«Εσύ θα περάσεις από την καμινάδα»* Μαουτχάουζεν 1938 – 5 Μάη 1945

Το πρωί της 5ης Μάη του 1945, οι άνδρες της διμοιρίας του λοχία  Albert J. Kosiek μπήκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν… Οι δυνάμεις των Ες-Ες μαζί με τους συνεργάτες τους από τις τάξεις των κρατουμένων (Κapo), ήδη από τις 3 του Μάη, είχαν διαφύγει προς διάφορες κατευθύνσεις για να αποφύγουν τη σύλληψη.

Το πρωί της 5ης Μάη του 1945, οι άνδρες της διμοιρίας του λοχία  Albert J. Kosiek μπήκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν (Mauthausen) που είχε κτιστεί  κοντά στην ομώνυμη Αυστριακή πόλη στη βόρεια όχθη του Δούναβη, 20 περίπου χιλιόμετρα νότιο-ανατολικά της πόλης του Linz.

Οι Αμερικάνοι στρατιώτες δεν αντιμετώπισαν αντίσταση. Οι δυνάμεις των Ες-Ες μαζί με τους συνεργάτες τους από τις τάξεις των κρατουμένων (Κapo), ήδη από τις 3 του Μάη, είχαν διαφύγει προς διάφορες κατευθύνσεις για να αποφύγουν τη σύλληψη.  Πολλοί από αυτούς κρύβονταν ακόμα στα περίχωρα του στρατοπέδου μέσα σε αγροτόσπιτα προσποιούμενοι τους πρόσφυγες ή κατοίκους της περιοχής. Στη θέση τους είχαν αφήσει έναν μικρό αριθμό οπλισμένων πυροσβεστών από τη Βιέννη, οι οποίοι παραδόθηκαν αμέσως.  Το Μαουτχάουζεν υπήρξε ένα από τα τελευταία στη σειρά απελευθέρωσης μεγάλα ναζιστικά στρατόπεδα.2

Ο λοχίας Kosiek και οι άνδρες του δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένοι για την κατάσταση που θα συναντούσαν. Υπήρχαν άθαφτα πτώματα παντού, ενώ οι ζωντανοί κυκλοφορούσαν «σαν φαντάσματα σε έναν εφιάλτη», όπως έγραψε σε επιστολή του ένας από τους στρατιώτες της διμοιρίας.3 Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι κρατούμενοι βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση· άρρωστοι, πεινασμένοι, εξουθενωμένοι και ετοιμοθάνατοι. Πολύ σύντομα η διμοιρία αποχώρησε δίνοντας την υπόσχεση ότι θα καλέσει ενισχύσεις και βοήθεια. 

Όπως διαπιστώθηκε  μετά την απελευθέρωση, το μέσο βάρος των κρατουμένων ήταν περίπου 40 κιλά.4 Σε μερικές χιλιάδες υπολογίζονται οι νεκροί κρατούμενοι τις επόμενες μέρες μετά την απελευθέρωση εξαιτίας της γενικής αδυναμίας και των ασθενειών στις οποίες τελικά υπέκυψαν. 

Το στρατόπεδο                  

Στις 18 Αυγούστου 1938, πέντε μήνες μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γερμανικό Ράιχ (Anschluss), οι πρώτοι 585 κρατούμενοι έφτασαν στο χώρο που θα κτιζόταν το  στρατόπεδο. Επρόκειτο για μία ομάδα κρατουμένων, Γερμανοί και Αυστριακοί στην εθνικότητα, που προέρχονταν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου (Dachau),.  Στην πλειοψηφία τους είχαν συλληφθεί ως ποινικοί, μα ανάμεσά τους υπήρχαν και μερικοί πολιτικοί κρατούμενοι. Στις 27 Νοεμβρίου του ίδιου έτους ακολούθησε μία ακόμη ομάδα από 489 κρατούμενους, προερχόμενοι κι αυτοί από το Νταχάου.5 Αυτοί οι χίλιοι περίπου κρατούμενοι άρχισαν την κατασκευή των πρώτων κτιρίων του στρατοπέδου και εκτέλεσαν τις αρχικές εργασίες περίφραξης. 

Από την ίδια αρχική ομάδα κρατουμένων ξεπήδησαν οι περιβόητοι συνεργάτες των Ες-Ες, οι Kapo και οι υπεύθυνοι θαλάμων και μπλόκων. Ετούτοι, για να διατηρήσουν τη σχετικά προνομιακή θέση τους στο στρατόπεδο και να αυξήσουν τις πιθανότητες προσωπικής επιβίωσης, ήταν διατεθειμένοι να κάνουν όχι μόνον οτιδήποτε τους διέτασσε η διοίκηση των Ες-Ες, αλλά επιπλέον επιδείκνυαν ιδιαίτερο ζήλο και φαντασία στην κακομεταχείριση, στους βασανισμούς ή και  στην εξόντωση των συγκρατούμενών τους. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την ομιλία του Χίμλερ προς τους στρατηγούς της Βέρμαχτ, την 21η Ιούνη 1944, που υπογράμμιζε αυτό που γνώριζαν από χρόνια οι ακροατές του: 

«Από τη στιγμή που κάποιος γίνεται Kapo, παύει να κοιμάται με τους υπόλοιπους. Είναι υπεύθυνος για την επιτυχία στο πλάνο εργασίας, να μην συμβαίνουν σαμποτάζ, να είναι οι άνδρες καθαροί και τα κρεβάτια τους σε τάξη σύμφωνα με τους κανονισμούς […] Έτσι πρέπει να πιέσει τους άνδρες του. Με το που θα πάψουμε να είμαστε ευχαριστημένοι από αυτόν, από εκείνη τη στιγμή δεν είναι πλέον Kapo και θα πάει να κοιμηθεί μαζί με τους άνδρες του. Αλλά ο ίδιος γνωρίζει καλά ότι θα φονευτεί από αυτούς την ίδια κιόλας νύχτα».6

Οι κατασκευαστές του στρατοπέδου του Μαουτχάουζεν θέλησαν  η αρχιτεκτονική του να φέρνει σε μεσαιωνικό κάστρο. Κατά τη διάρκεια των έργων, που δεν ολοκληρώθηκαν μέχρι το τέλος του πολέμου καθώς κτίστηκαν μόνο οι τρεις από τις τέσσερις πλευρές του κάστρου, μεγάλος αριθμός κρατουμένων πέθανε εξαιτίας της σκληρής δουλειάς και της κακομεταχείρισης.  Περιμετρικά των τειχών είχαν τοποθετηθεί συρματοπλέγματα και ηλεκτροφόρα σύρματα κι επάνω στα τείχη  ανεγέρθηκαν πυργίσκοι για τις σκοπιές. 

Το στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν, το 1945, έφτασε να έχει έκταση 150 στρέμματα και περιελάμβανε 95 κτίρια. Με τον καιρό μετατράπηκε στο διοικητικό κέντρο στο οποίο υπαγόταν ένα σύμπλεγμα 49 στρατοπέδων.  Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν τα περιβόητα στρατόπεδα των Ebensee και Gusen I, ΙΙ και ΙΙΙ.  

Μετά την έναρξη του πολέμου ο πληθυσμός των κρατουμένων αυξανόταν σταδιακά. Εκτός από Γερμανούς και Αυστριακούς, ένας μεγάλος αριθμός από κρατούμενους από τις νεοκατακτηθείσες χώρες στέλνονταν συστηματικά στο Μαουτχάουζεν και στα άλλα στρατόπεδα που υπάγονταν σε αυτό. Στρατόπεδα όπως το Gusen και το Ebensee έφτασαν να έχουν παρόμοιο ή και μεγαλύτερο αριθμό κρατουμένων από το μητρικό στρατόπεδο. Όλα τα στρατόπεδα ήταν κατασκευασμένα σε    περιοχές σημαντικών οικονομικών συμφερόντων.    

[Χάρτης ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Αυστρία, 1938-1945. Απεικονίζονται το Μαουτχάουζεν και γύρω του τα μεγαλύτερα στρατόπεδα-δορυφόροι του. Πηγή: United States Holocaust Memorial Museum.]

Το 1941 το  στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν είχε τη θλιβερή φήμη να είναι το σκληρότερο ανάμεσα στα στρατόπεδα εργασίας του ευρύτερου Ράιχ. Σύμφωνα με ένα διάταγμα του Ιανουαρίου 1941, υπογεγραμμένο από τον αρχηγό του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA) Reinhard Heydrich, στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν θα φυλακίζονταν οι κρατούμενοι που θεωρούνταν  «αδιόρθωτοι», εκείνοι με τις ελάχιστες πιθανότητες «αναμόρφωσης».  Το 1941 οδηγήθηκαν στο θάνατο περισσότεροι από τους μισούς κρατούμενους του στρατοπέδου· οι νεκροί ήταν 8200  σε σύνολο 15900 κρατουμένων.7   

Οι κρατούμενοι

Χιλιάδες Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, Πολωνοί και Τσέχοι εκτοπίστηκαν στο Μαουτχάουζεν,  καθώς και περίπου 10.000 Ισπανοί Δημοκρατικοί, οι οποίοι μετά το τέλος του Ισπανικού εμφυλίου είχαν περάσει στη Γαλλία  και εν συνεχεία έπεσαν στα χέρια των ναζί, έπειτα από την ήττα της Γαλλίας το 1940. Από τους Ισπανούς κρατούμενους επιβίωσαν μέχρι την απελευθέρωση μόλις 1600.8

Με διάταγμα του Δεκεμβρίου 1941, το επονομαζόμενο «Νύχτα και Ομίχλη» (“Nacht und Nebel”), υπογεγραμμένο από τον στρατάρχη της Βέρμαχτ Wilhelm Keitel, προβλεπόταν η  μυστική  φυλάκιση εν αναμονή της προαποφασισμένης εκτέλεσης πολιτικών κρατουμένων και αντιστασιακών από τις κατεχόμενες χώρες. Στο Μαουτχάουζεν κατέληξαν Γερμανοί και Αυστριακοί πολιτικοί κρατούμενοι καθώς και  αρκετοί συλληφθέντες αντιστασιακοί από το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ολλανδία και τη Σοβιετική Ένωση. 

Το Μαουτχάουζεν, αρχικά, δεν προοριζόταν για τον εκτοπισμό και την κράτηση μεγάλων πληθυσμών Εβραίων.  Μέχρι τις αρχές του 1944 είχαν μεταφερθεί εκεί περίπου 2760 Εβραίοι και στην πλειοψηφία τους είχαν εξοντωθεί.9

Όμως από τα μέσα του 1944 άρχισαν να καταφθάνουν στο στρατόπεδο του Ebensee, που υπαγόταν στο Μαουτχάουζεν, πολυάριθμοι Εβραίοι προερχόμενοι κυρίως από το Άουσβιτς (Auschwitz). Σκοπός ήταν η ενίσχυση του εργατικού δυναμικού στις πολεμικές βιομηχανίες που είχαν εγκατασταθεί στις περιοχές κοντά στα στρατόπεδα. Οι συνθήκες διαβίωσης των Εβραίων ήταν καταστροφικές. Για παράδειγμα, από τον διαπιστωμένο αριθμό των 8078 Εβραίων που κατεγράφησαν στο Ebensee, περίπου 3100 πέθαναν. Σε ένα άλλο στρατόπεδο, στο Melk, οι κρατούμενοι ήσαν σχεδόν αποκλειστικά Εβραίοι. Το ένα τρίτο των 15000 κρατουμένων που κρατήθηκαν εκεί απεβίωσε πριν από την ημέρα της απελευθέρωσης.10 

Τα στρατόπεδα του Μαουτχάουζεν δέχτηκαν χιλιάδες κρατούμενους προερχόμενους από το Άουσβιτς μετά την εκκένωση του τελευταίου, τον Ιανουάριο του 1945, λόγω της προέλασης του Κόκκινου Στρατού στο ανατολικό μέτωπο. Μετά από πορεία πολλών εβδομάδων -η οποία έμεινε γνωστή στην Ιστορία  ως «η πορεία του θανάτου»- σε πολλές περιπτώσεις με τα  πόδια ή και  σε ανοικτά βαγόνια τρένων, όσοι δεν υπέκυψαν κατά τη διάρκεια της πορείας αυτής από το κρύο και την εξάντληση και γλύτωσαν από τις εν ψυχρώ εκτελέσεις των Ες-Ες που τους συνόδευαν, κατέληξαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που βρίσκονταν εντός των συνόρων του προπολεμικού Ράιχ. Η πρώτη ομάδα αποτελούμενη από 8500 κρατουμένους, κυρίως Ούγγρους, έφτασε στο Μαουτχάουζεν την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου του 1945. Οι Ες-Ες τους εγκατέστησαν σε σκηνές χωρίς κρεβάτια και υποδομές υγιεινής στα περίχωρα του στρατοπέδου. Εκεί πέθαιναν από την εξάντληση και τις ασθένειες 150-200  κρατούμενοι κάθε μέρα.   

Οικονομικές δραστηριότητες του στρατοπέδου

Η θέση του στρατοπέδου επιλέχθηκε αρχικά ώστε να είναι κοντά σε νταμάρια γρανίτη. Η  επιδίωξη της διοίκησης των Ες-Ες ήταν το στρατόπεδο να χρησιμοποιηθεί ως μέρος συγκέντρωσης φτηνής και αναλώσιμης εργατικής δύναμης των κρατουμένων-σκλάβων για την εξαγωγή γρανίτη, με σκοπό τη χρησιμοποίησή του στα μεγαλομανή και φαραωνικά αρχιτεκτονικά σχέδια του ναζιστικού καθεστώτος, στα πλαίσια του επανασχεδιασμού και της αναδιαμόρφωσης του Βερολίνου και άλλων γερμανικών πόλεων. Η εταιρεία εκμετάλλευσης των λατομείων DEST (Deutsche Erd- und Steinwerke GmbH) υπαγόταν στην Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών και Διαχείρισης των Ες-Ες, υπό τη διεύθυνση του ανώτερου αξιωματικού των Ες-Ες Oswald Pohl.11

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 ο Χίμλερ κι άλλοι της ανώτατης ιεραρχίας των Ες-Ες επιδίωξαν να αναλάβουν βαρύνοντα οικονομικό ρόλο στο ναζιστικό κράτος προχωρώντας στην ίδρυση εταιρειών που χαρακτηρίζονταν από χαμηλές απαιτήσεις μηχανολογικού εξοπλισμού και δραστηριοποιούνταν σε τομείς μη ανταγωνιστικούς προς τις ισχυρές μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις και καρτέλ. Σε αυτές τις επιχειρήσεις θα εξαναγκάζονταν να δουλέψουν, σύμφωνα με τη ναζιστική ορολογία, η μάζα των «υπανθρώπων», αποτελούμενη από πολιτικούς αντιπάλους κι από διάφορες κατηγορίες πολιτών «περιθωριακών», «αντεθνικών» κι άλλων λεγόμενων «παρασίτων του έθνους».   

 Η εταιρία DEST ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1938 και ανέλαβε τη γενική  διεύθυνση των εργασιών εξόρυξης και επεξεργασίας οικοδομικών υλικών στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν,  όπως επίσης και στο στρατόπεδο του Flossenbürg στη Βαυαρία.  Παράλληλα, είχε κάτω από τον έλεγχό της τα εργοστάσια κεραμοποιίας που υπάγονταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Buchenwald και του Sachsenhausen. Η μεγάλη ζήτηση για εργατικά χέρια κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1938 ήταν ο λόγος για τον οποίον οι Ες-Ες οργάνωσαν μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση με σκοπό μαζικές συλλήψεις «αντικοινωνικών στοιχείων» στις πόλεις της Γερμανίας.12 Ως «αντικοινωνικοί», σύμφωνα με τη ναζιστική κρατική γραφειοκρατία, είχαν τυποποιηθεί οι άστεγοι, οι μικροκακοποιοί, οι ιερόδουλες, οι «μη δεκτικοί προς εργασία», οι «απειθάρχητοι εργαζόμενοι» κ.ά. . Έτσι, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από κύριο εργαλείο για την άσκηση κρατικής τρομοκρατίας και καταπίεσης των πολιτικών κυρίως αντιπάλων του ναζιστικού καθεστώτος, απέκτησαν και μια δεύτερη λειτουργία που αφορούσε τη μαζική καταναγκαστική εργασία. 

Όλα τα στρατόπεδα που υπάγονταν στο Μαουτχάουζεν είχαν διάφορες οικονομικές δοσοληψίες με τις εταιρείες των Ες-Ες, με κρατικές και με ιδιωτικές εταιρείες. Εκτός από την προαναφερθείσα εταιρεία DEST και τα λατομεία γρανίτη στα στρατόπεδα του Μαουτχάουζεν και του Gusen,  αναφέρουμε συνοπτικά ότι σε στοές κοντά στο στρατόπεδο του Ebensee κατασκευάζονταν οι πύραυλοι V2 για λογαριασμό της κρατικής εταιρίας Mittelwerk GmbH.  Επίσης, στο Floridsdorf και στο Hiterbrühl υπήρχαν εγκαταστάσεις της βιομηχανίας αεροπλάνων Heinkel. Στο Steyr εγκαταστάσεις της βιομηχανίας Daimler. Στο Gusen βρισκόταν το υπόγειο εργοστάσιο της  Messerschmitt. Στο Melk λειτουργούσαν οι εγκαταστάσεις παραγωγής όπλων  της κοινοπραξίας Steyr-Daimler-Puch. Ορυχεία υπήρχαν στο Eisenerz. Στο St. Lambrecht λειτουργούσε μια αγροτική μονάδα των Ες-Ες κλπ.

Τραγική συνέπεια των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας ήταν το μακάβριο παράδοξο ότι σε αρκετές εγκαταστάσεις της πολεμικής βιομηχανίας ο αριθμός των νεκρών κρατουμένων δεν υπολειπόταν των απωλειών σε ανθρώπινες ζωές που προκάλεσε η χρήση των παραχθέντων όπλων. Για παράδειγμα, στο στρατόπεδο του Ebensee, το οποίο κτίστηκε το 1943 κι όπου γινόταν η παραγωγή  των πυραύλων V2 σε ένα δίκτυο υπόγειων στοών, από τους περίπου 27 χιλιάδες κρατούμενους που δούλευαν κλεισμένοι εκεί μέσα, πέθαναν οι 8200.13 Ο αριθμός αυτός  είναι μεγαλύτερος  από τον  αριθμό των θυμάτων  που προκάλεσαν οι πύραυλοι V2 μεταξύ του άμαχου βρετανικού πληθυσμού.    

Εξόντωση μέσω της εργασίας

Το ναζιστικό δόγμα για «εξόντωση μέσω της εργασίας» που επιβλήθηκε βάσει σχεδίου στα εβραϊκά  γκέτο της Πολωνίας και των Βαλτικών χωρών από το 1940,  στη συνέχεια εφαρμόστηκε σε όλα τα στρατόπεδα του Ράιχ, με διαταγή του διοικητή της υπηρεσίας WVHA των Ες-Ες Oswald Pohl, με ημερομηνία 30 Απριλίου 1942. Η συγκεκριμένη διαταγή, αποτέλεσμα της  νέας τροπής που είχε πάρει ο πόλεμος -ουσιαστικά επρόκειτο για την αδυναμία συνέχισης του «κεραυνοβόλου πολέμου» λόγω της οριστικής αποτυχίας του εγχειρήματος- αφορούσε την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί το σύνολο των ικανών προς εργασία κρατουμένων για τους σκοπούς της πολεμικής βιομηχανίας. Προέβλεπε, έτσι, τη χρησιμοποίηση όλων των καταδικασμένων σε θάνατο κρατουμένων σε «εργασία μέχρι θανάτου» και διέτασσε τη μεταφορά  όλων των φυλακισμένων Γερμανών και Τσέχων με ποινές φυλάκισης άνω των οκτώ ετών, καθώς και όλων των Ρώσων, Ουκρανών, Πολωνών, Τσιγγάνων και Εβραίων με ποινές άνω των τριών ετών στα κοντινότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η διαταγή ανέφερε μεταξύ άλλων ότι 

«Η απασχόληση [του εργατικού δυναμικού] πρέπει να είναι, με την πραγματική έννοια της λέξης, εξαντλητικήώστε να επιτευχθεί η μέγιστη απόδοση».

 Ακόμη, η ίδια διαταγή επισημοποιούσε αυτό που είχε ήδη επιβληθεί στην πράξη, δηλαδή 

«Δεν υπάρχει κανένα όριο στις ώρες εργασίας. Η διάρκεια της εργασίας καθορίζεται μόνον από τις απαιτήσεις των εγκαταστάσεων και από τον τύπο της εργασίας».14

Mηχανή θανάτου

Η ρητή διαταγή για εργασία χωρίς όρια και περιορισμούς ανακεφαλαίωνε την εφαρμοζόμενη από καιρό πρακτική στο Μαουτχάουζεν και προδιέγραφε το πεπρωμένο όλων εκείνων των κρατουμένων που ήταν ήδη άχρηστοι για τους σκοπούς του Ράιχ. Οι άρρωστοι και οι ανίκανοι για εργασία κρατούμενοι θανατώνονταν στον θάλαμο αερίων, ο οποίος τέθηκε σε λειτουργία στις 23 Μαρτίου 1942.  

Οι πρώτοι κρατούμενοι που θανατώθηκαν εκεί ήταν 26 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου. Υπολογίζεται ότι από 3500 έως 5000 κρατούμενοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στο θάλαμο αερίων, ενώ άλλοι τόσοι  θανατώθηκαν στο γειτονικό κάστρο του Hartheim με τον ίδιο τρόπο. 

Το περιβόητο  κάστρο του Hartheim,  μεταξύ 1939-1941, αποτέλεσε ένα από τα κέντρα μαζικών δολοφονιών στα πλαίσια του προγράμματος «ευθανασίας» Τ4 (Aktion T4).15 Εκεί βρήκαν το θάνατο πολλοί είτε θεωρούμενοι ως ανάπηροι από το ναζιστικό καθεστώς είτε ως πραγματικά πάσχοντες από κάποια αναπηρία (συμπεριλαμβανομένων και παιδιών)  και οι οποίοι, σύμφωνα με το ναζιστικό δόγμα, είχαν «μια ζωή που δεν αξίζει κανείς να ζει».

 Ένας άλλος τρόπος μαζικής εξόντωσης, που χρησιμοποιήθηκε σε ευρεία έκταση στο Μαουτχάουζεν, ήταν το φόρτωμα των μη ικανών για εργασία κρατουμένων σε ειδικά φορτηγά,  η σκεπαστή καρότσα των οποίων είχε κατάλληλα τροποποιηθεί ώστε να είναι ερμητικά κλειστή και εντός της οποίας διοχετεύονταν τα καυσαέρια του οχήματος.    

Υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης των κρατουμένων, υπερπληθυσμός και ελλιπέστατες εγκαταστάσεις υγιεινής. Καθημερινή εργασία 12 ωρών. Διατροφή φτωχή σε θρεπτικά συστατικά,  η οποία στις καλύτερες περιόδους  παρείχε μόλις το 50% των απαραίτητων καθημερινών θερμίδων. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν, ήδη από το 1940, η ραγδαία αύξηση της θνησιμότητας που «αντιμετωπίστηκε» στη συνέχεια με την κατασκευή του πρώτου από τα τρία συνολικά κρεματόρια που τέθηκαν σε λειτουργία στο στρατόπεδο.16

Στα στρατόπεδα του Gusen εφαρμοζόταν συχνά ως μέθοδος εξόντωσης το «μπάνιο του θανάτου». Οι Ες-Ες και οι Kapo έσερναν τους ανίκανους για εργασία κρατούμενους στα μπάνια και τους επέβαλλαν  να κάθονται για ώρα κάτω από το παγωμένο νερό των ντους. Έπειτα τους άφηναν γυμνούς στην παγωνιά. Όσοι, ελάχιστοι, δεν πέθαιναν επιτόπου, υπέκυπταν μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα.17 

Μπλοκ 20

Στο Μαουτχάουζεν,  το μπλόκ με το νούμερο 20 ήταν απομονωμένο από τα υπόλοιπα μπλόκ του στρατοπέδου, περικυκλωμένο από συρματόπλεγμα και ηλεκτροφόρα σύρματα. Στην τοπική ορολογία του στρατοπέδου ήταν γνωστό ως το «μπλόκ του θανάτου».  Εκεί μεταφέρονταν κατά κύριο λόγο αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού, άλλοι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου,  αλλά και αντιστασιακοί από την Τσεχοσλοβακία και τη Γιουγκοσλαβία. Στην αργκώ των Ες-Ες οι κρατούμενοι του Μπλοκ 20 είχαν την επονομασία «κρατούμενοι Κ» («Κ» από τη γερμανική λέξη «Kugel» που σημαίνει σφαίρα). Η τύχη τους ήταν προκαθορισμένη. Οι Ες-Ες, με τρόπο σαδιστικό, τούς οδηγούσαν αργά και  βασανιστικά στον θάνατο. 

Στο Μπλόκ 20 υπήρχαν τρεις θάλαμοι. Στον πρώτο θάλαμο ήταν πεταμένοι στο πάτωμα οι άρρωστοι και οι ανήμποροι να σταθούν στα πόδια τους.  Στον δεύτερο στοιβάζονταν  περίπου 500 κρατούμενοι. Δεν υπήρχαν κρεβάτια και κουβέρτες παρά μονάχα μία σειρά από τάβλες όπου οι κρατούμενοι κοιμόνταν ο ένας πάνω στον άλλον.  Αρκετοί ήταν αναγκασμένοι να μένουν  όρθιοι. Στον τρίτο θάλαμο βρίσκονταν τα μπάνια και δίπλα ο θάλαμος για τους Kapo. Κάθε μέρα οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε κάθε λογής μαζικούς και ατομικούς βασανισμούς. Το σαδιστικό θέαμα του Μπλόκ 20 προτεινόταν ως αξιοθέατο από τη Διοίκηση του στρατοπέδου  προς τους ανώτερους επισκέπτες Ες-Ες. 

Σε καθημερινή βάση, οι ήδη εξαντλημένοι κρατούμενοι υποχρεώνονταν να κάνουν γυμναστική, να τρέχουν πάνω-κάτω, να κάνουν ασκήσεις έρποντας στο χιόνι, ενώ από τους πύργους της φρουράς που υψώνονταν περιμετρικά των τειχών του μπλόκ τους κατάβρεχαν με νερό. Κάθε μέρα τα πτώματα μαζεύονταν σωρό. Όταν οι βασανιστές κουράζονταν, οι κρατούμενοι έθεταν σε εφαρμογή το σύστημα «σόμπα». Στριμώχνονταν ο ένας πολύ κοντά στον άλλο και άρχιζαν να τρίβονται μεταξύ τους  με όση δύναμη τους απέμενε για να ζεσταθούν. 

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 ο αριθμός των νεκρών στον Μπλοκ 20 εκτιμάται στις 6 χιλιάδες. Εκείνον τον μήνα οι κρατούμενοι ήταν περίπου οκτακόσιοι. Στην  πλειοψηφία τους ήταν Σοβιετικοί, αρκετοί από αυτούς αξιωματικοί και αεροπόροι. Βέβαιοι για το επικείμενο τέλος τους, αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο απόδρασης.  Παρόλο που το σχέδιο προδόθηκε την παραμονή της εφαρμογής του και 25 κρατούμενοι μαζί με τους πρωτεργάτες του σχεδίου, τρεις αξιωματικούς του Κόκκινου Στρατού, εκτελέστηκαν, η απόδραση δεν ματαιώθηκε. 

Τη νύχτα μεταξύ 2 και 3 Φεβρουαρίου 1945 στραγγάλισαν τους Kapo, στη συνέχεια σκηνοθέτησαν ένα νυχτερινό καψόνι ως πρόσχημα για να βγουν έξω από το θάλαμο, και οπλισμένοι με ξύλα και πέτρες κατάφεραν να καταλάβουν τις υπερυψωμένες σκοπιές. Εκατοντάδες κρατούμενοι επιχείρησαν να πηδήσουν πάνω από τα ηλεκτροφόρα σύρματα, χρησιμοποιώντας ξύλα και υφάσματα για να τα εξουδετερώσουν. Οι πρώτοι νεκροί άνοιξαν το δρόμο στους υπόλοιπους. Από τους 600 που επιχείρησαν να δραπετεύσουν τα κατάφεραν καμιά εκατοστή. 

Οι Ες-Ες έστησαν μια μεγάλη επιχείρηση καταδίωξης και σε αυτή τους βοήθησαν πολλοί από τον τοπικό πληθυσμό. Έπειτα από μερικές μέρες οι Ες-Ες ανακοίνωσαν θριαμβευτικά ότι όλοι οι δραπέτες είχαν συλληφθεί και εξοντωθεί. Όμως ψεύδονταν. Επτά κρατούμενοι, χάρη και στη βοήθεια που τους δόθηκε από κάποιους κατοίκους, είχαν κατορθώσει να διαφύγουν οριστικά. Σε αυτούς τους ελάχιστους που επιβίωσαν οφείλουμε τις μαρτυρίες για την κατάσταση που επικρατούσε στο Μπλοκ 20 και τις λεπτομέρειες για την ηρωική απόδραση.18   

Κατώτεροι από δούλοι

Το σύμπλεγμα των στρατοπέδων του Μαουτχάουζεν εντάχθηκε καθολικά στους σχεδιασμούς τής πολιτικής του  Γ’ Ράιχ με σκοπό την χρησιμοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων κρατουμένων στην πολεμική βιομηχανική παραγωγή είτε σε κρατικές είτε σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. 

Εκτιμάται ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, περισσότεροι από 250 χιλιάδες κρατούμενοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης στις κατεχομένες περιοχές εξαναγκάστηκαν να εργαστούν στις ιδιωτικές βιομηχανίες πολεμικού υλικού.19 Οι κρατούμενοι προσφέρονταν από τη διοίκηση των Ες-Ες στα μεγάλα βιομηχανικά καρτέλ (λ.χ. IG-Farben, Krupp, Daimler, AEG-Telefunken, Siemens, Steyr, καρτέλ Flick κ.ά.) έναντι ενός «ανταγωνιστικά» χαμηλού ημερομισθίου, γύρω στο 50% του αντίστοιχου ενός απλού ελεύθερου εργάτη,  και το οποίο κατέληγε, σχεδόν στο ακέραιο, στο ταμείο των Ες-Ες και στην Κρατική Τράπεζα. Εννοείται ότι οι κρατούμενοι δεν ελάμβαναν ούτε ένα πφένιγκ. Το επίσημο ημερήσιο κόστος συντήρησης των κρατουμένων καθοριζόταν στο 25% περίπου  του ημερομισθίου, αλλά στην πράξη οι Ες-Ες φρόντιζαν να είναι πολύ χαμηλότερο.20

Στα χρόνια μετά τον πόλεμο και μόνον έπειτα από επίμονους δικαστικούς αγώνες ή λόγω της απειλής για δικαστική προσφυγή, κάποιες (και μάλιστα λίγες) ιδιωτικές εταιρίες, περισσότερο για λόγους εμπορικής υπόληψης και για την αποφυγή ενδεχόμενης δυσφήμησης, αναγνώρισαν στους επιβιώσαντες κρατούμενους-εργάτες το δικαίωμα σε μια γενική αποζημίωση. Απέφυγαν όμως να   κάνουν αναλυτική αναφορά στους λόγους για τους οποίους αποδέχονταν τον «συμβιβασμό». Σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για ανάξια λόγου ποσά συγκρινόμενα με την υπερεκμετάλλευση και τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στις οποίες οι εταιρείες είχαν υποβάλει τους κρατούμενους. 

Γενικά, η στάση άρνησης των ιδιωτικών εταιρειών να αναγνωρίσουν τις ευθύνες τους στηριζόταν στα εξής δύο κύρια επιχειρήματα, τα οποία στο μεταξύ είχαν χρησιμοποιηθεί και στην υπερασπιστική τακτική των ελάχιστων εκείνων  ιδιοκτητών και μάνατζερ εταιρειών που  οδηγήθηκαν στο Δικαστήριο της Νυρεμβέργης (1947-1948): (α) η συμμετοχή των εταιρειών στην εκμετάλλευση/απασχόληση των κρατουμένων έγινε στα πλαίσια της γενικότερης πατριωτικής προσπάθειας και (β) οι εταιρείες ήταν υποχρεωμένες από το ναζιστικό καθεστώς να συμμετάσχουν στην πολεμική προσπάθεια με τους όρους ακριβώς που έθετε το ναζιστικό καθεστώς.  Πρόκειται, προφανέστατα, για αντικρουόμενα επιχειρήματα. Το δεύτερο επιχείρημα, με βάση τα ντοκουμέντα, αποδείχτηκε σαθρό και αναληθές. Οι ιδιωτικές εταιρείες συνεργάστηκαν εθελοντικά με το ναζιστικό καθεστώς, αφού το χαμηλό ημερομίσθιο ήταν ισχυρός πόλος έλξης και αποτελούσε εγγύηση για την αποκόμιση τεράστιων κερδών. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό επιχείρημα που δοκίμασε η υπεράσπιση των κατηγορούμενων βιομηχάνων στις δίκες της Νυρεμβέργης ήταν ότι η απασχόληση κρατουμένων στα εργοστάσιά τους ήταν σύμφωνη με τους νόμους του Ράιχ, οπότε σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να στηριχθεί το αδίκημα.21 

Το μεταπολεμικό κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατοχύρωσε το δικαίωμα αποζημίωσης στους πρώην κρατούμενους, αποφασίζοντας την απόδοση του ευτελούς ποσού τού ενός δολαρίου για κάθε ημέρα κράτησης, με την αιτιολογία αποκλειστικά της άδικης φυλάκισης και  όχι της καταναγκαστικής εργασίας.22 

Για να εξοικονομείται ο καθημερινός χρόνος μετάβασης από το στρατόπεδο στο εργοστάσιο και αντίστροφα, πολλά στρατόπεδα κτίστηκαν σε κοντινή απόσταση από τους χώρους εργασίας ή ολόκληρα εργοστάσια μεταφέρθηκαν δίπλα ή και μέσα στα στρατόπεδα. Οι ναζί, μέχρι πριν το τελευταίο έτος του πολέμου οπότε και διαψεύστηκαν, θεωρούσαν ότι η προσφορά εργατικών χεριών θα ήταν πρακτικά ανεξάντλητη. Εξαιτίας δε της ακραίας περιφρόνησης που έτρεφαν  για τις ζωές των κρατούμενων, ως εκπροσώπων «εκφυλισμένων» και «κατώτερων» φυλών, προορισμένων να εξαφανιστούν, δεν κατόρθωσαν ποτέ να εφαρμόσουν μια «εξορθολογισμένη» πολιτική διαχείρισης  της εργατικής δύναμης των κρατουμένων.    

Στις εποχές της δουλοκτησίας ο δουλοκτήτης ενδιαφερόταν για τη συντήρηση της εργατικής ικανότητας των δούλων του κατά τον ίδιο τρόπο που ο αμαξάς πρόσεχε τα άλογα του και ο γεωργός τα βόδια του. Συχνά, στις διάφορες ιστορικές κρίσεις σχετικά  με το καθεστώς των κρατουμένων  των ναζιστικών στρατοπέδων εργασίας γίνεται λαθεμένη χρήση του όρου «δούλος», για το λόγο ότι, σύμφωνα με την διοίκηση των Ες-Ες και μεγάλου μέρους της γραφειοκρατίας των Γερμανικών Υπουργείων, η συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων ταξινομούνταν ακόμη χαμηλότερα στη «βιολογική ιεραρχία». Οι κρατούμενοι ήταν κατώτεροι από δούλοι

Απολογισμός μετά την απελευθέρωση

Στο σύμπλεγμα των στρατοπέδων του Μαουτχάουζεν φυλακίστηκαν άνθρωποι πάρα πολλών εθνικοτήτων: Σοβιετικοί, Πολωνοί, Τσέχοι, Ούγγροι, Γιουγκοσλάβοι, Γάλλοι, Ισπανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Γερμανοί, Αυστριακοί, Ολλανδοί, Βούλγαροι, Βρετανοί, Αμερικάνοι κά. 

Από τα ντοκουμέντα που διασώθηκαν κι από εκτιμήσεις βασισμένες στη συστηματική ιστορική έρευνα προκύπτει ότι στους καταλόγους του Μαουτχάουζεν καταχωρήθηκαν περίπου 200 χιλιάδες κρατούμενοι. Εκτιμάται ότι περίπου οι μισοί και πλέον κρατούμενοι πέθαναν23 από τις κακουχίες, την πείνα, τις επιδημίες και τα βασανιστήρια ή εξοντώθηκαν στους θαλάμους αερίων, στο νοσοκομείο του στρατοπέδου με θανατηφόρα ένεση ή εκτελέστηκαν είτε δια πυροβολισμού είτε με απαγχονισμό. 

Ανυπολόγιστο ιστορικό ενδιαφέρον έχει η διάσωση ενός μεγάλου μέρους του Αρχείου θανάτων των κρατουμένων, καθώς και ενός πλουσιότατου αρχείου φωτογραφιών που αφορά άνδρες των Ες-Ες και  κρατούμενους, το οποίο διατηρούσε η Διοίκηση των Ες-Ες. 

Το Αρχείο θανάτων διασώθηκε χάρη στη δράση της Αντίστασης εντός του στρατοπέδου και ιδιαίτερα χάρη στο θάρρος και την αυταπάρνηση ενός Αυστριακού πολιτικού κρατούμενου, του Ernst Martin 24 (σε συνεργασία με τον συγκρατούμενό του Josef Ulbrecht). Ο Martin είχε τοποθετηθεί στη θέση γραμματέα του προϊσταμένου γιατρού Ες-Ες του  στρατοπέδου. Ήσυχος και επιμελής στην εργασία του, είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Ες-Ες. Δύο περίπου εβδομάδες πριν την  απελευθέρωση, η Διοίκηση ενεργοποίησε σχετική διαταγή του Χίμλερ που αφορούσε την καταστροφή όλων των αρχείων του στρατοπέδου. Οι Ες-Ες εμπιστεύτηκαν την καταστροφή του Αρχείου θανάτων στον Martin με τη διαταγή να το κάψει στα κρεματόρια. Αυτός κατόρθωσε να διασώσει δεκατρείς τόμους, επτά με τα στοιχεία των  νεκρών κρατουμένων του Μαουτχάουζεν, πέντε του Gusen κι έναν τόμο που περιείχε στοιχεία νεκρών Σοβιετικών αιχμαλώτων. Σε αυτά τα βιβλία περιέχονται το όνομα, η εθνικότητα, ο αριθμός κρατουμένου, η ημερομηνία άφιξης και  θανάτου καθώς και η αιτία θανάτου για περίπου 72 χιλιάδες κρατούμενους. Στους καταλόγους του Αρχείου παρατηρούνται, μεταξύ άλλων, αρχειοθετημένες περιπτώσεις θανάτων κρατουμένων κατά ονομαστική αλφαβητική σειρά, με μικρή διαφορά στην καταχωρημένη ώρα του θανάτου και με αιτία θανάτου κάποιο παρόμοιο παθολογικό αίτιο. Με άλλα λόγια, υπό το φως και των αρχείων των Ες-Ες, πρόκειται για σαφείς ενδείξεις περί μαζικών εξοντώσεων. 

Δύο Ισπανοί κρατούμενοι, ο Antonio Garcia Alonso (1913-2000) και ο Francisco Boix Campo (1920-1951), είχαν τοποθετηθεί ως βοηθοί στο Πολιτικό Τμήμα τής Γκεστάπο του στρατοπέδου και εργάζονταν στο Αρχείο φωτογραφιών. Το Αρχείο αυτό περιελάμβανε χιλιάδες φωτογραφίες, όπως προαναφέραμε, μελών των Ες-Ες και κρατουμένων, σκηνές από τη  ζωή στο στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία, τις δημόσιες τιμωρίες, τις εκτελέσεις κλπ. Οι δύο κρατούμενοι,  Garcia και Boix, για περισσότερα από τρία χρόνια έκαναν αντίγραφα των αρνητικών που είχαν στη διάθεσή τους και τα έκρυβαν με τη βοήθεια άλλων κρατουμένων. Παρόμοια δράση είχε κι ένας άλλος κρατούμενος, o Casimiro Climent Sarrión (1910-1978), ο  οποίος κατάφερε να διασώσει και να κρύψει συλλογή φωτογραφιών των μελών Ες-Ες του στρατοπέδου, που κι αυτή αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμη στην έρευνα και τη σύλληψη αρκετών από αυτούς.25 

Χαρακτηριστικά, ανασύρθηκαν φωτογραφίες με τις οποίες στοιχειοθετήθηκε μία από τις επιθεωρήσεις στο Μαουτχάουζεν του Ernst Kaltenbrunner, αρχηγού της RSHA των Ες-Ες μετά το θάνατο του Heydrich τo 1942. Σε άλλες φωτογραφίες εμφανίζεται ο Gauleiter της άνω Αυστρίας, August Eigruber, μαζί με τον Χίμλερ και ομάδα  ανώτερων αξιωματικών Ες-Ες κατά τη διάρκεια μιας επιθεώρησης στο στρατόπεδο.26  Και οι δύο τους,  Kaltenbrunner  και Eigruber, αρνούνταν, παρά την πληθώρα μαρτυριών και άλλων ενοχοποιητικών ντοκουμέντων, ότι γνώριζαν την κατάσταση που επικρατούσε στο Μαουτχάουζεν, αφού, σύμφωνα με την επίμονη υπερασπιστική τους τακτική, ισχυρίζονταν ότι δεν είχαν ιδία γνώση και δεν είχαν εμπλακεί στην αποστολή στη Διοίκηση του στρατοπέδου ειδικών διαταγών· ισχυρισμοί που κατέπεσαν κατά τη διάρκεια της δίκης αυτών των δύο μαζί με άλλους 59  συγκατηγορούμενούς τους (βλ. Πρακτικά της Δίκης για τα εγκλήματα στο Μαουτχάουζεν, κατάθεση Καλτενμπρύννερ). 

Η Διεθνής Επιτροπή Κρατουμένων

Από τις 29 Απριλίου, έξι μέρες πριν την απελευθέρωση,  οι κρατούμενοι είχαν προχωρήσει μυστικά στη σύσταση τής Διεθνούς Επιτροπής Κρατουμένων. Στους σκοπούς της Επιτροπής περιλαμβάνονταν η στοιχειώδης οργάνωση για την εξασφάλιση τροφής και υπηρεσιών βοήθειας στους κρατούμενους μετά την επικείμενη αποχώρηση των Ες-Ες, καθώς και η διατήρηση της τάξης στο στρατόπεδο,  ώστε να αποφευχθεί το χάος που θα επικρατούσε όταν χιλιάδες εξαθλιωμένοι και πεινασμένοι άνθρωποι θα ξεχύνονταν προς αναζήτηση τροφής και μέσων προσωπικής επιβίωσης. 

Αρχηγός της Επιτροπής εκλέχθηκε ο πολιτικός κρατούμενος Heinrich Dürmayer (1905-2000),  Αυστριακός κομμουνιστής, που είχε ήδη περάσει από αρκετά ναζιστικά κολαστήρια, ενώ συστήθηκαν υποεπιτροπές που εκπροσωπούσαν τις διάφορες εθνικότητες των κρατουμένων.  

Στη  Διεθνή Επιτροπή Κρατουμένων συνενώθηκαν διάφορες παράνομες ομάδες αντίστασης κρατουμένων που είχαν αρχίσει να δρουν παράνομα από το 1943. Γενικά, τα μέλη των ομάδων αυτών είχαν κοινή εθνική καταγωγή, πράγμα φυσιολογικό στη Βαβέλ του στρατοπέδου και συχνά χαρακτηρίζονταν από κοινές πολιτικές ιδέες.  Στην πλειοψηφία τους, δε, ήταν κομμουνιστές. 

Μεγαλύτερες δυνατότητες για αντιστασιακή δράση είχαν συνήθως Γερμανοί, Αυστριακοί και Τσέχοι κρατούμενοι στους οποίους, λόγω γλώσσας, οι Ες-Ες είχαν αναθέσει διάφορες βοηθητικές υπηρεσίες στη διοίκηση του στρατοπέδου, στο νοσοκομείο, στις υπηρεσίες επιμελητείας κλπ. 

 Ήταν επόμενο  από τα πράγματα ότι μόνον κρατούμενοι που ήσαν σε θέση  να εκμεταλλευτούν κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα στην ποσότητα του  φαγητού, στην υγιεινή, στην ένδυση, στη σχετικά ελεύθερη κυκλοφορία στο στρατόπεδο και στις πληροφορίες σχετικά με τις βουλές της Διοίκησης, και μάλιστα, στις υπερβολικά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, είχαν μείνει πιστοί στις πολιτικές ιδέες τους και είχαν διατηρήσει το αντιναζιστικό τους φρόνημα, θα είχαν το σθένος να αναπτύξουν αντιστασιακή δράση και να βοηθήσουν όσο μπορούσαν, με κίνδυνο της ζωής τους, αφού οποιαδήποτε μορφή αλληλεγγύης απαγορευόταν επί ποινή θανάτου,  συγκρατούμενους που βρίσκονταν σε χειρότερη μοίρα από αυτούς.

Από τα τέλη του 1944, οι παράνομες ομάδες αντίστασης στο Μαουτχάουζεν άρχισαν να προετοιμάζουν σχέδια ένοπλης εξέγερσης και αντίστασης που θα τα έθεταν σε εφαρμογή στην περίπτωση που η Διοίκηση του στρατοπέδου υλοποιούσε τη διαταγή του Χίμλερ, η οποία προέβλεπε τη μαζική εξόντωση των κρατουμένων μέσα στις  υπονομευμένες με εκρηκτικά στοές των λατομείων του Gusen. 

Οι Ες-Ες, παίρνοντας υπόψην τους την πιθανή αντίσταση που θα προέβαλαν οι κρατούμενοι, αλλά  και τις πρακτικές δυσκολίες της επιχείρησης, κάτω από την πίεση του χρόνου και του πανικού λόγω της οριστικής κατάρρευσης του μετώπου, επέλεξαν τελικά να διαφύγουν. Όμως, ο θάλαμος αερίων του στρατοπέδου του Μαουτχάουζεν συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τις 29 του Απρίλη. Τον τελευταίο μήνα του πολέμου βρήκαν το θάνατο εκεί 1200-1400 κρατούμενοι.   

Στις 5 Μάη 1945,  η Διεθνής Επιτροπή φρόντισε για τον εξοπλισμό ομάδων κρατουμένων ως μέτρο άμυνας  σε περίπτωση που οι Ες-Ες επέστρεφαν, όπως είχαν πληροφορηθεί ότι είχε συμβεί σε άλλα στρατόπεδα. Η Επιτροπή είχε, επίσης,  σκοπό τη σύλληψη όσων  Ες-Ες και  Kapo ήταν πιθανό να βρίσκονται ακόμα στα περίχωρα του στρατοπέδου καθώς και την κράτηση μέχρι την παράδοση τους στη δικαιοσύνη όσων είχαν ήδη συλληφθεί, ώστε να αποφευχθεί το λιντσάρισμά τους. Παρόλ’ αυτά, κάποιοι από τους δήμιους βρήκαν το θάνατο ευθύς μετά τη σύλληψή τους και κατά τη μεταφορά τους στο στρατόπεδο από οργισμένες ομάδες κρατουμένων, οι οποίοι πήραν άμεση κι επί τόπου εκδίκηση για τα δεινά και τα εγκλήματα που είχαν υποστεί οι ίδιοι και χιλιάδες νεκροί σύντροφοί τους.   

Για μιάμιση μέρα, μέχρι την επιστροφή των Αμερικανών με ενισχύσεις, το στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν παρέμεινε στον αποκλειστικό έλεγχο της Διεθνούς Επιτροπής Κρατουμένων.  Υπήρχαν  αναρίθμητα  προβλήματα  να επιλυθούν  σχετικά με τη διοίκηση και τη διαχείριση και γι αυτό ο ρόλος της Διεθνούς Επιτροπής στην οργάνωση της ζωής των κρατουμένων εξακολούθησε να είναι σημαντικός σε θέματα παροχής βοηθειών υγείας, στην ταφή των νεκρών, την αποκατάσταση της υγιεινής, τη συνεισφορά στην οργάνωση της επιμελητείας, την παρασκευή και διανομή φαγητού, τη διατήρηση της τάξης, καθώς και την οργάνωση ερευνών πραγματογνωμοσύνης και κατάθεσης μαρτυριών σχετικά με τα πολλαπλά εγκλήματα των Ες-Ες και των συνεργατών τους.27

 ………………………………………………………………..

«Οι  Αμερικάνοι  φοβήθηκαν  πάλι  μην  πολιορκήσουμε  τις  φυλακές  για  να  πάρουμε  τους  Ες‐Ες,  και αποφάσισαν  να  μας  δώσουν  ένα  ξεθύμασμα.  Βγάλανε  τους  Ες‐Ες  στην  πλατεία,  δεμένους  απ’  το λαιμό όπως οι σκύλοι. Η φρουρά έκαμε γύρω τους ένα γερό φράγμα. Τους βάλανε να καθαρίζουνε την πλατεία και τους δρόμους. Το στρατόπεδο σύσσωμο ήταν στο πόδι. Οι Ες‐Ες σκύβανε συνέχεια, σκύβανε επίτηδες, δε σηκώνανε κεφάλι κι ήταν σα ν’ αγωνιούν που δε βρίσκανε πολλά σκουπίδια. Τα  χέρια  τους  τρέμανε  και  κάπου‐κάπου  δυο  μαζί  βιάζονταν  να  μαζέψουν  το  ίδιο  παλιόχαρτο  ή αποτσίγαρο.  Δεν  άκουγες  φωνές  απ’  το  πλήθος.  Παρά  ένα  μουρμουρητό.  Γιατί  όλοι  είχαμε  μείνει απορημένοι  μπροστά  σ’  αυτό  το  τιποτένιο  και  φτωχό  θέαμα.  Μια  δεκαριά  άνθρωποι,  δεμένοι  σα σκύλοι,  που  γυρεύανε  σκουπίδια,  περιτριγυρισμένοι  από  χιλιάδες  που  «έτσι  να  κάναν»  θα  τους λιώνανε.  Η  έκπληξη  όμως  πέρασε  γρήγορα  και  κάτι  άλλο  άρχισε  να  βράζει.  Κάποιος  άρχισε  να φωνάζει: «Φάσελ, που είν’ ο αδερφός μου; Φάσελ, που είναι ο Σβόμποντα;». 

Το  ‘λεγε  συνέχεια  κάνοντας  κύκλο  γύρω  απ’  τη  φρουρά.  Κάποιοι  ρίχτηκαν  στις  αλτάνες  και ξεσκαρώσανε  τις  πέτρες  που  βαστούσαν  το  χώμα.  Οι  πέτρες  σβούριζαν  πάνω  στα  κεφάλια  και  τις ράχες  των  Ες‐Ες.  Κάποιος  χίμηξε,  πέρασε  ανάμεσα  απ’  τους  Αμερικάνους  στρατιώτες  κι  άρχισε  να κλοτσά τους Ες‐Ες κατάμουτρα. Οι φωνές τώρα ήταν πολλές. «Μύλλερ, που είν’ ο Γιάννος Πλέβιτς; Πού είν’ ο Γιάννοσεκ; 

— Πού είν’ ο Φάμπρι;… 

— Πού είν’ ο Τρένκερ;… 

— Πού είν’ ο Μάτραζ;…» 

Οι Αμερικάνοι κατάλαβαν πως η θύελλα έφτανε. Σύρανε τους Ες‐Ες στα γρήγορα απ’ τις λαιμαργιές και τους κρύψανε στις φυλακές.» [Ι. Καμπανέλλης, «Μαουτχάουζεν»] 

Μεταπολεμική απονομή δικαιοσύνης και τιμωρία εγκληματιών ναζί
Έτη 1945-1949

Πηγή για τα στοιχεία του Πίνακα: Tommaso Speccher, La Germania sì che ha fatto i conti con il nazismo, εκδ. Laterza (2022) [στοιχεία αντλημένα από τις έρευνες των Norbert Frei και Andreas Eichmüller]. 

Σημ. 1 – Στην 1η Δίκη της Νυρεμβέργης, από τους αρχικά 24 κατηγορούμενους δικάστηκαν οι 22. Στο μεταξύ, ένας κατηγορούμενος είχε αυτοκτονήσει κι ένας δεύτερος είχε κριθεί μη ικανός, για λόγους ψυχικής υγείας, για να δικαστεί.  

Σημ. 2 – Μία από τις επόμενες 12 Δίκες της Νυρεμβέργης που έγιναν με ευθύνη Αμερικανικών Δικαστηρίων  αφορούσε τη δίκη 61 κατηγορουμένων εγκληματιών του Μαουτχάουζεν και διεξήχθη στο Νταχάου (1946).

Σημ. 3 – Ο συνολικός αριθμός ετυμηγοριών στη Δυτική ζώνη κατοχής  που αφορούσαν καταδίκη σε θάνατο ήταν περί τις 800· μόνο το ένα τρίτο περίπου από αυτές εκτελέστηκαν. Βλ.  Norbert Frei, Coping with the Burdens of the Past: German Politics and Society in the 1950s,  στον συλλογικό τόμο: Dominik Geppert (ed.), The Postwar Challenge: Cultural, Social, and Political Change in Western Europe, 1945-1958,  Oxford University Press (2003).

Παραπομπές

1. (Τίτλος ανάρτησης) «Εσύ θα περάσεις από την καμινάδα»: Καθημερινή απειλή από τους Ες-Ες και τους συνεργάτες τους προς τους κρατούμενους, ότι από το στρατόπεδο έξω θα έβγαιναν μόνον οι στάχτες τους, από την καμινάδα των κρεματορίων.

2. Μετά την απελευθέρωση του Μαουτχάουζεν απελευθερώθηκε από τον Σοβιετικό στρατό,  το  στρατόπεδο του Stutthof (κοντά στο Γκντάνσκ) στις 9 Μάη 1945. Το πρώτο στη σειρά ναζιστικό στρατόπεδο που απελευθερώθηκε ήταν εκείνο του Majdanek (στην Κεντρική Πολωνία) στις 12 Ιούλη 1944 από τις Σοβιετικές δυνάμεις και ακολούθησε η απελευθέρωση του Άουσβιτς, επίσης από τον Σοβιετικό στρατό, στις 27 Ιανουαρίου 1945. Έξι μέρες πριν την απελευθέρωση του Μαουτχάουζεν, στις 29 Απρίλη 1945, είχε απελευθερωθεί το στρατόπεδο του Νταχάου από τις Αμερικανικές δυνάμεις.

3. Jardim Tomaz, The Mauthausen Trial,  Harvard University Press (2012), σελ. 61.

4. Pappalettera Vicenzo, Tu passerai per il camino – vita e morte a Mauthausen, Mursia (1997),  σελ 15.

5. Pappalettera Vicenzo, La parola agli aguzzini, CDE spa-Milano (1986), σελ 39.

6. Sofsky Wolfgang, The order of terror – The concentration camp, Princeton University Press (1997),  (τίτλος πρωτ. Die Ordnung des Terrors. Das Konzentrationslager,  S. Fischer Verlag GmbH, Frankfurt am Main, 1993),  σελ. 314.

7. Jardim Tomaz, op. cit., σελ 55.

8. Jardim Tomaz, op. cit., σελ 56.

9. United States Holocaust Memorial Museum, Washington, DC, https://encyclopedia.ushmm.org/content/en/article/mauthausen .

10. Jardim Tomaz, op. cit., σελ 59.

11. Oswald Pohl: καταδικάστηκε σε θάνατο από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης και απαγχονίστηκε το 1951.

12. Wachsmann Nikolaus, The dynamics of destruction, σελ 24, στο συλλογικό έργο: Concentration Camps in Nazi Germany-The New Histories, επιμέλεια Jane Caplan και Nikolaus Wachsmann, Routledge (2010).

13. Jardim Tomaz, op. cit., σελ. 58.

14. The Concentration Camp Program of Extermination Through Work (Part 1 of 2)

15. Friendlander Henry, The Origins of Nazi Genocide: From Euthanasia To The Final Solution,  University of North Carolina Press (1995).

16. Jardim Tomaz, op. cit.,  σελ 54.

17. Pappalettera Vicenzo, La parola … op. cit.,  σελ. 175-176.

18. Pappalettera Vicenzo, Tu passerai … op. cit., σελ 228-237.

19. Ferencz Benjamin, Less than slaves, Harvard University Press (1979), σελ. 23-24.

20. Sofsky Wolfgang, op. cit., σελ. 167-184.

21. Δες τον Πρόλογο του  Telford Taylor (εισαγγελέα στις Δίκες της Νυρεμβέργης) στο  Ferencz BenjaminLess than slaves, op. cit.

22. Ferencz Benjamin, Less than slaves, op. cit., σελ xvii.

23. Jardim Tomaz, op. cit., σελ. 60.

24. Pappalettera Vicenzo, Tu passerai … op. cit., σελ. 109-110.

25. Pappalettera Vicenzo, Tu passerai … op. cit., σελ. 284-285 και σελ. 141. Jardim Tomaz, op. cit., σελ. 67-68.

26. Pappalettera Vicenzo, La parola … op. cit.,  σελ. 141-142.

27. Ανεκτίμητη μαρτυρία στην Ελληνική γλώσσα  για τη ζωή των κρατουμένων πριν και μετά την απελευθέρωσή τους αποτελεί το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο οποίος ήταν ο ίδιος  κρατούμενος στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν: Καμπανέλλης Ιάκωβος, Μαουτχάουζεν, Κέδρος, Αθήνα (εκδ. 1995, 1η εκδ. 1963).

Π. Δ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: