Οι Κομμουνιστές ξανάρχονται
Οπότε, στους δύσκολους – και με ξαμολημένα τα ιμπεριαλιστικά σκυλιά – καιρούς μας δεν μπορείς να φτιάξεις ούτε καλοκάγαθη, ούτε καν ηλίθια αστικομικροαστική τάξη με τους οπαδούς της πονεμένης Μαρίας, της δασκαλομοναχικής Νίκης και της εξυπνακίστικα μικροαπατεωνικής Λύσης.
Δεν υπάρχει μισός Ελληνας, διακινδυνεύω να πω ακόμα και πιτσιρίκια, που να μην έχει δει ελληνικές ταινίες και δεν έχει εντρυφήσει στον μαυρόασπρο και πρώιμα έγχρωμο κόσμο της Φίνος Φιλμ και των Καραγιάννη – Καρατζόπουλου. Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν με την εντύπωση μιας καλοκάγαθης αστικής – μικροαστικής ελληνικής τάξης, που σχεδόν πνίγει και απομονώνει μόνη της τον κακό βιομήχανο ή τον άκαρδο εφοπλιστή. Και το έκανε κυρίως όταν ο έρωτας «γεφύρωνε» την αστική με την εργατική τάξη της χώρας.
Τα βίτσια της κινηματογραφικής αστικής τάξης ήταν κι αυτά σχεδόν άκακα. Χαρτοπαιξία για τις γυναίκες, αδυναμία στις πιτσιρίκες για τους ώριμους λεφτάδες μεγαλοαστούς. Η εικόνα περιλάμβανε στη θερινή της εκδοχή πάντοτε νησιά ως τόπο διακοπών, και στη χειμερινή βάσανα εργατών και εργατριών σε ημιορατές φάμπρικες. Ο άλλος χώρος «σύμπτυξης» εργατών τε και αστών ήταν τα ταβερνάκια και τα λαϊκά μπουζουξίδικα, ειδικά την εποχή που ο Μανώλης Χιώτης πέρασε από το τρίχορδο στο τετράχορδο μπουζούκι και γλύκανε τα αστικά αυτιά, ελαφρύνοντας τη λαϊκότητα. Οι μετανάστες στο ελληνικό σινεμά δεν ήταν ποτέ επιστρέφοντες καταπονημένοι γκασταρμπάιτερ από τα εργοστάσια της Γερμανίας. Ηταν φραγκάτοι κυρίες και κύριοι ή και απατεώνες, από την Αμερική, την Αυστραλία, τις Λόντρες και τα Παρίσια.
Αυτή η …ωραιοποιημένη ελληνική αστική τάξη, πάντα εκτός των άλλων και ευλαβής, ήταν τρυφερή με την εργατική. Αναγνώριζε πάντα τον ιδρώτα και τον μόχθο του γκαρσονιού, του ταξιτζή, του αγρότη και υπεράνω όλων της υπηρέτριας, ειρωνευόταν πάντα κομψά ως φυσικό φαινόμενο την αγραμματοσύνη και την ντοπιολαλιά, και κάπου – κάπου στηλίτευε τους μεγαλοτσιφλικάδες, τους εφοπλιστές με χώματα που βάφτηκαν κόκκινα και κοινωνίες ώρες μηδέν. Αυτή η ανύπαρκτη στην πραγματικότητα αστική αλλά αντικειμενικά μικροαστική, αθηνοκεντρική κυρίως τάξη, που ενισχύθηκε αναπάντεχα και έγινε και πιο πειστική ως υπαρκτή από την έξοχη πολιτισμικά γενιά του ’30 στα Γράμματα, δεν έχει καμία σχέση με την αντίστοιχη σημερινή. Ακριβώς επειδή δεν υπήρξε.
Οπότε, στους δύσκολους – και με ξαμολημένα τα ιμπεριαλιστικά σκυλιά – καιρούς μας δεν μπορείς να φτιάξεις ούτε καλοκάγαθη, ούτε καν ηλίθια αστικομικροαστική τάξη με τους οπαδούς της πονεμένης Μαρίας, της δασκαλομοναχικής Νίκης και της εξυπνακίστικα μικροαπατεωνικής Λύσης. Ειδικά μάλιστα όταν η τσιπρογενιά των 400 γινόταν τσάτρα πάτρα των 700 του Λάκη, μνημονιακώς υποθηκευμένη. Με τούτα και με κείνα η αποστασία έγινε αναγκαία διάσπαση, η προδοσία μετακίνηση, τα τσεκούρια ηλεκτρική ξυριστική μηχανή και οι μπάφοι του στρατηγικού σχεδιασμού αποτοξίνωση στα φωνακλάδικα καφενεία του Αδ-όνειδος…
Σε αυτό το υπόβαθρο δούλεψαν και η δεξιά και το ΠΑΣΟΚ και οι Συριζανέλ, με τους περιστασιακούς συμμάχους τους, για την άγρα ψήφων, ώστε να μπουν στο ασανσέρ της εξουσίας, κουτρουβαλιάζοντας την εργατική τάξη στα όρια της φτώχειας και στο μεσαιωνικό 13ωρο, προσθέτοντας θαυμασμό και υποκλίσεις στην γκλαμουριά των νεόπλουτων και στις πολιτισμικές προσεγγίσεις των αθλίων του Φωτήλα στη θέση των αθλίων του Ουγκώ. Αλλά με τα καινούργια φαντασιωσικά εργαλεία των οργανωμένων τρολ, των μποτς και των πλατφορμών, η ανύπαρκτη καινούργια μικροαστική μεσαία τάξη τείνει να παγιδευτεί σε κόντρες σαν κι αυτή των Φουρτουνάκηδων – Βροντάκηδων, που θυμήθηκε ο Γραμματέας στη Βουλή και τους υπενθύμισε ότι τους έχουμε πάρει πρέφα.
Ομως η εποχή είναι πιο δύσκολη από τότε. Δεν είμαστε στη δεκαετία που έβγαινε από τον πόλεμο και είχε μια φυσικά αισιόδοξη άποψη για το μέλλον της. Είχε περιθώρια για επιείκεια. Τώρα, μπροστά σε ανελέητες και ύπουλες απειλές, στις τωρινές μέρες του ’36, η πολιτική εποχή απαιτεί να είμαστε ακόμα και σε συνθήκες ύπουλου διωγμού και αποκλεισμού ανελέητοι. Και στην κριτική, και στην ιδεολογική αντιπαράθεση, και στους κινηματικούς αγώνες, και στη διατήρηση ενός φρονήματος που επιτάσσει τον εξοπλισμό μας. Μη φοβηθούμε την ταινία, οι Κομμουνιστές ξανάρχονται.
