Δημοπρασίες Συμβόλων

Σήμερα, που η Δημοκρατία δεν φοβάται ούτε τον φασισμό ούτε τον κομμουνισμό, όπως δήλωσε πρόσφατα  ο Υπουργός Άδωνις Γεωργιάδης μετά την επίσκεψή του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, οι διακόσιοι κομμουνιστές της Καισαριανής μπορούν να θεωρούνται άφοβα και πατριώτες… 

Στην ταινία «Παρακαλώ, Γυναίκες, μην Κλαίτε» των Χρήστου Βακαλόπουλου και Σταύρου Τσιώλη (1992), ο Αργύρης Μπακιρτζής εμπλέκεται ως δημοπράτης σε μια ψεύτικη δημοπρασία στο υπαίθριο θέατρο στην Στεμνίτσα Αρκαδίας.

Από το 1992 έως και σήμερα έχουν διαβεί περισσότερα από εικοσιπέντε χρόνια αλλά ο Αργύρης επανέρχεται δριμύτερος και υποδύεται έναν άλλο τηλεοπτικό πωλητή, καθοδηγούμενος από το «πνεύμα» του αείμνηστου Σταύρου Τσιώλη. Στις θεατρικές παραστάσεις του έργου «Δημοπρασία» (2026) το κοινό απόλαυσε την εποχή όπου όλα πωλούνται και αγοράζονται σ` έναν κόσμο παράλογο.

Στο πνεύμα των καιρών διάφορες τηλεοπτικές δημοπρασίες παρουσιάζονται στα κανάλια και στις διαδικτυακές πλατφόρμες.

Πριν από καιρό είχα την τύχη να παρακολουθήσω μια τηλεοπτική δημοπρασία.

Το αντικείμενο προς πώληση ήταν σκεπασμένο στην αίθουσα των αγοραστών. Είχε προηγηθεί σύντομος χαιρετισμός και εκτίμηση από τους παρουσιαστές της εκπομπής. Με μια πρώτη ματιά το αντικείμενο χαρακτηρίστηκε «περίεργο». Στη συνέχεια διευκρινίστηκε στον πωλητή ότι το αντικείμενο δεν είναι ευκολοπούλητο και χρειάζεται να βρεθεί άνθρωπος που να θέλει να το αγοράσει. Με κάθε επιφύλαξη του ευχήθηκαν «καλοπούλητο». 

Στον προθάλαμο, ο εκτιμητής- ειδήμων περιέγραψε το λάβαρο με τα κρόσσια που είχε μπροστά του. Βελούδινο, ολοπόρφυρο, κεντημένο με χρυσή κλωστή και στο κέντρο έλαμπε σταχυοστεφανωμένο σφυροδρέπανο που κάλυπτε την υδρόγειο, κάτω από τον ερυθρό αστέρα. Αμφίπλευρα αναγραφόταν η φράση «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» στις γλώσσες των δεκαπέντε σοβιετικών σοσιαλιστικών δημοκρατιών. 

Κατά τα λεγόμενα του πωλητή, που σε καμία περίπτωση δεν ασπαζόταν τον κομμουνισμό, το λάβαρο αυτό κοσμούσε τα κεντρικά γραφεία του ΚΚΣΕ, στη Μόσχα. Στη συνέχεια έγινε σύντομη παρουσίαση του τρόπου απόκτησης του αντικειμένου με αναφορά στον πατέρα του, που είναι μεγάλος συλλέκτης και το οποίο έλαβε τιμητικά ως δώρο από γιο στελέχους του ΚΚΣΕ, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

 Ο πωλητής του εντυπωσιακού λάβαρου έκρινε σκόπιμο να πάρει αποστάσεις από αυτό, αποποιούμενος οποιαδήποτε ταύτιση με το αντικείμενο αλλά και με τον συμβολισμό του. Ήταν μια οικογενειακή τοποθέτηση άρνησης του κομμουνισμού και χωρίς ενοχές το πουλούσε αναζητώντας τετραψήφιο αριθμό. Οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές στην αίθουσα της δημοπρασίας ξεκαθάρισαν και αυτοί ότι δεν είχαν την ίδια ιδεολογική κατεύθυνση με το λάβαρο και στην καλύτερη περίπτωση το αντιμετώπιζαν ως ιστορικό αντικείμενο που θύμιζε το τέλος μιας εποχής. Το θαύμαζαν όλοι ως κομμάτι εξαιρετικής χειροτεχνίας ανεξάρτητα από την ιστορία του, την οποία απέφευγαν να ζυγώσουν ακολουθώντας την «αισθητική» θεωρία των δυο άκρων, τον φασισμό και τον κομμουνισμό. 

Επί του προκειμένου, οι αγοραστές ξεχώριζαν τη χειροτεχνία από το συμβολισμό της. Καλή η χρυσή κλωστή, τα κρόσσια και το βελούδο αλλά το σφυροδρέπανο με τους προλετάριους όλου του κόσμου χάλαγε τη δουλειά.

Μετά από κάποια απανωτά «χτυπήματα» η δημοπρασία έφτασε στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ και τελικά κρίθηκε άγονη. Το λάβαρο δεν πουλήθηκε, διπλώθηκε και επέστρεψε να κοσμεί τον βουβό τοίχο μιας αποθήκης…

Μέρες αργότερα μετά την πρόσφατη αποκάλυψη για τη δημοπρασία στο διαδίκτυο ένας άλλος τοίχος με σφυροδρέπανο μίλησε. 

Ο τοίχος της Καισαριανής με τα καθαρά βλέμματα των διακοσίων κομμουνιστών ζωντάνεψε την Ιστορία. Σε κοιτάνε κατάματα. Δεν είναι βλέμματα μοναξιάς αλλά ταξικής συνείδησης. Ξέρουν πού πάνε και γιατί. Παλαιότερα, οι απλοί άνθρωποι του λαού χαρακτήριζαν μια καλή ή επιτυχημένη φωτογραφία ως «καθαρή» και «ζωντανή». «Η αποφασιστική στιγμή», όπως θα έλεγε και ο Henri Cartier- Bresson, που καταγράφει καρέ καρέ τους κομμουνιστές λίγο πριν την εκτέλεση τυπωμένη σ` ένα φωτογραφικό χαρτί με κυματιστό περίγραμμα.

Οι φωτογραφίες αυτές που εμφανίστηκαν στον σκοτεινό θάλαμο μιας σκοτεινής εποχής αποτελούν ολοζώντανες πραγματικές μαρτυρίες της βαρβαρότητας όχι μόνο των ναζιστών κατακτητών αλλά και των «Ελλήνων» δοσίλογων συνεργατών τους.

Πολλά χρόνια αργότερα, μετά τον πόλεμο, ο μικρός Κλάους επισκεπτόταν το σπίτι του παππού Hermann Heuer, τις Κυριακές με τους γονείς του και άκουγε γοητευμένος να του διηγείται ιστορίες και κατορθώματα από τότε που ήταν υπαξιωματικός του Γ΄Ράιχ στην Ελλάδα. Το φωτογραφικό άλμπουμ με τις κιτρινισμένες από τον χρόνο σελίδες υπήρχε πάντα στο τραπέζι του σαλονιού. Νοσταλγός του Χίτλερ, ο παππούς, περήφανος έδειχνε τις φωτογραφίες στον εγγονό μέχρι που κουραζόταν και τον έπαιρνε ο ύπνος. Όταν ο μικρός Κλάους μεγάλωσε και ο παππούς πέθανε οι φωτογραφίες πουλήθηκαν σε φιλότεχνο συλλέκτη και έμπορο «ειδών» πολέμου. Τη συνέχεια είδαμε στο e-bay. de …

Η δημοπρασία μιας εκτέλεσης προκάλεσε ρίγη και συγκίνηση στο πανελλήνιο. Οι αλύγιστοι ήρωες με το καθαρό βλέμμα ανάγκασαν πολλούς να σκύψουν το κεφάλι ενοχικά για τον τρόπο που αντιμετώπισε η πατρίδα τους πατριώτες – κομμουνιστές. Τις πρώτες αμφιβολίες για τη γνησιότητα των φωτογραφιών διαδέχθηκε ο διάλογος για το αίτημα απόκτησης των ιστορικών τεκμηρίων από το ελληνικό κράτος. Σε αρκετά άρθρα στον αστικό έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, οι διακόσιοι της Καισαριανής παρουσιάστηκαν γενικά ως  πατριώτες και αντιστασιακοί που η θυσία τους ανήκει σε ολόκληρο τον Ελληνικό λαό. Η «φιλελεύθερη» κυβέρνηση για να πιστωθεί πολιτικά τους αγώνες  της Εαμικής  αντίστασης, μάλλον σύρθηκε εξ ανάγκης στον πλειστηριασμό και με τη δύναμη της κρατικής εξουσίας «αγόρασε» τις φωτογραφίες, ως μνημείο της Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Για τη δημοπρασία αυτή, η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε μεταξύ άλλων: 

«Οι 12 φωτογραφίες απεικονίζουν Έλληνες πατριώτες πριν από την εκτέλεσή τους στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, αποτελούν εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας…». Ωστόσο, και ο Ταγματασφαλίτης Διονύσιος Παπαδόγγονας ήταν Έλληνας στρατιωτικός, «πατριώτης» αλλά και δοσίλογος, που «δώρισε» στον θάνατο εκατό επιπλέον Έλληνες πατριώτες σε αντίποινα για την εκτέλεση του φίλου του υποστράτηγου Franz Krech. 

Εξάλλου, εκτός από τους ταγματασφαλίτες «πατριώτες» και άλλοι πολλοί αστοί των Αθηνών φαίνεται ότι συμπαθούσαν περισσότερο τους Γερμανούς κατακτητές από τους κομμουνιστές. Η σχετική μαρτυρία της Λητώς Κατακουζηνού επιβεβαιώνει τα λεχθέντα. (Βλέπε Λητώ Κατακουζηνού, Άγγελος Κατακουζηνός. Ο Βαλής μου. Αθήνα, Λιβάνης 1994, και Λένα Παπαδημητρίου, ΕΑΜ και αστοί, ΒΗΜΑgazino, έντυπη έκδοση, Κυριακή, 9/10/2016). 

Σήμερα η ιστορία  επαναλαμβάνεται με τον αντικομμουνισμό να επανέρχεται δριμύτερος στην πολιτική ζωή της χώρας. 

Σημειώνεται, ότι οι διακόσιοι πολιτικοί κρατούμενοι Ακροναυπλιώτες δεν θεωρήθηκαν πατριώτες από το  Μεταξικό καθεστώς και γι’ αυτό φυλακίστηκαν και δεν τους επέτρεψαν να πολεμήσουν στο Αλβανικό Μέτωπο. Σήμερα, που η Δημοκρατία δεν φοβάται ούτε τον φασισμό ούτε τον κομμουνισμό, όπως δήλωσε πρόσφατα  ο Υπουργός Άδωνις Γεωργιάδης μετά την επίσκεψή του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, οι διακόσιοι κομμουνιστές της Καισαριανής μπορούν να θεωρούνται άφοβα και πατριώτες… 

                                                                         Ανδριανή Στράνη

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: