«Δεν μετανιώνω για ό,τι πάλεψα, για ό,τι έζησα» | Ματιές στη ζωή και το έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου
Μια αναφορά στον σκηνοθέτη, συγγραφέα και δάσκαλο του θεάτρου Γιώργο Σεβαστίκογλου, που υπήρξε πρωτοπόρος ερευνητής της θεατρικής πράξης, του θεατρικού λόγου και των εκφραστικών μέσων της σκηνής, με σταθερό προσανατολισμό στην κοινωνική αποστολή της τέχνης.
Μια αναφορά στον σκηνοθέτη, συγγραφέα και δάσκαλο του θεάτρου Γιώργο Σεβαστίκογλου, που υπήρξε πρωτοπόρος ερευνητής της θεατρικής πράξης, του θεατρικού λόγου και των εκφραστικών μέσων της σκηνής, με σταθερό προσανατολισμό στην κοινωνική αποστολή της τέχνης.
Ο δάσκαλος και σκηνοθέτης στην Κατοχή
Γεννήθηκε το 1913 στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και στην Ελλάδα ήρθε με την οικογένειά του, το 1924.
Την περίοδο της Κατοχής γίνεται μέλος του ΚΚΕ και υπήρξε στέλεχος της Κομματικής Οργάνωσης Θεάτρου, η οποία συνεδρίαζε συχνά στο σπίτι του Γ. Ρίτσου. Μαζί με τις σπουδές του στη Νομική εργαζόταν και ως μεταφραστής σε περιοδικά και εφημερίδες.
Εκείνα τα χρόνια γίνεται και βασικός συνεργάτης του Κάρολου Κουν στο νεοσύστατο τότε Θέατρο Τέχνης. Στο Αλβανικό Μέτωπο έγραφε στον Κουν: «Μαζεύω λέξεις για τη μετάφραση» – επρόκειτο για «Τα καπνοτόπια», που ο Κουν κατάφερε τελικά να ανεβάσει ξεγελώντας τη γερμανική λογοκρισία.
Το 1943 ανέβηκε και το πρώτο του πρωτότυπο έργο, «Κωνσταντίνου και Ελένης», σε σκηνοθεσία Κουν. Στο κέντρο του έργου στέκει η «γαλάζια πολιτεία», μια κοινωνία ελεύθερη που μόνο ο τρελο-Γιώργης και η μικρή Ελένη πιστεύουν πραγματικά. Γραμμένο το έργο μέσα στην Κατοχή, το όραμα αυτό της «γαλάζιας πολιτείας» μοιάζει να ταυτίζεται με την ίδια τη λαχτάρα μιας γενιάς για μια κοινωνία δίκαιη και αληθινή.
Παράλληλα μελετούσε και μετέφραζε Στανισλάφσκι, Βαχτάνγκοφ, Ταΐροφ, Μέγιερχολντ, τους μεγάλους της σοβιετικής σκηνοθετικής σχολής. Το 1943 δημιούργησε ένα ημιπαράνομο εργαστήριο έρευνας γύρω από το ρώσικο πρωτοποριακό θέατρο. Εκεί, ανάμεσα στους νέους ανθρώπους που μαζεύτηκαν γύρω από αυτή την κρυφή μελέτη, γνώρισε και την γυναίκα που θα γινόταν αργότερα σύντροφός του σε όλη του τη ζωή, την νεαρή τότε Αλκη Ζέη.
Απελευθέρωση, Δεκέμβρης και το τρανό σχολείο του αγώνα
Μετά την Απελευθέρωση συντόνισε τη συγκρότηση του «Θεάτρου του Λαού». Η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα ήταν το ανέβασμα του «Επιτάφιου» του Ρίτσου – με τη μορφή ορατόριου – που ανέβηκε τον Νοέμβρη του ’44 για τα 26 χρόνια του Κόμματος.
Το «Θέατρο του Λαού» δεν πρόλαβε να ζήσει για πολύ… Είναι χαρακτηριστική η αναφορά της Ασπασίας Παπαθανασίου για την τελευταία παράσταση του θιάσου, που δόθηκε πριν ξεσπάσει ο Δεκέμβρης.
«Στο έργο υπήρχε μια σκηνή όπου οι ΕΠΟΝίτες με τον καθοδηγητή τους συνεδριάζουν. Με χαμηλωμένο το φως στη σκηνή, καθόμασταν γύρω από ένα τραπέζι, στη μέση ο Μάνος [Ζαχαρίας]. Δεν κοίταζε εμάς, αλλά το κοινό. Με προτεταμένο το χέρι και με σφιγμένη τη γροθιά, βγάζει τον λόγο του: “Λοιπόν, σύντροφοι, η κατάσταση είναι κρίσιμη…” και ακούγεται όλη η “γραμμή” του Κόμματος της συγκεκριμένης μέρας. Εκείνο το βράδυ, αποφασίσαμε να εμφανισθώ στη σκηνή με τη στολή μου του ΕΛΑΣ, για να γράψω, υποτίθεται, συνθήματα στους τοίχους. Ετσι και έγινε. Τα συνθήματα, φυσικά, δεν ήταν της Κατοχής, αλλά εκείνης της μέρας – και εκεί ακριβώς μας “πυροβολούν”… Την άλλη μέρα στη μεγάλη διαδήλωση, βγήκε και το “Λαϊκό Θέατρο” με τα λάβαρά του να πάρει μέρος στη ματωμένη εκείνη πορεία. Στο Σύνταγμα… Αρχισαν οι πυροβολισμοί… Στο “Λαϊκό Θέατρο” δεν ξαναγύρισαν οι ηθοποιοί του. Πήρε ο καθένας τον δρόμο του».
Στις μέρες της μεγάλης ταξικής σύγκρουσης στην Αθήνα, ο Σεβαστίκογλου μαζί με τον νεαρό τότε σκιτσογράφο Μέντη Μποσταντζόγλου – τον μετέπειτα «Μποστ» – γράφουν κάλαντα που απαγγέλλονταν στα πρόχειρα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ εμψυχώνοντας και παρηγορώντας τους μαχητές.
Μετά τη Βάρκιζα, με κατεύθυνση του ΚΚΕ ιδρύονται οι «Ενωμένοι Καλλιτέχνες» που συμμετείχαν οι Αιμίλιος Βεάκης, Μιράντα Μιράτ, Αντώνης Γιαννίδης, αλλά και νέοι καλλιτέχνες που μόλις τότε έκαναν τα πρώτα τους βήματα, όπως οι Αλέκα Παΐζη, Ασπασία Παπαθανασίου, Αλέξης Δαμιανός, Τίτος Βανδής, Λυκούργος Καλλέργης, Δήμος Σταρένιος, Νάσος Κεδράκας, με σκηνοθέτη πάντα τον Γ. Σεβαστίκογλου.
«Ηταν η περίοδος της αχαλίνωτης τρομοκρατικής δράσης των “αγανακτισμένων πολιτών”… Τέτοια επίθεση δέχτηκε κι ο θίασος των “μεγάλων”, λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα του “Ιούλιου Καίσαρα”. Επιτέθηκαν οι μπράβοι, ξυλοκόπησαν τους θεατές, ανέβηκαν στη σκηνή, διέλυσαν τα πάντα, κυνήγησαν και χτύπησαν τους ηθοποιούς, τραυμάτισαν σοβαρά στο μάτι τον Αντώνη Γιαννίδη. Ο θίασος των “μεγάλων” αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά τις παραστάσεις του. Και η διεύθυνση κάλεσε τους “νέους” να σώσουμε την κατάσταση», έλεγε αργότερα ο Σεβαστίκογλου, δίνοντας ανάγλυφα το στίγμα των ημερών.
Η αστική κριτική δεν άργησε να στοχοποιήσει τον θίασο. Ο Μ. Καραγάτσης, σχολιάζοντας παράσταση με πρώην μέλη των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», έγραφε: «(…) Ο θίασος αυτός έχει δύο ιδιοτυπίας: 1) ότι όλοι οι ηθοποιοί ήσαν οπαδοί μιας ορισμένης πολιτικής ιδεολογίας και 2) ότι έπαιξε έργα που πρωτίστως επροπαγάνδιζαν την παραπάνω πολιτική ιδεολογία και δευτερευόντως εξυπηρετούσαν το πνεύμα και την τέχνη (…)». Βέβαια, η κριτική ήταν το ηπιότερο απ’ όσα δέχτηκε ο θίασος, αφού πραγματοποιήθηκαν συντονισμένες επιθέσεις από μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης «Χ», πρώην ταγματασφαλίτες και εθνοφύλακες, με τη συνεργασία της χωροφυλακής.
Την ίδια περίοδο έγραφε και θεατρική κριτική στον «Ριζοσπάστη». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αντίληψή του για τον μεταπολεμικό θεατή: «Το κοινό δεν είναι κείνο που ξέραμε. Ανέβηκε ποιοτικά κι άνοιξαν τα μάτια του στο τρανό σχολειό του αγώνα για τα δίκια του… ίσα-ίσα λαχταρά να δει και ν’ ακούσει τους καημούς του μεταλλαγμένους σε τέχνη».
Ο θίασος των «Ενωμένων Καλλιτεχνών» διέκοψε οριστικά τη λειτουργία του τον Σεπτέμβριο του 1946. Στην Αθήνα το κλίμα πια ήταν ασφυκτικό…
Στο βουνό: Ο κινηματογραφιστής του ΔΣΕ
Ο Γ. Σεβαστίκογλου καταδικάστηκε σε θάνατο ερήμην του, επειδή λιποτάκτησε από τον αστικό στρατό. Ο δρόμος προς τον Γράμμο δεν ήταν ευθύς. «Είμαστε 4-5 κομμουνιστές, φύγαμε λαθραία από το Πέραμα με καΐκι για την Ιταλία», θυμόταν σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη», το 1990. «Εκεί το Ιταλικό Κόμμα θα μας βοηθούσε να περάσουμε στην Τσεχοσλοβακία κι από ‘κει να γυρίσουμε στον Γράμμο. Στο Λέτσε όμως μας πιάσανε…». Δεκατέσσερις ιταλικές φυλακές πέρασε, προτού καταφέρει επιτέλους να φτάσει στον προορισμό του.
Φτάνοντας στον Γράμμο συγκροτήθηκε το φωτοκινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ. «Ο Μουσούρης σαν οπερατέρ κι εγώ σαν υπεύθυνος θα είμαστε το “κινηματογραφικό συνεργείο” του ΔΣΕ!… Στο βουνό ήρθε αργότερα και κινηματογραφούσε κι ο Μάνος Ζαχαρίας».
Το σημαντικότερο κοινό τους έργο ήταν το ντοκιμαντέρ «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας», γύρισμα αποφασισμένο από το Γενικό Αρχηγείο για ν’ απαντήσει στην προπαγάνδα περί «παιδομαζώματος». Στο πλαίσιο της περιοδείας του Πολ Ελυάρ στο βουνό το 1949, ο Σεβαστίκογλου – μόνιμος διερμηνέας και συνοδός του – τύπωνε τις φωτογραφίες της επίσκεψης σε φορητό σκοτεινό θάλαμο μέσα στο ίδιο το βουνό.
Μετά την ήττα, ο Σεβαστίκογλου ακολούθησε τον δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς.
Τασκένδη: Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης της πολιτικής προσφυγιάς
Στην Τασκένδη τον περιμένει ήδη μια οργανωμένη ελληνική κοινότητα προσφύγων. Συγκροτήθηκε ο θίασος «Κεντρικό Συγκρότημα Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων». Εμπνευστής και σκηνοθέτης ο ίδιος ο Σεβαστίκογλου, διευθυντής ο Αντώνης Γιαννίδης, οργανωτικά υπεύθυνος ο Δημήτρης Σπάθης. Η εναρκτήρια παράσταση δόθηκε στις 10 Μάρτη 1951, παρουσία εκπροσώπων του Μπολσεβίκικου Κόμματος και της Κομσομόλ.
Σε ομιλία του στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (Οκτώβρης 1950), ο ίδιος ο Γιαννίδης ανέφερε ότι οι Σοβιετικοί είχαν χτίσει στον θίασο, μέσα σε τρεις μήνες, «ένα ωραιότατο θέατρο για πεντακόσιους θεατές», με τα σκηνικά να εκτελούνται από το σκηνογραφικό εργαστήριο της Οπερας της Τασκένδης, και ότι «έργα από τη ζωή μας και τον αγώνα μας έγραψαν και θα γράψουν οι σύντροφοι Γιώργης Σεβαστίκογλου και Αλέξης Πάρνης».
Εκεί ο Σεβαστίκογλου έγραψε πράγματι τα πρωτότυπα έργα «Σε μαρμαρένια αλώνια», «Να ελευθερώσουμε τους αλυσωμένους» και «Η Μαρούσω η Βαγγέλαινα δίνει όρκο». Το πιο σπουδαίο έργο που έγραψε εκείνη την περίοδο είναι η «Αγγέλα», ένα συνταρακτικό, ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα – καταγγελία της ψυχροπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, με κεντρική ηρωίδα την ορφανή από πατέρα, αδελφή σκοτωμένου κομμουνιστή αγωνιστή της Αντίστασης, 17χρονη υπηρέτρια Αγγέλα. Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία σε 27 θέατρα της ΕΣΣΔ και στην Ελλάδα πρωτοπαίχτηκε το 1965 από το Θέατρο Τέχνης.
Εγραψε επίσης σενάρια για ταινίες που σκηνοθέτησε ο Μάνος Ζαχαρίας – «Το σταυροδρόμι», «Οι σφουγγαράδες» από διήγημα του Ν. Κάσδαγλη.
Το 1965 το ιστορικό θέατρο της Μόσχας Βαχτάνγκοφ του προσέφερε μόνιμη θέση δεύτερου σκηνοθέτη. Αρνήθηκε: «Μου είχαν πει ότι πρέπει να γυρίσω (στην Ελλάδα). Ηταν κι η νοσταλγία κι έφυγα… Αν έμενα θα είχα μια εμπειρία μεγαλύτερη».
Δεν ήταν η πρώτη φορά που επέλεγε τον δρόμο του αγώνα αντί της καλλιτεχνικής καταξίωσης: Είχε φύγει για το βουνό «την ώρα που η κριτική υμνούσε τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία» του στο «Θάψτε τους νεκρούς». Ομως, γνώριζε καλά: «Αν δεν έφευγα στο βουνό, μπορεί να ‘μουνα καλύτερος τεχνικά. Αλλά δεν θα ‘μουν γνώστης της πραγματικής ζωής».
Γνώστης της πραγματικής ζωής
Στα χρόνια της δικτατορίας, η δεύτερη εξορία τον έφερε στο Παρίσι, όπου χτίζεται η φήμη του ως εξαιρετικού θεατρικού δασκάλου. Δίδαξε στο Ινστιτούτο Θεάτρου της Σορβόννης, στον «Οίκο Γραμμάτων», στη Διεθνή Πανεπιστημιούπολη.
«Σαν πορεία έρευνας» χαρακτήριζε ο ίδιος όλη του την καλλιτεχνική διαδρομή: «Χρέος μας είναι να πηγαίνουμε κόντρα στον φόβο του λάθους. Να ερευνούμε ελεύθερα, όπως το παιδί το παιχνίδι, τα φαινόμενα. Κύριο μέλημα της δουλειάς μου ήταν η εμβάθυνση στη γνώση. Η ηδονή του να ανακαλύπτεις τις βαθιές ρίζες του πολιτιστικού φαινομένου».
Σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη» στην αξέχαστη συντρόφισσά μας Αριστούλα Ελληνούδη, το 1990, λίγους μήνες πριν πεθάνει, ερωτώμενος αν μετάνιωσε για όσα πέρασε, απάντησε χωρίς δισταγμό: «Ούτε μια στιγμή. Θα ξανάκανα ό,τι έκανα”»… Ενώ παρακάτω συμπλήρωνε ότι γνώρισε τον λαό μας, «στις ώρες που κινητοποιούσε τις πιο μεγάλες κι εκφραστικές δυνάμεις του. Στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο… Οι “πληγές” μας χρειάστηκαν για να νιώσουμε ότι έχουμε νεύρα, καρδιά, μυαλό, που θίγονται».
- Το συγκεκριμένο άρθρο ανήκει στο αφιέρωμα που επιμελείται το Τμήμα Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ για μεγάλους δημιουργούς μας που συμμετείχαν στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Είχαν προηγηθεί αφιερώματα στον Κώστα Πουρναρά – Μπόση και τον Αλέξη Πάρνη.
Μέλος του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ
Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη, Σάββατο 10 Οχτώβρη 2026 – Κυριακή 11 Οχτώβρη 2026
Κεντρική εικόνα ανάρτησης Κατιούσα: Η φωτογραφία της σύνθεσης προέρχεται από το βιβλίο της Κωνσταντίνας Ζηροπούλου «Γιώργος Σεβαστίκογλου, Αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής»
