«Ματιές» στη ζωή και το έργο λογοτεχνών – μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας | Δημήτρης Χατζής
«Απλοί άνθρωποι, (…) φτωχογέννητοι, και φτωχοαναθρεμμένοι εργάτες και γραμματικοί, βοσκοί και ζευγολάτες, είναι στο στρατό μας. Μα πιστεύουν στο δίκιο τους και γι’ αυτό πολεμούνε καλά. Εχουν συνείδηση για το χρέος τους, γι’ αυτό πειθαρχούν στην ομάδα τους και πεθαίνουν όταν χρειάζεται…»
Ανίκητος είναι ο Λαός…
Μια αναφορά στον λογοτέχνη και μαχητή του ΔΣΕ Δημήτρη Χατζή
«Στους δρόμους της Αθήνας, μέσα απ’ τα μπλόκα και τις εχτελέσεις, βάδιζε ένας νέος που πήγαινε να κάνει τις διορθώσεις στο κεντρικό παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ. Ηταν ο Δημήτρης Χατζής, που ύστερα από την κατοχή έγραψε εκείνο το πρώτο του, μα τόσο ωραίο μυθιστόρημα: Η φωτιά».1 Με τον τρόπο αυτόν, η Μέλπω Αξιώτη παρουσιάζει τη φυσιογνωμία του λογοτέχνη Τάκη Χατζή μέσα στη δεκαετία του 1940. Με αυτό και μαζί με τον χαρακτηρισμό του «τεχνίτη», η μαστοριά του οποίου έγκειται στο γεγονός ότι «μπορεί να κάμει θετικά και τα πιο αρνητικά στοιχεία, φτάνει να βγαίνουν μες απ’ το έργο θετικά συμπεράσματα», σκιαγραφείται η φυσιογνωμία του «γραμματικού» της Ηπείρου.2
Και πράγματι, στα κείμενα του Χατζή απαντώνται τεχνικά άρτια πολλές από τις λειτουργίες ενός λογοτεχνικού έργου, όπως η έμπνευση, η μαρτυρία, η κοινωνική διαπαιδαγώγηση, το συναίσθημα.
Ο Χατζής εμφανίζεται στο φιλολογικό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» με ανώνυμα χειρόγραφα «σταλμένα με δισταγμό και σεμνότητα» μαζί με τους Παπατζή, Λαμπρινό και Μπόση. Το πρώτο του έργο, «Η φωτιά», αποτελεί καταπίστευμα των λαϊκών αγώνων μέσα στην Κατοχή. Εχοντας οργανωθεί στο ΚΚΕ από τη δεκαετία του 1930, ο Χατζής μαζί με άλλους λογοτέχνες τα χρόνια εκείνα θα υπηρετούσε το παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ. Μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, διώκεται, συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται, ενώ το 1946 υποχρεώνεται σε «θητεία» στον αστικό στρατό, από όπου αυτομολεί και περνά στις γραμμές του ΔΣΕ. Εκεί, τοποθετείται ως πολεμικός ανταποκριτής της «Ελεύθερης Ελλάδας».3 Στη φωτιά της μάχης, ο «γραμματικός» – κατά τον αυτοαναφορικό χαρακτηρισμό του – συμβάλλει στην ιδεολογική και στη θεωρητική ενίσχυση των μαχητών και των μαχητριών του ΔΣΕ. Μέσα σε μικρό διάστημα, η καλλιτεχνική συνείδηση του Χατζή θα έφτανε στην πιο ακέραιη και γνήσια στιγμή της, με το ωραιότερο χρονικό απ’ τη ζωή του Δημοκρατικού Στρατού: Τη «Μουργκάνα».4
Οπως έχει σωστά ειπωθεί, η «Μουργκάνα» διαθέτει ιστοριογραφική – χρονογραφική διάσταση, όπου με ρεαλιστικό τρόπο προβάλλεται το αίτημα της αλήθειας, της ιστορικής καταγραφής της, με τη συνεχή τεκμηρίωση, αλλά και ο ιδεολογικός στόχος που αφορά τη δικαίωση του αγώνα του ΔΣΕ, την προπαγάνδιση, την εμψύχωση για τη συνέχιση του αγώνα.5 Ο συγγραφέας γίνεται εκφραστής του συλλογικού υποκειμένου, με αποστολή του την καταγραφή, τη διάσωση της ιστορικής αλήθειας από την κυρίαρχη προπαγάνδα, την απόκρουση της οργανωμένης λήθης που επιδιώκουν η εξουσία και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί της, σε συνθήκες όπου αμφισβητείται η κυριαρχία της. Γράφει ο Χατζής: «(…) αν κάποτε θα ‘τανε να μετρήσουμε στην Ελλάδα τι κάναμε αυτά τα οχτώ χρόνια που πολεμούμε, ετούτη η Μουργκάνα θα ‘πρεπε ν’ απομείνει έτσι όπως είναι τώρα, απείραχτη, σαν ένα μέτρο της ανθρώπινης δύναμης. Ενα μνημείο της θέλησης και της πίστης».6
Στο βιβλίο αποτυπώνεται ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση, η παλικαριά του ΔΣΕ, αλλά και ο δίκαιος χαρακτήρας της ένοπλης πάλης που διεξήγε. Κατά τον Χατζή, «στον δικό μας τον στρατό ο κάθε μαχητής έχει μια ατομική ιστορία τιμής και παλληκαριάς και ξέρει πόσο αξίζει αυτό. Και γι’ αυτό αγαπάει και σέβεται τους αρχηγούς του που κι’ αυτοί έχουν, όλοι τους, ο καθένας τη δική του ιστορία».7 Ο κάθε μαχητής «ήταν κιόλας έτοιμος να βάλει στη συνείδησή του τα πράματα ορθά και κομμένα».8 Ετσι, επιτεύχθηκε ο άθλος να κρατηθεί η Μουργκάνα: «Η μικρή στρατιά πριν αντικρύσει τον εχθρό είχε να δαμάσει τον άγριο βράχο της Μουργκάνας. Τρεις μήνες τα χέρια τους μάτωσαν, τα χνάρια των ποδαριών τους τυπώθηκαν απάνω στην πέτρα της».9
Στο έργο του Χατζή, ο τόπος ταυτίζεται με το ανθρώπινο ήθος, στο ήθος των ανθρώπων γεωγραφείται και η Μουργκάνα, το βουνό, γίνεται ο τόπος των γενναίων, ο δρόμος του αγώνα. Ετσι, η «Μουργκάνα» δείχνει πώς διαπαιδαγωγούνταν οι μαχήτριες και οι μαχητές του ΔΣΕ με την ηθική ανωτερότητα του λαϊκού – επαναστατικού στρατού. Στοιχείο που συνδέει τη λαϊκή παράδοση της προσωποποίησης των φυσικών τοπίων με ένα νέο περιεχόμενο, το οποίο δοκιμάζεται και στο διήγημα «Δρακόλιμνη». Σ’ εκείνο, όπου ο Χατζής γράφει: «Ο δράκος που φωλιάζει στο άπατο βάθος της μυστηριώδικης λίμνης και φυλάει το μεγάλο βουνό του ζωντάνεψε μέσα στην αντίσταση των παλληκαριών του Δημοκρατικού Στρατού. Στη Σούσνιτσα και στον Κλέφτη, στην Πολιάνα, στη Γύφτισσα, στο Ταμπούρι, κάτω από τον ίσκιο του Σμόλικα, πενήντα μέρες ο δράκος του παραμυθιού παράστεκε τους γνώριμους, τους δικούς του που πολεμούσαν για το βουνό του. Στέριωσε τους βράχους μπροστά στα πολυβολεία τους, τους έδειξε τα μυστικά μονοπάτια του βουνού του για να περνούν τη νύχτα, τους έκρυψε τη μέρα κάτω απ’ τους θάμνους των μεγάλων του δέντρων. (…) Μέσα στη φωτιά της μεγάλης απελευθερωτικής μάχης, το σύμβολο του παλιού λησμονημένου ηπειρώτικου θρύλου γίνεται αλήθεια. Ο δράκος είναι ζωντανός. Και δεν είναι μονάχα στη Δρακόλιμνη και στο Σμόλικα, στο Πάπιγκο, στο Μέτσοβο και στο Γράμμο – στα βουνά μοναχά. Μέσα στην καρδιά της Ελλάδας και του λαού της φωλιάζει τ’ αδάμαστο στοιχειό της λευτεριάς».10
Συνεπής στις προθέσεις του να καταθέσει την αλήθεια της μάχης και των ανθρώπων που την έδωσαν μακριά από τον μύθο, ο Χατζής με την «Μουργκάνα» παρουσιάζει μια κορυφαία στιγμή του ήθους και της δύναμης του λαϊκού παράγοντα μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, όντας και ο ίδιος ένα κομμάτι του.
«Απλοί άνθρωποι, (…) φτωχογέννητοι, και φτωχοαναθρεμμένοι εργάτες και γραμματικοί, βοσκοί και ζευγολάτες, είναι στο στρατό μας. Μα πιστεύουν στο δίκιο τους και γι’ αυτό πολεμούνε καλά. Εχουν συνείδηση για το χρέος τους, γι’ αυτό πειθαρχούν στην ομάδα τους και πεθαίνουν όταν χρειάζεται. Μέσα στην αρμονική συμβίωση της πειθαρχημένης ομάδας η καρδιά γαληνεύει και το πνεύμα ισορροπεί. Αγαπούνε τους συντρόφους τους, την Πατρίδα τους, λαχταρούνε τη νίκη. Είναι απλοί και χαρούμενοι. Γι’ αυτό τραγουδούνε τόσο πολύ. Αγαπάνε τη ζωή, τ’ αγαθά της, την ειρήνη. Είναι ήμεροι και συναισθηματικοί. Γι’ αυτό συγκινούνται έτσι εύκολα και δακρύζουνε με το τίποτα».11
Διαβάζοντας κανείς το παραπάνω απόσπασμα, μπορεί να είναι βέβαιος πως ο Χατζής, παρά την κατάθεση μιας ανησυχίας του – που εκφράζει με την επιφάνειά του ως «γραμματικός» – αναφορικά με το αν η διήγησή του αντεπεξήλθε, έχει αποτυπώσει με τη «Μουργκάνα» όχι απλώς μια στιγμή της Ιστορίας, αλλά τη δυναμική της, την προωθητική δύναμη του λαού, και «του ανθρώπου που νικάει το καμένο σίδερο», προβάλλοντας έτσι το φωτεινό μέλλον της ανθρωπότητας.
Αυτή η δύναμη που πηγάζει από την επιβολή της συνειδητής επιλογής, είναι ένα κόκκινο κουβάρι που σμίλεψε τους μαχητές και τις μαχήτριες του ΔΣΕ, «η σκέψη, η ανάγκη, η πίστη της νίκης», που αν κυριαρχήσει «(…) θα βάλει την τάξη, θα καταλύσει τη βασιλεία του ατομικισμού και της πονηριάς, θα υψώσει την κοινή συνείδηση του χρέους απάνω από τη σωματική δοκιμασία, σαν μοναδική σωτηρία: το λίγο, το μετρημένο, το δύσκολα δοσμένο γλυφό νερό θα μοιραστεί σ’ όλους (…)».12 Αυτά ο Χατζής τα συσχετίζει με τη δράση των κομμουνιστών.
Στις 28 Οκτώβρη 1948, στην εφημερίδα «Εξόρμηση» ο Χατζής έγραφε: «Ο Γράμμος δεν είναι μόνο μια μάχη. Οσο μακραίνουνε τώρα τα γεγονότα πίσω στο χρόνο, και στρογγυλεύουνε μέσα στο μυαλό και κατασταλάζουν, παίρνουν όλα το νόημά τους. Και το νόημά τους είναι ένα νόημα καθολικό. Ολα ήταν ανθρώπινα στο Γράμμο, βαθιά, βαθύτατα ανθρώπινα. Τίποτα δεν ήταν μηχανικό – όλα σπαρταριστά και χοχλαστά σαν το αίμα που χυνότανε στις πρώτες γραμμές (…)».13
Ατενίζοντας τον ιστορικό χρόνο και χωρίς να εγκλωβίζεται στον εμπειρισμό, ο Χατζής θα μιλήσει στο έργο του με αναφορές σε μια μάχη, η αξία της οποίας κατατίθεται στις νίκες του αύριο. Οπως καλύτερα έγραψε ο ίδιος ο Χατζής για την Μουργκάνα και προεκτείνοντας την αξία του χωρίου στο ιστορικό συγκείμενο του σημερινού αναγνώστη: «Υπάρχουν μάχες στον πόλεμο που δεν έχουν άλλη δόξα έξω από τη δόξα της κερδισμένης νίκης. Και είναι μάχες χαμένες που μ’ αυτές κερδίζεται ο πόλεμος».14
Σημειώσεις:
1. Μέλπω Αξιώτη, Απαντα, τ. ΣΤ, σ. 70.
2. Μέλπω Αξιώτη, ό.π., σ. 212.
3. Νίκος Γουλανδρής, 300 δελτία (1935-1975) για τον Δημήτρη Χατζή, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, σ. 20, και σ. 33-40.
4. Αλέξανδρος Βαλσαμής, «Λογοτέχνες του ΔΣΕ: Με το όπλο και την πένα στην υπηρεσία του επαναστατημένου λαού» στο «Η λογοτεχνία στα χρόνια της θύελλας (1940-1950)», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σ. 318-319.
5. Βασίλης Αλεξίου – Αθηνά Βακουφτσή, «Ανηφορίζοντας -μαζί με τον Δημήτρη Χατζή και τον Μιχαήλ Μπαχτίν- στης Μουργκάνας τις ολόμαυρες ράχες. (Για τη «Μουργκάνα» του Δημήτρη Χατζή)» στο «Η λογοτεχνία στα χρόνια της θύελλας (1940-1950)», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σ. 384.
6. Τάκης Χατζής, «Μουργκάνα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σ. 9.
7. Τάκης Χατζής, ό.π., σ. 14.
8. Ο.π.
9. Τάκης Χατζής, ό.π., σ. 9.
10. Δημήτρης Χατζής, «Δρακόλιμνη» στο «Θητεία», εκδ. «Το Ροδακιό», σ. 100-101
11. Τάκης Χατζής, ό.π., σ. 23-24.
12. Δημήτρης Χατζής, «Ο κυρίαρχος της Ψυτάλλειας» στο «Θητεία», εκδ. «Το Ροδακιό», σ. 30-31.
13. Τάκης Χατζής, εφημερίδα «Εξόρμηση», 28.10.48.
14. Τάκης Χατζής, «Μουργκάνα», σ. 45.
- Το συγκεκριμένο άρθρο ανήκει στο αφιέρωμα που επιμελείται το Τμήμα Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ για μεγάλους δημιουργούς μας που συμμετείχαν στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Είχαν προηγηθεί αφιερώματα στον Κώστα Πουρναρά – Μπόση, τον Αλέξη Πάρνη και τον Γιώργο Σεβαστίκογλου.
Διδάκτορας Φιλοσοφίας, γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων
Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη, Σάββατο 24 Οχτώβρη 2026 – Κυριακή 25 Οχτώβρη 2026
