Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ (Werckmeister Harmonies) | Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ (2000)

Μπέλα Ταρ και Λάζλο Κράσναχορκαϊ συναντιούνται και μας κάνουν να νιώσουμε τη μελαγχολία της αντίστασης απέναντι στην αυταπάτη της παντοδύναμης ανθρώπινης κυριαρχίας, που στραγγαλίζει κάθε φυσική αρμονία.

Σε μια μικρή, ξεχασμένη και απομονωμένη ουγγρική πόλη μάς μεταφέρει η ταινία του Μπέλα Ταρ «Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ». Η απειλή, η εγκατάλειψη, ο φόβος πως από στιγμή σε στιγμή κάτι κακό θα συμβεί κυριαρχούν σε κάθε της γωνιά. Οι άνθρωποι σχηματίζουν πηγαδάκια γύρω από φωτιές που ανάβουν, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν το πολικό ψύχος, σε μια πόλη που αντιλαμβανόμαστε πως κάποτε πρέπει να έσφυζε από ζωή, αλλά τώρα ο συνεκτικός ιστός που συνέδεε τους ανθρώπους έχει χαθεί και το ομιχλώδες τοπίο της ατμόσφαιρας μοιάζει να στέκεται πάνω από τις ανθρώπινες φιγούρες, κάνοντάς τες να φαίνονται θολές, δυσδιάκριτες, σαν να απουσιάζει η ζωτικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και να έχει απομείνει μόνο η σκιά αυτού που κάποτε ήταν. Η μοναξιά τρυπώνει από παντού και οι ίδιοι περιφέρονται άγριοι, καχύποπτοι, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, έτοιμοι να αποδώσουν τις ευθύνες της κατάντιας τους όχι στην αποσάθρωση των θεσμών ούτε στα βαθύτερα αίτια της διάσπασης της κοινωνίας, αλλά αναζητώντας έναν φανταστικό εχθρό μία εύκολη απόδοση ευθυνών. Έχοντας αφήσει τη διαχείριση της ζωής τους στα χέρια αδίστακτων και συμφεροντολόγων καθοδηγητών, είτε αυτοί εμφανίζονται με τη μορφή ενός Πρίγκιπα είτε με τη μορφή υπαρκτών, διεφθαρμένων προσώπων, ηδυπαθών, μεθυσμένων από την αποχαυνωτική μέθη της εξουσίας. 

Στο εναρκτήριο πλάνο-σεκάνς της ταινίας,το πρώτο από τα 39 μονοπλάνα από τα οποία διαρθρώνεται το αριστούργημα του Μπέλα Ταρ, ο Βαλούσκα, ο «τρελός» της πόλης, βρίσκεται στο καφενείο, το καταφύγιο των απογοητευμένων, των παραιτημένων, των ανθρώπων που δεν ελπίζουν σε κάτι.Εκεί ο Βαλούσκα δίνει τη δική του παράσταση. Για αυτούς είναι ο «χαζός» που, ποτίζοντάς τον με ποτό, θα τους διασκεδάσει. Για τον Βαλούσκα, όμως, είναι η στιγμή που περιμένει. Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές περιμένει αυτή την ώρα για να εγκαταλείψει τη φθαρμένη γη και να αναπαραστήσει την αρμονία του σύμπαντος: τον ήλιο, τη γη, το φεγγάρι, την κίνηση του πλανήτη μας και του δορυφόρου του γύρω από τον ήλιο, προσομοιώνοντας τη γη και τη σελήνη και τον ήλιο με τρεις μεθυσμένους θαμώνες του καφενείου, που οι δύο από αυτούς στροβιλίζονται γύρω από τον τρίτο. Καταλαβαίνουμε ότι οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα, ότι βυθίζονται όλο και περισσότερο στους στροβιλισμούς της μέθης τους. Όμως, με την κάμερα του Ταρ, καθώς ο φακός απομακρύνεται από αυτούς και βλέπουμε τον Βαλούσκα να ενορχηστρώνει την κίνησή τους, μιλώντας τους ταυτόχρονα για την ισορροπία και την αρμονία του απέραντου ουράνιου ωκεανού, για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων γύρω από τον ήλιο, που τους εξασφαλίζει τη θεραπευτική του φωτεινότητα και τη θέρμη του, για το πόσο αρμονικά και τέλεια είναι όλα φτιαγμένα στο σύμπαν, για μια στιγμή νιώθουμε πως ο Βαλούσκα έχει πετύχει να φέρει το σύμπαν στο μίζερο καταγώγιο καθοδηγώντας τους θαμώνες σε μια αρμονική χορογραφία και έτσι, έστω και για λίγο, τους κάνει κοινωνούς αυτής της γαλήνης της φύσης και μιας ευτυχίας που για πάντα έχει χαθεί. Για τον Βαλούσκα, τον αθώο Βαλούσκα, μόνο η ίδια η φύση μπορεί να προκαλέσει μια δυσαρμονία, όπως η έκλειψη ηλίου, που όμως διαρκεί λίγο. Δεν μπορεί, με την καλοσυνάτη σκέψη του, στην οποία η φαντασία κατέχει μεγάλο μέρος και η γη με τον ουρανό αποτελούν ένα ενιαίο όλο, να αντιληφθεί ότι το χάος και η δυσαρμονία προκαλούνται από τους ίδιους τους ανθρώπους. Για εκείνον, ό,τι υπάρχει στη γη προκαλείται από ανώτερες δυνάμεις, οι οποίες όμως λειτουργούν με τρόπο που διατηρείται η αρμονία και η ισορροπία του σύμπαντος, ώστε να μεταφέρεται και στη γη και να την απολαμβάνουν τα μικροσκοπικά πλάσματά της.

Ο Βαλούσκα υπηρετεί τον Έστερ, τον άνθρωπο της μουσικής και της διανόησης, που κάποτε ήταν διευθυντής του ωδείου της πόλης. Τώρα όμως έχει αποσυρθεί, γιατί, σε αντίθεση με τον Βαλούσκα, αντιλαμβάνεται ότι η χαοτική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο κόσμος οφείλεται στον ίδιο τον άνθρωπο και στις παρεμβάσεις του. Παρεμβάσεις που μεταφέρονται, συμβολικά, στον χώρο της μουσικής. Εκεί όπου ο Βερκμάιστερ, κάπου στα τέλη του 17ου αιώνα, επινοώντας τη θεωρία της τονικής ισοδιαίρεσης, επέκτεινε τις δυνατότητες του φυσικού ήχου, παράγοντας έναν τεχνητό ήχο που χάιδευε τα αυτιά των ακροατών και τους παρείχε την ψευδαίσθηση της αρμονίας και της ακουστικής γαλήνης. Έναν ήχο που κατέστησε δυνατά μερικά από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα των σημαντικότερων συνθετών, αλλά παρέμενε απομακρυσμένος από τον φυσικό ήχο. Έτσι, το ανθρώπινο αυτί συνήθισε σταδιακά στους τεχνητούς ήχους, που προέρχονταν από κουρδίσματα τα οποία παραβίαζαν τη φυσικότητα του τονισμού. Ως αποτέλεσμα, τη θέση της φυσικής αρμονίας κατέλαβε η τεχνητή, που λειτουργούσε όπως η μέθη, όπως μια θεραπευτική αγωγή που δεν θεραπεύει, όπως το αλκοόλ που μόνο αναισθητοποιεί. Ένα βάλσαμο στην υπεροπτική μανία του ανθρώπου να κατακτήσει το τέλειο, να υποτάξει τη φύση και να οικειοποιηθεί την αρμονία της προς ίδιον όφελος, ίσως γιατί ποτέ δεν κατάφερε να την κατανοήσει στο βάθος της. Και μέσα από αυτή την ανακάλυψη ο Έστερ αντιλαμβάνεται με οδύνη το δύσκολο, ίσως και ανέφικτο, της επιστροφής προς τον αρχικό ήχο. Προς εκείνη την κατάσταση όπου ο άνθρωπος γνώριζε τα όριά του και δεν είχε ακόμη κυριευθεί από τη μανία να θέσει τη φύση υπό τον έλεγχό του. Τότε που γη και ουρανός αποτελούσαν ένα ενιαίο όλον και ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως μέρος αυτής της κοσμικής αρμονίας, χωρίς να επιχειρεί να την υποτάξει στις δικές του επιδιώξεις. Η εικόνα της νεκρής φάλαινας, την οποία ένα τσίρκο περιφέρει από πόλη σε πόλη ως αξιοθέατο μοιάζει να συμπυκνώνει την τωρινή σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Μόνο όταν την έχει απονεκρώσει μπορεί να την εργαλειοποιήσει, να την υποτάξει στις επιδιώξεις του και να αντλήσει οφέλη από αυτήν. 

Ο διανοούμενος Έστερ και ο «αλαφροΐσκιωτος» Βαλούσκα συναντιούνται μπροστά σε έναν υπαρκτό πλέον κίνδυνο που απειλεί άμεσα και τη δική τους ζωή. Εκεί, όπου η ορμητική μανία ενός χειραγωγούμενου πλήθους, που καταφεύγει σε οτιδήποτε μπορεί να το λυτρώσει από το χάος και, πέρα από την εκτόνωση, έχει απολέσει κάθε άλλο μέσο αντίδρασης, στρέφεται εναντίον αδύναμων και ανήμπορων πολιτών. Μέχρι που αντιλαμβάνεται ότι το να τα βάζει με όσους βρίσκονται από κάτω και όχι με εκείνους που το καθοδηγούν είναι μάταιο.

Αργά, μακρόσυρτα πλάνα, πάνω στα οποία στηρίζεται ολόκληρη η δομή του φιλμικού κειμένου, έτσι ώστε ο θεατής να δέχεται την αλήθεια της φιλμικής δράσης στη φυσική της διαδοχή, σαν να είναι αυτόπτης ενός συνεχούς χώρου και χρόνου, όπου μεταδίδεται η υπνωτιστική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας σε βαθιά ύπνωση. Σημασίες που υφαίνονται διαλεκτικά μέσα στην ταινία, όπου λειτουργούν αρμονικά ο μουσικός, ο κινηματογραφικός και ο εικονικός κώδικας. Κάμερα που ακολουθεί κατά πόδας τους ήρωες, τον Βαλούσκα και τον Έστερ, και απομακρύνεται από αυτούς διακριτικά, για να τους συμπεριλάβει στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο αδυνατούν να ενσωματωθούν, συναισθανόμενοι τη βαθιά δυσαρμονία που έχει επιφέρει σε αυτό η κατάχρηση της εξουσίας, η ανεξέλεγκτη και χωρίς όρια επιβολή της πάνω στη φύση και στους ανθρώπους, που έχουν μετατραπεί σε άβουλα όντα. Η σθεναρή και μελαγχολική συνάμα αντίσταση ενός αγαθού ανθρώπου, που όμως έχει συλλάβει τη σοφία της ζωής, και ενός διανοούμενου, που αντιλαμβάνεται σε θεωρητικό επίπεδο τα μεγάλα ανθρώπινα λάθη, καθώς και η μεγαλειώδης συνάντηση αυτών των δύο ανθρώπων, των δύο μοναχικών μορφών, μας μεταδίδουν μια βαθιά θλίψη και μελαγχολία. Ωστόσο, ανοίγουν και μια χαραμάδα φωτός, γιατί μέσα από αυτή τη συνάντηση μια αχτίδα ανθρωπιάς αναδύεται, που εκπέμπει ελπίδα, σαν τον ήλιο του Βαλούσκα.

Αριστουργηματικός κινηματογράφος, που μόνο ένας σκηνοθέτης του διαμετρήματος του Μπέλα Ταρ μπορεί να μας δώσει, πόσο μάλλον όταν το στιβαρό του σενάριο βασίζεται στο βιβλίο ενός άλλου εξαιρετικού δημιουργού, του Λάζλο Κράσναχορκαϊ, (“Η Μελαγχολία της Αντίστασης” μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πόλις). Δύο μεγάλοι δημιουργοί συναντιούνται και μας υπενθυμίζουν πως, όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του παντοδύναμο και κυρίαρχο της φύσης, τόσο ο ίδιος και όσοι πιστεύουν σε αυτού του τύπου τις παντοδυναμίες θα βυθίζονται σε μια βαθιά, καταστροφική νάρκωση. Και πως η αντίσταση απέναντι σε αυτή την αυταπάτη φέρει πάντοτε τη δική της μελαγχολία, όχι όμως και την απογοήτευση.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: