένα τίποτα.
– Όχι! δεν θα πούμε. Μη μας παίρνεις».

Το παραπάνω περιστατικό επιβεβαιώνει η Κλεονίκη Κιουπτσή (συμμετείχε στην απόδραση) σε μαρτυρία που έδωσε στον Γιώργο Φαρσακίδη και κατέγραψε στο βιβλίο του «Σε άνιση μάχη…».

Καΐκι του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού (ΕΛΑΝ) – Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

Με υπεράνθρωπες προσπάθειες το καΐκι καταφέρνει να κρατάει την πορεία του προς τη Χαλκιδική, αφού χρειάστηκε πρώτα ν’ αδειάσουν τ’ αμπάρια  από το «περιττό βάρος». Για να μη βουλιάξουν, οι εξόριστοι που είχαν να  φάνε ψωμί περισσότερο από δυο χρόνια, αναγκάζονται με πόνο στην καρδιά να πετάξουν με τα χέρια τους στο βυθό της θάλασσας πολλά τσουβάλια γεμάτα στάρι. Κάποια στιγμή το καΐκι σκεπάζεται από ένα τεράστιο κύμα και ένας εξόριστος βρίσκεται στα φουρτουνιασμένα νερά. Με δυσκολία το πλήρωμα τον τραβάει πάλι πίσω στη ζωή (ο Γ. Καζάκος αναφέρει ότι ήταν ο Γιάννης Βαΐτσης).

Αγιορείτες μοναχοί και «διαβολοκαλόγερος»

Γράφει ο αρθρογράφος του «Π.Θ.» (δικές μας οι υπογραμμίσεις):

«Πλησιάζοντας στο Άγιο Όρος, ο Στράτος Παπουτσάκης με ένα ξυλόφωνο έστειλε μήνυμα στους καλόγερους ότι φτάνουν με πολύ κόσμο και αρρώστους και ζήτησε να σπεύσουν να τους παραλάβουν και να τους περιθάλψουν. Έτσι και έγινε.

Το πρωινό οι επιβαίνοντες στον «Άγιο Σπυρίδωνα» εξόριστοι έφτασαν με βάρκες στις ακτές και κρύφτηκαν σε ένα δάσος. Από εκεί οι μοναχοί με μουλάρια και γαϊδουράκια τους μετέφεραν σε 3-4 μονές. Οι Αγιορείτες περιέθαλψαν και φρόντισαν όλους τους εξόριστους και μετά από λίγες μέρες τους προώθησαν μέσω Χαλκιδικής στα βουνά της Μακεδονίας και της Ηπείρου όπου εντάχθηκαν στις διάφορες αντάρτικες ομάδες.»

Στις 18 του Ιούνη 1943 το πλήρωμα και οι εξόριστοι, καταπονημένοι μα  ελεύθεροι, πατούσαν ξανά στεριά. Η δασώδης περιοχή της Χαλκιδικής ήταν γι’ αυτούς  ο πρώτος σταθμός της λευτεριάς  και παράλληλα η αφετηρία για καινούργιους αγώνες. Εκεί τους περίμεναν ο αντιπρόσωπος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, Παντελής Τσέγας, και άλλα στελέχη του Κόμματος, και συγγενείς κάποιων εξόριστων από κοντινούς τόπους καταγωγής. Μετά από ολιγόωρη ανάπαυση οι εξόριστοι χωρίστηκαν σε ομάδες πήραν το δρόμο για να ενταχτούν στα ένοπλα τμήματα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Ο Γιώργος Φαρσακίδης παραθέτει στο βιβλίο του «Έπεσαν για τη ζωή…» τη μαρτυρία του Γιάννη Βαΐτση: «…Στις 18 του Ιούλη του 1943, λεύτεροι και ανυπόμονοι για καινούργιους αγώνες, πατούσαμε τη γη της Χαλκιδικής…

Το πρωί βρήκαμε τη βρυσούλα, της συνάντησης… Κοντά της, πάνω σε λατσούδια, ψωμιά, τυριά, κρέατα… αλλά άνθρωπος πουθενά. Κι έξαφνα ξεπρόβαλλαν από το δάσος οι συγγενείς των εξόριστων από το Νεοχώρι και άλλα χωριά της Χαλκιδικής και χύθηκαν στις αγκαλιές των δικών τους…. Μαζί τους κι ο Παντελής Τσέγας από το Μακεδονικό Γραφείο του Κόμματος…

– Το Κόμμα μας σήμερα, θα μας πει, συγκεντρώνει την αγάπη και το σεβασμό όλων των πατριωτών που πυκνώνουνε, όλο και πιο πολύ, τις γραμμές των απελευθερωτικών  οργανώσεων… Σύντροφοι, εδώ είναι ο πρώτος σταθμός σας, αλλά και η αφετηρία για καινούργιους αγώνες…»

Σε κανένα από τα προαναφερόμενα βιβλία, αλλά και σε όσες μαρτυρίες συμμετεχόντων στην απόδραση έχουμε υπόψη (όχι λίγες) δεν υπάρχει αναφορά για «μοναχούς» και «Αγιορείτες» που «περιέθαλψαν και φρόντισαν όλους τους εξόριστους». Απεναντίας όλες οι μαρτυρίες «συναντιούνται», σε μια δασώδη ερημική περιοχή, καλά κρυμμένη ακόμα κι από τον ήλιο, για τον φόβο των αεροπλάνων των ναζί που έψαχναν να βρουν ίχνη των δραπετών εξόριστων.

Η θολή αχλή του χρόνου (οι μαρτυρίες καταγράφηκαν πολλά χρόνια μετά την απόδραση) θα μπορούσε να σκεπάσει στη μνήμη κάποιων αγωνιστών την ονομασία μιας τοποθεσίας, δεν θα μπορούσε όμως να σκεπάσει ένα τέτοιο γεγονός (αν είχε βέβαια συμβεί).

Για την Ιστορία, αναφέρουμε ότι στο βιβλίο του Γιώργη Καζάκου «Αη Στράτης» αναφέρεται ως τόπος καταφυγής η περιοχή της Καψάλας. Ο Γιάννης Βαΐτσης διηγείται: «Βγήκαμε πίσω από τη Στρατονίκη, κοντά στα Αρχαία Στάγειρα» (περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», 12/1963). Η Λιλίκα Βασιλάκη, σύζυγος του δραπέτη εξόριστου, Αλέκου Βασιλάκη: «…και τελικά βγήκανε στο Χολομώντα».

“Το μετόχι του καλόγερου”. Χαρακτικό του Γιώργου Φαρσακίδη – Πηγή: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

Δεν θα μπορούσε όμως στο σημείο αυτό να μην αναφερθεί ο πάτερ Αμφιλόχιος, ένας μοναχός που άφησε το Άγιο Όρος και βρήκε στον Αη Στράτη τον επίγειο «παράδεισο». Στον Αμφιλόχιο και τη δράση του εστιάζουν τα προαναφερόμενα βιβλία των Κ. Μπόση, Β. Γεωργίου, Γ. Καζάκου και Γ. Φαρσακίδη. «Διαβολοκαλόγερο» τον αποκαλούσαν οι εξόριστοι, εξαιτίας του έκλυτου βίου του, που σύμφωνα με τις μαρτυρίες θα έπρεπε να βαρύνεται με κάμποσα   άρθρα του ποινικού κώδικα… αν δεν τα είχε κάνει πλακάκια με τον δήμιο Βουδικλάρη και δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο στη μάχη της πείνας, εναντίον των πολιτικών εξόριστων…

Πρωτεργάτες της απόδρασης

«Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Σ’ αυτά τα χρόνια άλλαξε η μορφή του πλανήτη μας. Κι ωστόσο ανάλλακτη μένει στη μνήμη μου η μορφή του Θανάση: Ψηλός, με μικρή καμπούρα, κόκκινος με γαλανά μάτια, σαν τον ξάστερο ουρανό της πατρίδας μας, και με κείνο το εκνευριστικό, το βασανιστικό «γκουχ-γκουχ». Κάποτε έκανε απόπειρα να φύγει απ’ την εξορία μ’ άλλους δυο. Στ’ ανοιχτά τους έπιασε θαλασσοταραχή κι έσπασε η σαπιόβαρκα. Έτσι αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω, καταμουσκεμένοι, κι απ’ την πούντα, που κόντεψε να τον στείλει στον τάφο, του έμειναν τα βρογχικά» γράφει για τον Θανάση Στράντζαλη ο Κώστας Μπόσης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις».

Ο Γιώργος Φαρσακίδης στο δικό του βιβλίο, «Έπεσαν για τη ζωή…» μας δίνει ένα σύντομο βιογραφικό του κομμουνιστή ήρωα:

Θανάσης Στράντζαλης – Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

«Ο Θανάσης Στράντζαλης γεννήθηκε το 1904 στην Στράντζα της Ανατολικής Θράκης κι έζησε στην Καβάλα. Δραστήριο μέλος της ΟΚΝΕ ο Στράντζαλης διώκεται για τη δράση του και εξορίζεται στον Αη Στράτη. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής υπήρξε Γραμματέας του ΕΕΑΜ Θεσσαλονίκης κι ο επικεφαλής των ενόπλων ομάδων της συμπρωτεύουσας.

Ο Θανάσης Στράντζαλης μετέχει στα πρώτα σαμποτάζ κατά γερμανικών στόχων, την απόδραση κρατουμένων κομμουνιστών και το 1943 στην απελευθέρωση των εξόριστων του Αη Στράτη.

Καταδιωγμένος μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, ο Στράντζαλης εντάσσεται στον Δημοκρατικό Στρατό και τοποθετείται σαν ταγματάρχης, Πολιτικός Επίτροπος της Θεσσαλονίκης.

Το καλοκαίρι του 1949, ο Θανάσης Στράντζαλης, τραυματισμένος βαριά σε συμπλοκή με κυβερνητικό ένοπλο τμήμα, έξω από τη Θεσσαλονίκη, αρνείται να τον μεταφέρουν οι νεαροί συμμαχητές του που επιμένουν, έχοντας του μεγάλη αδυναμία, και αυτοκτονεί, διευκολύνοντας το τμήμα του να απαγκιστρωθεί από την περικύκλωση».

Γράφει ο Κώστας Μπόσης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις»: «Ανταμώσαμε ένα χρόνο αργότερα [εννοεί μετά την απόδραση από τον Αη Στράτη] στη Σαλονίκη. Η Συνδιάσκεψη της Επιτροπής Πόλης του Κόμματος έγινε κάπου εκεί ανάμεσα στην Αγία Τριάδα και Παπάφη σ’ ένα σπίτι μοναχικό, που είχε μεγάλη αυλή μπροστά, τριγυρισμένη με μαντρότοιχο. Τη δεύτερη μέρα, κατά το μεσημέρι, ακούστηκαν χτύποι στην αυλόπορτα. (…) Οι χτύποι, όλο και πιο δυνατοί, δευτέρωσαν, τρίτωσαν… Παγώσαμε. Να πιάσει η Γκεσταπό όλο το κομματικά απαράτ!…

Έγινε ένα μικρό διάλειμμα κι ακούστηκαν οι χτύποι στον τοίχο τώρα, στην κρεβατοκάμαρα, απ’ το μέρος του δρόμου. Σταμάτησαν οι ανάσες μας.  Ο Θανάσης ήρεμος, μασώντας κάτι να πνίξει το βήχα, σηκώθηκε. Μας έκανε νόημα να ξαπλώσουμε στο πάτωμα, αν συμβεί τίποτα, και πήγε στη γωνιά. Άνοιξε δυο βαλίτζες και δίνοντας ένα αυτόματο στον  Ορέστη το Μακρίδη, του έδειξε το παράθυρο της κουζίνας κι αυτός με το άλλο έπιασε την πόρτα, που έβλεπε στην αυλή…

(…) ανάλλαχτη μένει στη μνήμη μου η μορφή του Θανάση. (…) πετιέται φρέσκη – ολοζώντανη μπροστά μου: Ψηλός με καμπουρίτσα, κόκινος με γαλανά μάτια, με κείνο το βασανιστικό «γκουχ-γκουχ » και την καρδιά τη γεμάτη απλότητα, παληκαριά κι αγάπη».

Η δεκατετράχρονη Σοφία, κόρη της Μαίρης και του Θανάση Στράντζαλη, με τη θεία της στη Βουλγαρία – Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

Ο Θανάσης Στράντζαλης ήταν παντρεμένος με την αγωνίστρια Μαρίκα Βασιλειάδου που στάθηκε άξια στο πλευρό του δίνοντας τη ζωή της στον αγώνα. Ο Γιώργος Φαρσακίδης γράφει στο βιβλίο του «Έπεσαν για τη ζωή…»: «Η Μαίρη Βασιλειάόου – Στράντζαλη γεννήθηκε στο Νικηφόρο Δράμας. Στην περίοδο της Κατοχής, δουλεύοντας ράφτρα, σαν μέλος του ΚΚΕ, αγωνίζεται μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και της Ε.Α. ενάντια στους κατακτητές.

Μετά την απελευθέρωση, συνεχίζοντας την αγωνιστική της δραστηριότητα, πιάνεται και βασανίζεται φρικτά από την Ασφάλεια, όπου της ζητάνε να τους αποκαλύψει που κρύβεται ο άντρας της. Για την όλη ανυποχώρητη στάση της το στρατοδικείο Θεσσαλονίκης την καταδικάζει σε θάνατο με βάση το νόμο που προβλέπει μόνο ποινή ειρκτής. Στις 16 Ιούνη του 1947 η Μαίρη Βασιλειάδου-Στράντζαλη έδωσε τη ζωή της για ένα καλύτερο μέλλον του λαού και του τόπου μας.

Σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία της, πριν την εκτέλεση (όπως μου αφηγήθηκε οικογενειακή της γνωστή) της επέτρεψαν να φιλήσει τη δίχρονη κορούλα της και στη συνέχεια παράγγειλαν στο απόσπασμα «πυρ»!

«Μη χύσεις δάκρυα για το χαμό μου. Κλείσε βαθιά μες στη ψυχή σου τον λαό. Να είσαι περήφανη για το θάνατό μου», είναι τα τελευταία λόγια που έγραψε για την κορούλα της η Μαίρη Στράντζαλη.»

Μετά τη θυσία των γονιών της, της Μαίρης και του Θανάση Στράντζαλη, η κόρης τους Σοφία έζησε με θεία της στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας.

Νίκος Χουρμούζης – Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

«Ο Νίκος Χουρμούζης, ναυτοξυλουργός στο επάγγελμα, γεννήθηκε το 1917 στη Μικρά Ασία και έζησε στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη. Από νεαρή ηλικία αγωνίζεται μέσα από τις γραμμές της Ο.Κ.Ν.Ε., διώκεται από την κυβέρνηση Μεταξά κι εξορίζεται στον Αη Στράτη. Από τους πρώτους θεμελιωτές της Εθνικής Αντίστασης στη Μακεδονία, στέλεχος των μαχητικών ενόπλων ομάδων.

Ο Νίκος Χουρμούζης είναι από τους ιδρυτές και ο διοικητής του Ε.Λ.Α.Ν. της Χαλκιδικής και του Θερμαϊκού, με πλούσια δράση (απελευθέρωση των εξόριστων του Αη Στράτη, μεταφορά τμημάτων της 10ης Μεραρχίας, αγορά όπλων από τα παράλια της Μ. Ασίας κλπ).

Στάθηκε στη διάρκεια του εμφυλίου ο Νίκος Χουρμουζής από τους ιδρυτές και διοικητές των «ελεύθερων σκοπευτών» στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Με το βαθμό του ταγματάρχη, παίρνει μέρος σε εξαιρετικά επικίνδυνες αποστολές και σε μια απ’ αυτές, κυκλωμένος από το στρατό και τη χωροφυλακή, σκοτώνεται έξω από το Πανόραμα της Θεσσαλονίκης.

«Στη Χαλκιδική», γράφει ο Ν. Χουρμούζης σε σημείωμα του προς την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας (Ο.Μ.Μ.), «η κατάσταση πάει καλά. Έχουμε επιστρατεύσει 16 σκάφη, έχουμε πιάσει 4 γερμανικά… είμαστε κυρίαρχοι της θάλασσας μέχρι τα Μουδανιά… Το μόνο που τα παιδιά δεν έχουν είναι ο ιματισμός… γιατί σκέψου τι γίνεται στη θάλασσα. Αν μπορείτε να μας δώσετε και κανένα βαρύ πολυβόλο…»

Παντελής Τσέγας – Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

Ο Γιώργος Φαρσακίδης μας δίνει το βιογραφικό και του Παντελή Τσέγα: «Ο Παντελής Τσέγας (Θανασάκης) από τη Μεγάλη Παναγιά της Χαλκιδικής. Μέλος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ και ο μόνος που, χάρη στην πείρα και τις συνωμοτικές του αρχές, σε όλη τη διάρκεια της Μεταξικής δικτατορίας και της Κατοχής κατόρθωσε να παραμείνει ασύλληπτος.

Ο Π. Τσέγας στάθηκε από τους πρωτεργάτες των Εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων, υπεύθυνος για τις ένοπλες ομάδες της Μακεδονίας και την εξασφάλιση των εξόριστων που δραπέτευσαν από τον Αη Στράτη.

Προσωπικά, τον Π. Τσέγα (σαν Θανασάκη) τον είχα γνωρίσει για λίγο, περαστικό από το 2/31 Τάγμα Χαλκιδικής. Τον θυμάμαι γαλανομάτη, ψηλό, καστανό, με τα χαρακτηριστικά μεταλλικά δύο επάνω δόντια του. Ο Παντελής Τσέγας, ο θρυλικός Θανασάκης, πολεμώντας στις τάξεις του ΔΣΕ, σκοτώθηκε το 1949 στη μάχη της Φλώρινας».

«Παραχάραξη της ιστορίας» και αντικομμουνισμός

Γράφει ο αρθρογράφος του «Π.Θ.» κάτω από τον βαρύγδουπο τίτλο «Η παραχάραξη της ιστορίας της απελευθέρωσης των εξορίστων από τον Άη Στράτη»:

«Δυστυχώς η αριστερή προπαγάνδα όλα αυτά τα χρόνια αποσιωπά ή διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα που αναφέραμε…»

Προφανώς για να προσθέσει στο γραφτό του «πόντους» αντικειμενικότητας… «ρίχνει» στο άρθρο του μερικές φωτογραφίες της εποχής χωρίς λεζάντες, όπως καΐκι του ΕΛΑΝ, μνημείο του ΕΛΑΝ, μέχρι και φωτογραφία της αείμνηστης Κλεονίκης Κιουπτσή, με τον γιο της Μανωλάκη και τη συνεξόριστή της Ελένη Αμπατζή στον Αη Στράτη, χωρίς να αναφέρει ονόματα (άραγε τα γνωρίζει;)…

Και συνεχίζει με τις… απαραίτητες δόσεις «ΚΚΕδολογίας» και αντικομμουνισμού, που πρέπει να είναι ξεκάθαρες για το μέσο το οποίο φιλοξενεί το άρθρο του.

«(…)οι φυγαδευθέντες εξόριστοι ανήκαν στην παλιά νομενκλατούρα του Κόμματος (εξόριστοι γαρ από το 1936…), την ίδια ώρα που η νέα ηγεσία του οραματιζόταν εγκαθίδρυση σοσιαλιστικού καθεστώς στην Ελλάδα…»

Και όλα «καλά» μέχρι εδώ. Την… παράθεση του… «ντοκουμέντου» τι την ήθελε στο τέλος;

«Επίσης, τον Οκτώβριο του 1985 δημοσιεύθηκε στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» ποίημα του Γιάννη Χατζημιχελάκη, με την εξιστόρηση των πραγματικών γεγονότων.»

Ψάξαμε στο αρχείο μας και βρήκαμε το συγκεκριμένο τεύχος, στο οποίο ούτε ποίημα υπάρχει, ούτε βέβαια «Γιάννης Χατζημιχελάκης». Στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (ΚΟΜΕΠ) αρθρογραφούσε επί σειρά ετών, στη στήλη «Στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης», ο Στέλιος Παπαδομιχελάκης, που την περίοδο της απόδρασης ήταν ο Γραμματέας της Ομάδας των εξόριστων, και βέβαια πήρε μέρος κι ο ίδιος στο περιπετειώδες «ταξίδι» με το καΐκι του ΕΛΑΝ για τη Χαλκιδική.

«Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (ΚΟΜΕΠ), Οκτώβρης 1985

Πρόκειται άραγε για γκάφα του αρθρογράφου του «Π.Θ.» ή για εσκεμμένο ψέμα; (γράψε ό,τι να ’ναι, ποιος θα κάτσει να το ψάξει;). Ας κρίνει ο αναγνώστης.

Ας δούμε όμως τι γράφει ο Στέλιος Παπαδομιχελάκης για την απόδραση των πολιτικών εξόριστων, στο τεύχος του Οκτώβρη του 1985 της ΚΟΜΕΠ:

«Με την άδειά σας ένα μικρό ξεστράτισμα. Χρόνια είχα να βρεθώ στην Αθήνα. Φυλακή, ύστερα εξορία, Αη Στράτη. Απ’ αυτό το νησί μόνο ώρες μακριά, μπορείς να βρεις στεριά. Από κει εφύγανε λέει, μια νύχτα λέει, τον Ιούλη του σαράντα τρία όλοι οι εξόριστοι. Πενήντα εννιά άνδρες, τρεις γυναίκες, δυο παιδιά έξι και τεσσάρων χρόνων. Των εξόριστων παιδιά.

Στέλιος Παπαδομιχελάκης – Πηγή φωτογραφίας: Γιώργου Φαρσακίδη «Σε άνιση μάχη…»

Επήρανε και τρεις χωροφύλακες και την αδερφή μιανού απ’ αυτούς. Όχι με τη βία. Κάτι τόθελαν, κάτι δεν μπορούσαν να κάνουν κ αλλιώς. Τι την έχουμε τη συγγένεια με τον Οδυσσέα; Όχι με τον Δυσέα τον Ανδρούτσο. Τον άλλον από το Θιάκι. Σχέδιο των εξόριστων. Σχέδιο που πέτυχε, καλό σχέδιο.

Το κόμμα είχε στείλει ένα καΐκι. Παλικάρι καΐκι. Καπετάνιος παλικάρι. Μηχανικός παλικάρι.  Συνοδοί δυο παλικάρια. Είχανε μαζί τους δυο αυτόματα, τέσσερα πιστόλια, οχτώ χειροβομβίδες. Προσθέστε και έξι όπλα που πήραμε, του σταθμού χωροφυλακής. Μάχη όχι, θα χάλαγε τη δουλειά. Σχέδιο.

Μ’ ένα καΐκι. Στην κοιλιά του δεν μας χωρούσε. Στην κουβέρτα σκεπαστήκαμε οι μισοί, μ’ ένα καραβόπανο. Οι άλλοι στ’ αμπάρι. Ιούλης. Σκάσαμε από τη ζέστα τη μέρα. Γερμανικά καταδιωχτικά καΐκια με βαριά οπλοπολυβόλα όργωναν τη θάλασσα; Όρος – Λήμνος – Μυτιλήνη. Ήτανε ο δρόμος κείνων που φεύγανε στο Κάιρο για να «πολεμήσουν» τους Γερμανούς. Δεν τους βλέπανε στην Αθήνα.

Τι γίνηκαν οι χωροφύλακες; Πήγαν – τους πήγαμε στον ΕΛΑΣ. Πατριώτες. Πολέμησαν. Η κοπέλα στην Επιμελητεία».

Μένουμε στον Στέλιο Παπαδομιχελάκη και πάμε να δούμε τι γράφει ο αρθρογράφος του «Π.Θ.» στο άρθρο του για τους εξόριστους:

«…εφοδιάστηκαν με δύο αυτόματα, τέσσερα πιστόλια και οχτώ χειροβομβίδες (…) Μαζί τους είχαν και έξι όπλα που πήραν από τον Σταθμό Χωροφυλακής του Άη Στράτη».

Και σε άλλο σημείο, για τον αριθμό των επιβαινόντων στο καΐκι ο αρθρογράφος του «Π.Θ.» γράφει:

«Ήταν 59 άνδρες, τρεις γυναίκες, δύο παιδιά (6 και 4 ετών) και τρεις Χωροφύλακες, ο ένας από τους οποίους συνοδευόταν από την αδελφή του».

Ο κάπως παρατηρητικός αναγνώστης δεν μπορεί να μη προσέξει την εκπληκτική ομοιότητα των γραφόμενων του αρθρογράφου του «Π.Θ.» με τα γραφόμενα του Στ. Παπαδομιχελάκη στην ΚΟΜΕΠ. Κάποιος άλλος, πιο κακοπροαίρετος, θα το αποκαλούσε απλά αντιγραφή χωρίς αναφορά πηγής…

Τους πονάει το ΚΚΕ

Την κυρίαρχη τάξη, τις κυβερνήσεις της, το πολιτικό της προσωπικό ευρύτερα, τους δημοσιολόγους της, τους παραχαράκτες της Ιστορίας που αφού δεν μπορούν να σβήσουν την πρωτοπόρα δράση και προσφορά του Κόμματος στον τόπο και στο λαό μας, επιχειρούν να τη μειώσουν, να τη σκεπάσουν με αποπροσανατολισμό και προπαγάνδα, τους πονάει το ΚΚΕ.

Γι’ αυτό, διαχρονικά επιχειρούν να λερώσουν την ένδοξη ιστορία της λαϊκής αντίστασης και του απελευθερωτικού αγώνα του λαού μας, με οργανωτή και μπροστάρη τα στελέχη και μέλη του ΚΚΕ, κόντρα στους φασίστες καταχτητές και τους ντόπιους συνεργάτες-υποταχτικούς τους, αλλοιώνοντας την ιστορική μνήμη. Για να δηλητηριάσουν τις συνειδήσεις κυρίως των νέων ανθρώπων και να μπορούν να τους χειραγωγούν ανεμπόδιστοι. Για να μη γίνονται αντικείμενο μελέτης ο φασισμός-ναζισμός, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ένδοξη ΕΑΜική Αντίσταση. Κάνουν τα πάντα, χρησιμοποιούν κάθε μέσο προκειμένου να μη γίνει συνείδηση από τους πολλούς πως όταν ένας λαός το αποφασίσει, συνειδητοποιώντας τη δύναμή του, μπορεί να νικήσει οποιονδήποτε αντίπαλό του, ακόμα κι όταν μοιάζει ανίκητος. Επιχειρούν να αποκρύψουν, ειδικά από τις νεώτερες γενιές, ότι αυτό ακριβώς συνέβη την περίοδο 1940-1949, όταν ο λαός μας συσπειρωμένος στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, στηρίχτηκε στη δύναμή του και έγραψε σελίδες μεγαλείου. Αυτό θέλουν να σβήσουν από την Ιστορία.

Τους πονάει όλους αυτούς που οι ρίζες του ΚΚΕ στη λαϊκή συνείδηση είναι βαθιές, πολύ μεγαλύτερες από την εκλογική του δύναμη. Τους πονάει ο ακατάλυτος δεσμός του Κόμματος των ηρώων και των αγωνιστών με τους εργαζόμενους και τη νεολαία του σήμερα, που παρά τις προσπάθειες του συστήματος δεν σπάει, δεν χαλαρώνει, αλλά αντίθετα διευρύνεται και αφορά όλο και περισσότερους. Τους πονάει που το ΚΚΕ αναδεικνύει την ιστορία του και του λαού μας (άρρηκτα δεμένες εδώ και 105 χρόνια) και δεν την τοποθετεί στο ράφι σαν μουσειακό έκθεμα, αλλά τη μελετά βαθιά, με επιστημοσύνη και καρδιά, αναγνωρίζει με θάρρος τα όποια λάθη του, εμπνέεται από την ιστορία του στον αγώνα για τις σύγχρονες ανάγκες του λαού.

Η μεταλλική πλάκα με χαραγμένα τα ονόματα των νεκρών πολιτικών εξόριστων του Αη Στράτη, δίπλα στο κοινό οστεοφυλάκιο, στον λόφο του Αη Μηνά — (Φωτογραφία από την συμμετοχή μας στην επίσκεψη-προσκύνημα στον Αη Στράτη, που οργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ το Σάββατο 11 του Ιούνη 2016, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ)

Τίποτα δεν μπορεί να σβήσει την εποποιΐα των πολιτικών εξόριστων του Αη Στράτη και των άλλων τόπων εξορίας. Τίποτα δεν μπορεί να σκεπάσει την μπόχα της φρίκης της «μάχης της πείνας» στον Αη Στράτη τον χειμώνα του 1941-42, στην οποία έχασαν τη ζωή τους δεκάδες κομμουνιστές εξόριστοι, ενώ δεκάδες επίσης μεταφέρθηκαν αλλού και εκτελέστηκαν ως όμηροι. Τίποτα δεν μπορεί να σκεπάσει τις οιμωγές των ετοιμοθάνατων σκελετωμένων ηρώων του «κεντρικού θαλάμου» που δεν  λύγισαν μπροστά στο θάνατο και δεν απαρνήθηκαν την ιδεολογία και το Κόμμα τους, το ΚΚΕ.

Τίποτα δεν μπορεί να σβήσει την πρωτοπόρα δράση και καθοδήγηση του ΚΚΕ, στον Αη Στράτη και στους άλλους τόπους εξορίας, τα στελέχη και μέλη του οποίου ηγήθηκαν στην οργάνωση της καθημερινής ζωής, στη μόρφωση, στον πολιτισμό, στην ιδεολογικοπολιτική μάχη με κάθε λογής διαλυτικά στοιχεία που έπαιζαν το παιχνίδι των αρχών, στο ατσάλωμα της αντίστασης απέναντι στην ξένη και ντόπια αντίδραση, στο «χτίσιμο» καλύτερων ανθρώπων. Τίποτα δεν μπορεί να σβήσει ή να αμαυρώσει την ηρωική απόδραση των 62 κομμουνιστών εξόριστων του Αη Στράτη που οργάνωσε και εκτέλεσε το Κόμμα τους, το τιμημένο ΚΚΕ.

“Άμα ζήσεις να γράψεις δυο λέξεις για τον Άη Στράτη. Πρέπει να μάθει καθένας πως η λευτεριά δεν κερδίζεται με λόγια αλλά με θυσίες, μ’ αίμα. Σάρκες ανθρώπινες θέλει το δέντρο της λευτεριάς να ριζώσει…”

Είναι «γραμμένα» με ανεξίτηλο αίμα τα λόγια του ετοιμοθάνατου κομμουνιστή εξόριστου Μπάμπη Κουσοβίτσα προς τον φίλο και σύντροφό του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που ο συγγραφέας διέσωσε στο βιβλίο του «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941», περνώντας τα στην αθανασία:

«Άμα θα νικήσετε βάλτε στα βιβλία σας και μια σελίδα μ’ επικεφαλίδα: « Άη Στράτης». Όχι για να τιμήσετε εμάς. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, πληρώσαμε τα χρέη μας στην ανθρωπότητα, πεθάναμε και τελείωσε. Όχι για μας. Για σας. Για τα παιδιά μας. Να μάθουν να μισούν το φασισμό τόσο που να μην χωράει άλλο και να μη συχάσουν αν δεν τον ξεριζώσουν με τη φωτιά και το σίδερο.

(…) Και μια χάρη ακόμα. Άμα ζήσεις να γράψεις δυο λέξεις για τον Άη Στράτη. Πρέπει να μάθει καθένας πως η λευτεριά δεν κερδίζεται με λόγια αλλά με θυσίες, μ’ αίμα. Σάρκες ανθρώπινες θέλει το δέντρο της λευτεριάς να ριζώσει».

 

Πηγές και σχετική Βιβλιογραφία (όχι πλήρης)

1.Κώστα Μπόση, «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941», Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, 1947

2.Κώστα Μπόση, «Αναμνήσεις», Αθήνα 1978

3.Γιώργη Καζάκου, «Αη Στράτης», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (2η), 1979

4.Βάσου Γεωργίου, «Έτσι γίνανε οι άνθρωποι», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (4η), 1988

5.Κώστα Γκριτζώνα, «Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940», Εκδόσεις «Γλάρος», 1985

6.Γιώργου Φαρσακίδη, «Σε άνιση μάχη…», Θεσσαλονίκη, 2012

7.Αρχείο Βασίλη Μανικάκη, «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Φωτογραφικά ίχνη (1940-1970)» – Υπουργείο Αιγαίου – Κείμενα: Γιώργος Νικολακάκης, Έκδοση της Κοινότητας Αγίου Ευστρατίου, 1999

8.«Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1939-1949, Β1 ΤΟΜΟΣ», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (2η), 2019

9.«Έπεσαν για τη ζωή», Τόμος 7στ, Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Αθήνα 2013

10.«Οι αλύγιστοι της ταξικής πάλης – Έκθεση ντοκουμέντων και αρχειακού υλικού», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 2016

11.«Στων φρουρών το πείσμα θα σταθούμε ορθοί, στις καρδιές ατσάλι φλόγα στην ψυχή», Έκδοση του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ, Αθήνα 2015

12.Κώστα Γκριτζώνα, «Ομάδες Συμβίωσης 1925-1974, η συντροφική απάντηση στη βία και τον εγκλεισμό», Εκδόσεις «Φιλίστωρ», 2000

13.Δημήτρη Σέρβου, «Παράνομες χειρόγραφες εφημερίδες απ’ τις φυλακές και τις εξορίες», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2003

14.Κώστας Βάρναλης, «Αϊ-Στράτης, θυμήματα εξορίας», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014

15.Γιώργου Φαρσακίδη, «Πολιτιστικά και ευτράπελα από τα στρατόπεδα εξορίστων», Αθήνα 2014

16.Μπερτ Μπερτλς, «Εξόριστοι στο Αιγαίο», Μετάφραση: Γιάννης Καστανάρας, Εκδόσεις: «Φιλίστωρ», 2002

17.Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, «Εικαστικές Τέχνες και Αντίσταση (Δικτατορία Μεταξά, Κατοχή-Αντίσταση-Εμφύλιος, Τόποι Εξορίας ως το 1967)», Αθήνα 2014

18.Margaret E. Kenna, «Η κοινωνική οργάνωση της Εξορίας – Πολιτικοί κρατούμενοι στο Μεσοπόλεμο», Μετάφραση: Γιάννης Καστανάρας, Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», 2004

19.Κυριακής Α. Καμαρινού, «Τα “πέτρινα” πανεπιστήμια – Οι αγώνες και η μόρφωση στις φυλακές και τις εξορίες. 1924-1974», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (2η), Αθήνα 2015

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: