Στον Ιμάντα…
“Από πού θα βγει το περιβόητο πλεόνασμα, απ’ το οποίο μοιράζουν τα ευαγή επιδόματα λες και είναι η μπομπότα της κατοχής..;”
Ο καταναλωτικός αυτοματισμός σε λειτουργία. Γυρίζει, περιστρέφεται με τον ίδιο ρυθμό, την ίδια ταχύτητα ώρες κι ώρες, οκτάωρα γεμάτα ίσα με το γέμισμα της μέρας.
Το φορτίο που μεταφέρει ποικίλο και αυστηρά εναρμονισμένο με τις διατροφικές κυρίως ανάγκες πρώτα κι ύστερα με το πουγκί του καθενός.
Άλλο συγκρατημένο, άλλο διακριτικά αισιόδοξο κι άλλο -σπάνιο μεν- όμως ολοφάνερα “θαρραλέο”.
Οι κάτοχοί τους σε μια ανάλογη θέση και στάση. Κάποιοι σιωπηλοί και σκεπτικοί, κάποιοι μετρημένοι κι άλλοι ομιλητικοί.
Και σ’ όλο το σκηνικό πρωταγωνίστριες οι ταμειακές μηχανές, με τον ελεγκτικό μηχανισμό τους τιτ, τιτ, τιτ, τιτ και γνώριμη συντροφιά στη γειτονιά τριγύρω. Στριμωξίδι δίχως φασαρία κι ο ιμάντας αγκομαχάει…
“Πού τινάχτηκαν οι τιμές βρε παιδί μου, τι ακρίβεια ειν΄ αυτή, δεν μπορούν να τη φρενάρουν λίγο..;” σχεδόν μονολογεί ο ώριμος άντρας στην ουρά και συνεχίζει: “Εκείνοι που ταΐζουν δυο παιδιά, πώς τα βγάζουν πέρα..;”, για να εισπράξει την λακωνική απάντηση από τη νεαρή κυρία στην ίδια ουρά δίπλα του.
“ Αυτοί το ξέρουν…” και στηρίζει την παλάμη της στην άκρη του ιμάντα μαζί με μια διαπεραστική πικρία στο βλέμμα της.
“Γιατί να την φρενάρουν την ακρίβεια..; Οι περισσότεροι κωδικοί με 24% ΦΠΑ μας κατσικώθηκαν. Από πού θα βγει το περιβόητο πλεόνασμα, απ’ το οποίο μοιράζουν τα ευαγή επιδόματα λες και είναι η μπομπότα της κατοχής..;” παρεμβαίνει έτερος καταναλωτής στην ουρά.
Η υπάλληλος που άλλοτε χαμογελάει τόσο ευγενικά, χτυπάει τα πλήκτρα στη μηχανή αμέτοχη, σχεδόν ανέκφραστη, προσδίδοντας στη στιγμή την απαιτούμενη σοβαρότητα. Εκείνην που θα διασφαλίσει την διατήρηση της πελατείας ένθεν κακείθεν, μα πάνω κι απ’ αυτήν θα διασφαλίσει την θέση εργασίας της, έστω και με λιγότερα των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (4.600).
Σίγουρα οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές με τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά θα έχουν άλλη άποψη -πολύ φυσικά- για τα λόγια του ιμάντα.
Όμως κι ο κοσμάκης που τον κινεί, που τον περιστρέφει πέρα δώθε και λιανίζει τα όβολά του και τα ψιλοκοσκινίζει εκάστη δεκαπέντε του μηνός, ζητάει απεγνωσμένα το δίκιο του και τη ζωή του πίσω..!
Στριμωξίδι δίχως φασαρία κι ο ιμάντας αγκομαχάει, άρχισε να τρίζει:
“Είναι η φτώχεια εισιτήριο και η ουρά ένα μαρτύριο…”
(πόσο επίκαιροι στίχοι, διαχρονικοί, του μεγάλου μας δημιουργού..!)
Χρύσα Μπαΐρα
