“Πικρές Γιορτές / Bitter Christmas (Amarga Navidad)” του Πέδρο Αλμοδόβαρ

Στις «Πικρές Γιορτές», ο Αλμοδόβαρ μετατρέπει την απώλεια, τον φόβο και τη φθορά σε κινηματογραφική εξομολόγηση. Κι αν ακόμη δεν προσθέτει κάτι παραπάνω από όσα έχουμε ήδη δει στα εκφραστικά του μέσα, η εξομολόγησή του είναι τίμια και μας αγγίζει. Γιατί ο Πέδρο μάς ξέρει και τον ξέρουμε.

«Δεκέμβρη, θέλω να φύγεις
για να γίνει το σκληρό σου αντίο Χριστούγεννα για μένα.
Δεν θέλω ν’ αρχίσω την καινούρια χρονιά
με τον έρωτα που μου κάνει τόσο κακό.
Και μετά ας γίνουν όλα όσα είναι να γίνουν.
Ας μετανιώσεις, ας φοβάσαι.
Θα μάθεις ότι αυτό που άφησες
ήταν αυτό που περισσότερο αγάπησες,
αλλά δεν γίνεται τίποτα πια.
Δεκέμβρη, θέλω να φύγεις…»

Το τραγούδι που ακούμε στη νέα ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ, του πολυαγαπημένου Πέδρο, ερμηνεύεται από τη γυναίκα που άσκησε πολύ μεγάλη επιρροή στο έργο του σκηνοθέτη, την Τσαβέλα Βάργκας. Όπως αναφέρει ο ίδιος -στο βιβλίο του “Το τελευταίο όνειρο”- «τραγουδώντας την εγκατάλειψη και την απόγνωση, δημιούργησε έναν καθεδρικό ναό στον οποίο χωρούσαμε όλοι και από τον οποίο έβγαινες συμβιβασμένος με τα λάθη σου και διατεθειμένος να εξακολουθήσεις να τα κάνεις, να προσπαθήσεις ξανά».

Και είναι το τραγούδι από το οποίο αντλεί τον τίτλο της νέας του ταινίας, “Πικρές γιορτές” όπου στην αντίφαση των δύο λέξεων υπάρχει η αντίφαση, οι αντιφάσεις των ζωών μας. Εκεί όπου η ευτυχία είναι παροδική, οι μικρές ανθρώπινες καθημερινές στιγμές στις οποίες βιώνεται καταπίνονται από τον χρόνο, και η απώλεια των μικρών καθημερινών πραγμάτων που μας κάνουν χαρούμενους συνοδεύεται πάντα από μικρές θλίψεις. Θλίψεις που καμιά φορά συσσωρεύονται, γιγαντώνονται και φέρνουν την καταιγίδα που ξεσπά αναπάντεχα μέσα μας-μια καταιγίδα που προμηνύει ότι κάτι κακό θα συμβεί.

Μια καταιγίδα που εκδηλώνεται με φοβερές ημικρανίες, με κρίσεις πανικού, με μεγάλα κύματα άγχους, που ο σκηνοθέτης μεταφέρει στους ήρωές του, αλλά με τρόπο που νιώθουμε ότι και ο ίδιος συμμετέχει σε όλο αυτό. Δεν τον αισθανόμαστε αποστασιοποιημένο,γιατί τον συναντάμε στο πρόσωπο του Ραούλ, του σεναριογράφου που φοβάται ότι έχει χάσει την έμπνευσή του και δεν θα μπορέσει να ξαναγράψει, αλλά και στο πρόσωπο της Έλσας, της σκηνοθέτιδας που έχει απομακρυνθεί πολύ από τη δημιουργικότητα της δουλειάς της. 

Η απώλεια και ο φόβος της απώλειας είναι βασικά στοιχεία στην ταινία του Πέδρο. Αυτά προσπαθεί να αντιμετωπίσει. Ό,τι τον παιδεύει το κάνει μυθοπλασία, γνωρίζοντας πως γράφει για τη ζωή του, αντλώντας όμως ταυτόχρονα και από τις ζωές των άλλων. Έτσι, τελικά, αυτό που γράφει μπορεί να έχει υπάρξει, να έχει συμβεί, να έχει αποτελέσει ζωή άλλων ανθρώπων. Να γίνεται ένας καθρέφτης δύσκολος, γιατί μαρτυρά πικρές αλήθειες που συχνά δεν θέλουμε να αντικρίσουμε. Η γραφή και ο κινηματογράφος για τον Πέδρο αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξής του. Άρα αποτελούν την ίδια του τη ζωή. Άρα δεν μπορούμε να διακρίνουμε πού σταματά το σενάριο και πού ξεκινά η αληθινή ζωή. Για την ακρίβεια, δεν μπορούμε καν να διακρίνουμε αν ο σκηνοθέτης βιώνει την πραγματικότητά του μέσα από τα σενάρια, επειδή στην πραγματική του ζωή δεν έχει αυτή τη δυνατότητα.

Την αγάπησα την ταινία του Πέδρο, όχι για τη σκηνοθετική της αρτιότητα, αλλά γιατί νιώθεις ότι η τέχνη συμπορεύεται με τη ζωή σου. Γιατί αυτό που νιώθεις μεγαλώνοντας -που γίνεσαι πιο μελαγχολικός, με περισσότερες ανασφάλειες και λιγότερες βεβαιότητες, που οι καθημερινές σου απώλειες σε κατακλύζουν, σε κυριεύουν, ενίοτε σε αδρανοποιούν-το συναντάς μέσα από τα σενάρια που γράφουν άλλοι για να λυτρωθούν από τις ίδιες αγωνίες.

Απώλειες ανθρώπων που δεν πρόλαβες να γνωρίσεις καλύτερα μιλώντας τους. Απώλειες ερώτων που σε ταλαιπώρησαν ή που παρέμειναν ανεκπλήρωτοι. Και ο φόβος πως κάποια στιγμή οι δυνάμεις σου θα σε εγκαταλείψουν, πως θα χαθούν και πράγματα σημαντικά που κάποτε μπορούσες να κάνεις, δεν θα μπορείς πια…Όλα αυτά τα συναντάς στην ταινία, έτσι που να νιώθεις πως ανήκεις σε ένα πανανθρώπινο σύμπαν. Και μέσα σε αυτό υπάρχει η παρηγοριά που σου δίνει το γεγονός πως, μέσα σε όλες αυτές τις απώλειες, παραμένει πάντα η δύναμη της τέχνης και της γραφής απ’ όπου και ο δημιουργός και εσύ αντλείτε, όχι εύκολα, επίπονα θα έλεγα.

Σαν τη φωνή της Τσαβέλα, που την ακούμε να τραγουδάει το La Llorona, έχοντας χάσει τη φωνή της, αφήνοντας όμως το σπαρακτικό ουρλιαχτό της για το τέλος, φωνάζοντας: «Μα εγώ σου έχω δώσει τη ζωή μου, τι άλλο θέλεις; Θέλεις κι άλλο;» Ένας ύμνος στη ζωή όλων μας. Η ζωή θέλει κι άλλο. Και γι’ αυτό ο συγγραφέας εμπνέεται, θέλοντας κι άλλο να γράψει για τη ζωή του, για τη ζωή μας. Τι; Δεν έχει σημασία. Μην περιμένουμε λύτρωση, κάθαρση και όλα τα σχετικά. Παρά μόνο το γεγονός της επιθυμίας μας αρκεί.

Και συνεχίζουμε.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: