66 χρόνια από την Αλγερινή επανάσταση

Ο γαλλοαλγερινός πόλεμος αποτελεί ένα θέμα που εγείρει προβληματισμούς και αναζητήσεις, βρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο της γαλλικής επικαιρότητας, αφού διεξάγονται συνεχώς έντονες αντιπαραθέσεις και συζητήσεις που αφορούν στο περιεχόμενο και στον τρόπο διδασκαλίας της γαλλικής αποικιοκρατίας στους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στο κατά πόσο θα μπορούσαν οι ιστορικοί των δύο χωρών να (ξανα)γράψουν μία κοινή Ιστορία.

Tην Κυριακή 1η Νοεμβρίου 2020, ενώ η Αλγερία κινούνταν σε ρυθμούς δημοψηφίσματος[1] για νέο σύνταγμα που αποφάσισε η κυβέρνηση, το πολύμηνο κίνημα διαμαρτυρίας Hirak, το οποίο παρεμποδίζεται από την πανδημία Covid-19, επιδιώκει να διατηρήσει τη φλόγα του ξεσηκωμού ευρύτερων στρωμάτων του λαού ζωντανή. Ενδεχομένως του μεγαλύτερου λαϊκού ξεσπάσματος μετά από πολλά χρόνια ενάντια στο καθεστώς του απερχομένου Προέδρου. Η επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος -για την ακρίβεια η εργαλειοποίηση της- μόνο τυχαία δεν είναι για το καθεστώς που διαδέχθηκε τον επί χρόνια πρόεδρο της Αλγερινής Δημοκρατίας Μπουτεφλικά, με επικεφαλής το νέο πρόεδρο Αμπντελματζίντ Τεμπούν, ύστερα από μαζικές κοινωνικές διαμαρτυρίες που ξέσπασαν στη χώρα, η οποία ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Γαλλία στα 1962.

Πριν από 66 χρόνια ξεκινούσε ο πόλεμος της ανεξαρτησίας της Αλγερίας.

Ο γαλλοαλγερινός πόλεμος αποτελεί ένα θέμα που εγείρει προβληματισμούς και αναζητήσεις, βρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο της γαλλικής επικαιρότητας, αφού διεξάγονται συνεχώς έντονες αντιπαραθέσεις και συζητήσεις που αφορούν στο περιεχόμενο και στον τρόπο διδασκαλίας της γαλλικής αποικιοκρατίας στους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στο κατά πόσο θα μπορούσαν οι ιστορικοί των δύο χωρών να (ξανα)γράψουν μία κοινή Ιστορία. Ομολογουμένως ένα δύσκολο εγχείρημα για τους ιστορικούς, πολύ περισσότερο στις σημερινές τεταμένες συνθήκες ανάμεσα στη Γαλλία και μουσουλμανικές χώρες.

Επαναλαμβάνουμε ότι η αρχή του γαλλοαλγερινού πολέμου τοποθετείται στην 1η Νοεμβρίου του 1954. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι η οπτική των Γάλλων αποικιοκρατών και των Αλγερινών αποικιοκρατούμενων διαφέρει ως προς την ακριβή χρονολογική τοποθέτηση της αρχής του πολέμου. Η διαφορά προσέγγισης των γεγονότων και χρονολογικής τοποθέτησης τους είναι ουσιώδης για μια σειρά λόγους που θα εξηγήσουμε παρακάτω.

Οι Αλγερινοί προτιμούν να ανατρέχουν στην άγρια καταστολή της εξέγερσης τους στο Σετίφ και στο Γκελμά την 8η Μαΐου 1945, ακριβώς στη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ώστε να ακριβολογήσουν ως προς την ημερομηνία ξεσπάσματος του πολέμου της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, ακόμα κι αν η αρχή του πολέμου την 1η Νοεμβρίου 1954 χάρη στην πρωτοβουλία του Αλγερινού Κινήματος Εθνικής Απελευθέρωσης (F.L.N.) είναι ευρέως και γενικά αναμφισβήτητη. H ιστορικός της Αλγερίας Sylvie Thénault, συγγραφέας του βιβλίου Ιστορία της Αλγερινής ανεξαρτησίας, –όπως επίσης και άλλοι ιστορικοί-θεωρούν ότι η 8η Μάη 1945 θα πρέπει να θεωρείται ως η ημερομηνία έναρξης του πολέμου της Αλγερινής ανεξαρτησίας. Παρεμπιπτόντως, στα γεγονότα των Σετίφ και Γκελμά που προαναφέραμε σκοτώθηκαν 104 ευρωπαίοι πολίτες-μεταξύ αυτών αρκετοί Γάλλοι- στην περιφέρεια της Constantine.

Τα αντίποινα από τις γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις έδειξαν τι θα επακολουθούσε μετά από εννιά χρόνια (στα 1954). Είναι χαρακτηριστικό ότι την ημέρα της παράδοσης της Γερμανίας, στις 8 Μαΐου 1945, μια διαδήλωση Μουσουλμάνων πήρε απρόσμενη τροπή στην περιφέρεια της Constantine, στα βορειοανατολικά της Αλγερίας. Η καταστολή είναι τρομερή. Ο γαλλικός τύπος υποτιμάει τις σφαγές. Και μέχρι να ξεσπάσει o πόλεμος εννέα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να δει την άνοδο του Αλγερινού επαναστατικού κινήματος. Στο ίδιο μήκος κύματος με τις γαλλικές αρχές που έκαναν λόγο για επιχειρήσεις διατήρησης της τάξης στην Αλγερία, για κατάπνιξη επαναστατικών στάσεων και κινημάτων, για αναταραχές και βία που προκαλούσαν κάποιες συμμορίες τρομοκρατών και εν τέλει για γεγονότα που συνέβαιναν στην Βόρεια Αφρική κινήθηκε σε μεγάλο βαθμό ο γαλλικός έντυπος τύπος.

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν τις δύο οπτικές της έναρξης του πολέμου, ποια σημασία είχε διαχρονικά η 1η Νοέμβρη για τη Γαλλία (πριν και μετά το 1954) και ποια αξία έχει η μέρα της 1ης Νοέμβρη του 1954 για τους λαούς της Γαλλίας και της Αλγερίας.

Για τους Γάλλους, ειδικά τους Καθολικούς, είναι η ημέρα των Αγίων (la fête de la Toussaint) και η «ημέρα των νεκρών». Είναι αργία του γαλλικού κράτους, για τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, τις δημόσιες υπηρεσίες. Παρόλο που είναι θρησκευτική γιορτή, δεν υπάρχουν πολλοί που πηγαίνουν στην εκκλησία. Κάθε χρόνο υπάρχουν άνθρωποι – αν και τις τελευταίες δεκαετίες είναι όλο και λιγότεροι –  που πηγαίνουν σε νεκροταφεία με λουλούδια, κουβάδες και βούρτσες. Oι συγγενείς καθαρίζουν τους τάφους των αγαπημένων τους, τους διακοσμούν με λουλούδια, θυμούνται και τιμούν τους νεκρούς τους. Ωστόσο, πολλοί δεν αναφέρονται στην 1η Νοεμβρίου ως ημέρα κατά την οποία, στα 1954, ξέσπασε στην Αλγερία ο αγώνας για ανεξαρτησία από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (F.L.N.). Στην αρχή του αγώνα της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο ήταν μια πολύ μικρή, άμαζη εθνικιστική ομάδα, χωρίς πολλά επαναστατικά χαρακτηριστικά, η οποία διατηρούσε επαφές με τα αραβικά εθνικιστικά κινήματα στη Μέση Ανατολή.

Δεν ξεχνάμε ότι το 1954 ο Νασερισμός στην Αίγυπτο θριάμβευσε στον αραβικό κόσμο. Το κίνημα που έριξε την Αλγερία σε οκταετή πόλεμο και της έδωσε ανεξαρτησία ήταν το έργο μερικών ανδρών χωρίς στρατεύματα, όπλα, χρήματα, εξωτερική η ακόμη και λαϊκή υποστήριξη. Όταν διαπιστώνουμε τις ελλείψεις, τους ελάχιστους πόρους και αναλογιζόμαστε το τεράστιο εγχείρημα της επαναστατικής προσπάθειας, αυτό φαίνεται πραγματικά τρελό. Ωστόσο, αυτοί οι άντρες δεν ήταν ανόητοι. Απλώς, ήταν αδύνατο για αυτούς να υπομείνουν πλέον την ανισότητα, την απόγνωση και την αδικία που στη δική τους γη, οι λαοί τους εξαναγκάστηκαν. Κυρίως ο λαός της Αλγερίας. Είδαν ότι το M.T.L.D. (Μouvement pour le triomphe des libértés démocratiques[2]), ιδρυθέν στα 1946, πρώτο επαναστατικό κόμμα της Αλγερίας, ήταν καταδικασμένο σε αδράνεια από διαμάχες σχετικά με τις τάσεις και τον ζηλότυπο δεσποτισμό του παλιού ηγέτη του, Μεσαλί Χατζ. Δεν ήταν λοιπόν τρελοί ούτε διακατέχονταν από κάποιου είδους άγνοια. Ήξεραν ότι έπρεπε να πολεμήσουν εναντίον της ισχυρής γαλλικής στρατιωτικής παντοδυναμίας και ενάντια σε ένα εκατομμύριο Ευρωπαίους, αποφασισμένους να μην εγκαταλείψουν καμία από τις δυνάμεις τους, τον πλούτο τους, τα προνόμια τους και παράλληλα να υποστηρίζονται από όλους τους πόρους της μητρόπολης. Ήξεραν ότι για να αντιμετωπίσουν αυτές τις συντριπτικές δυνάμεις, ο αριθμός τους μειώθηκε, στις πόλεις, σε μια χούφτα πιστούς και αλλού, σε ομάδες ανταρτών και συγκροτημάτων που χάθηκαν στο χωριό ή στα βουνά. Ήξεραν ότι το όπλα τους ήταν λιγοστά: μερικά πανάρχαια τουφέκια, μερικά παλιά περίστροφα, ερασιτεχνικές βόμβες. Αλλά ένιωσαν ότι, παρά τις συγκεκριμένες αντιξοότητες, η εξέγερση ήταν απαραίτητη και ιερή. Οι σπινθήρες της έκρηξης έπρεπε να ανάψουν. Πίστεψαν ότι μόλις αναφλεγεί η φωτιά, θα έβρισκε, νόμιζαν, αρκετά δαδιά για να «ταΐσουν», να φουσκώσουν τη φλόγα της. Υπό έναν όρο: εφ’ όσον την άναβαν παντού από τη μια πλευρά της Αλγερίας στην άλλη και ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα. Η 1η Νοεμβρίου, λοιπόν, ήταν η επιλογή τους[3].

Όσο για τον γαλλικό τύπο, όπως ήδη αναφέραμε, παρέμεινε σιωπηλός σχετικά με τα γεγονότα στο Sétif. Ωστόσο, ο Albert Camus σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 13 και 14 Μαΐου 1945 (λίγες μέρες μετά την αιματηρή καταστολή των συγκεντρώσεων του Αλγερινού λαού σε Σετίφ και Γκελμά) στηλίτευσε τη σοβαρή κατάσταση που επικρατούσε, τις ανισότητες, το γεγονός της καταστολής, των διοικητικών δυσλειτουργιών, των προκαταλήψεων των Γάλλων στη μητρόπολη ή της άγνοιας τους σε ό,τι αφορά την Αλγερία και τον λαό της και πήρε θέση για την πολιτική που πρέπει να εφαρμόσει η γαλλική κυβέρνηση σε ότι αφορούσε στην Αλγερία, η οποία αποτελούσε τμήμα της γαλλικής επικράτειας:

Αντιμέτωποι με τα τρέχοντα γεγονότα στη Βόρεια Αφρική, πρέπει να αποφεύγονται δύο ακραίες στάσεις: να απεικονίσουμε μια κατάσταση που είναι τόσο σοβαρή όσο τραγική ή αντίθετα η παράβλεψη των σοβαρών δυσκολιών για την Αλγερία. Το πρώτο θα ευνοούσε τα παιχνίδια συμφερόντων που θέλουν να ωθήσουν την κυβέρνηση σε κατασταλτικά μέτρα που δεν είναι μόνο απάνθρωπα, αλλά και βιαστικά. Ο άλλος θα συνέχιζε να διευρύνει την απόσταση που για τόσα χρόνια έχει χωρίσει τη μητρόπολη από τα αφρικανικά εδάφη της. Σε κάθε περίπτωση, θα υπηρετούσαμε μια κοντόφθαλμη πολιτική, αντίθετη τόσο με τα γαλλικά συμφέροντα όσο και με τα αραβικά συμφέροντα. Η έρευνα που επαναφέρω από μια διαμονή τριών εβδομάδων στην Αλγερία δεν έχει άλλη φιλοδοξία παρά να μειώσει λίγο την απίστευτη άγνοια της μητρόπολης όσον αφορά στη Βόρεια Αφρική. Πραγματοποιήθηκε όσο πιο αντικειμενικά μπορούσα, μετά από ένα ταξίδι 2.500 χιλιομέτρων στα παράλια και στην ενδοχώρα της Αλγερίας, στο όριο των νότιων συνόρων. Επισκέφτηκα τόσο τις πόλεις όσο και τις πιο απομακρυσμένες επαρχίες, άκουσα τις απόψεις και τις μαρτυρίες της διοίκησης και των αυτόχθονων αγροτών, των εποίκων και των Αράβων μαχητών. Μια καλή πολιτική είναι καταρχάς μια καλά ενημερωμένη πολιτική. Από αυτή την άποψη, αυτή η έρευνα δεν είναι παρά μια έρευνα. Ωστόσο, ακόμη κι εάν οι πληροφορίες που παρέχω με αυτόν τον τρόπο δεν είναι νέες, αυτές έχουν επιβεβαιωθεί. Φαντάζομαι λοιπόν ότι μπορούν να βοηθήσουν, σε κάποιο βαθμό, εκείνους που είναι επιφορτισμένοι σήμερα να χαράξουν τη μόνη πολιτική που θα σώσει την Αλγερία από τις χειρότερες περιπέτειες[4].

Στην εισαγωγή του ο Καμί αναδεικνύει τα γενικά σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Αλγερινός λαός αμέσως μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως αυτό του λιμού. Επισημαίνει τα οικονομικά, υλικά και διοικητικά προβλήματα και τις ανορθογραφίες πριν θίξει συγκεκριμένα προβλήματα, την έλλειψη εκπαίδευσης,  τις προκαταλήψεις των Γάλλων για τους Αλγερινούς και τα χαρακτηριστικά που τους απέδιδαν. Η Αλγερία στα 1945 ήταν για το φιλόσοφο βυθισμένη σε οικονομική και πολιτική κρίση που πάντοτε γνώριζε αλλά δεν ήταν ποτέ τόσο οξυμένη. Υπογραμμίζει ότι στη «θαυμαστή γενέτειρα χώρα του οι άνθρωποι υπέφεραν από πείνα και ζητούσαν δικαιοσύνη». «Οι συμφορές τους», επισημαίνει, «δεν μπορούν να μας αφήνουν αδιάφορους, αφού τις έχουμε γνωρίσει πολύ καλά».

Όλοι οι ισχυρισμοί του Καμί αποδεικνύονται ακριβείς από τον ίδιο το ρου της ιστορικής εξέλιξης. Τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, δηλαδή η πείνα και η ανυπόφορη ανέχεια, οι κοινωνικοί διαχωρισμοί του πληθυσμού σε αυτόχθονες και Ευρωπαίους και οι διακρίσεις κατά των Αράβων αποτέλεσαν τις βασικές αιτίες της Αλγερινής επανάστασης, εννιά χρόνια μετά τη δημοσίευση των άρθρων ενός από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα.

Σημειώσεις – Παραπομπές

[1] Το δημοψήφισμα κατέληξε σε φιάσκο αφού σε ένδειξη διαμαρτυρίας η συντριπτική πλειονότητα των Αλγερινών δεν προσήλθαν στις κάλπες, κάτι που αναδεικνύει από τη μία τη σιωπηρή νίκη του κινήματος διαμαρτυρίας και από την άλλη την ανάγκη ριζικών πολιτικών και οικονομικών αλλαγών.  Βλ.https://www.lemonde.fr/idees/article/2020/11/03/en-algerie-la-victoire-silencieuse-du hirak_6058312_3232.html

[2] Κίνημα για τον θρίαμβο των δημοκρατικών ελευθεριών.

[3] Daeninckx, Didier, Έγκλημα και Μνήμη (=Meurtres pour mémoire), traduction-préface: Ριχάρδος

Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου (Richardos Someritis & Marilia Papathanasiou), Préface:

Ριχάρδος Σωμερίτης (Richardos Someritis), Αθήνα, Πόλις, 2003, p. 11.

[4] Combat, 13/14 mai 1945.

Λ.Β. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: